όλοι σχιζοφρενικοί είμαστε - κι ανόθευτοι
ερωτευμένοι με την άρρητή μας γλώσσα
την άρνησή μας - την ανώφελη
και την πικρή ανοησία
που μας δέρνει.
Είμαστε έρμαια των σκιών μας - απομείναμε
μόνοι στη φλέβα των σκυλιών
και ριμαγμένοι από νοήματα - και λέξεις όπως
"τέλος"
στο τώρα, στο αύριο, στο τίποτα.
Στο βάθος ανόθευτοι, στην πράξη σχιζοφρενικοί.
Κυριακή 8 Μαΐου 2011
४ ५ ८ ९ ० १ २ Η τελετή ७ ८ ४ १ ६ ५
Με των φωνητικών
Χορδών μου την ψυχή
Τρεκλίζω κόσμους
Μυστικά φτιαγμένους
Από λυγμούς ανείπωτους .
Λαρυγγισμοί στεγνοί κι υπόκωφοι
Κι αυτός ο χτύπος, και πάλι η φωνή.
Κι οι άνθρωποι, από τότε που εφευρέθηκαν
Φοβάμαι να υπάρξω.
Μα κάπου στην ανατομία μου
Αν με ξεκοίλιαζες να βρεις των σωθικών μου τ’ ανήμερα
Δε θα ‘βλεπες παρά μόνο
Έναν πατέρα
Και μια μάνα
Εκείνη στεγνωμένη απ’ τα δάκρια
Εκείνος σιωπηλός στην εντροπία του
Και με φωνές πάλι
Ν’ ανακαλώ
Των χαμένων πια αιώνων
Τη συμπάθια.
Τα άφιλτρα
Αέρα, λίγο αέρα μόνο τίποτ’ άλλο. Να βγω έξω, ο κόσμος μ’ αηδιάζει, τα πρόσωπα, τα λόγια, τα παπούτσια τους, θάνατος, μόνο λίγο έξω παρακαλώ να βγω! Το παράθυρο, το παράθυρο, είμαι στο έλεος του. Όλα περάσαν, περάσαν! Τ’ ακούς; Μια μέρα θα γελάω με τα χάλια μου τα εφηβικά. Μια μέρα θα ξεσπάσω σε γέλια, απροσδόκητα. Θ’ ανεβούν απ’ τον κόρφο μου ως τα τύμπανα των αφτιών, θα τυραννάνε το σώμα μου κι όμως εγώ θ’ αφρίζω από άθλιες σκέψεις. Μόνο μην κλάψεις, μην κλάψεις τώρα! Σε βλέπουν, θα χαρούν, μην κλάψεις. Μάζεψε τα κουράγια σου μέχρι ν’ ανοίξεις το παράθυρο, να πάρεις εκείνο τον αέρα, τον εύθραυστο. Με συγχωρείτε, μα ξέρετε, δεν σας βλέπω, δε βλέπω. Μόνο την κορφή της σκιάς μου να αγγίζει το χερούλι, πλησιάζω, να σέρνω μια εικόνα της θλίψης μου, στα έγκατα της γης πηγαίνω, αφήστε με, σ’ ένα παράθυρο, λίγο αέρα. Κι ο πόνος μου κραυγή, στις δυστυχισμένες σάρκες σας.
Έφτασα , το άνοιξα, έχωσα το κεφάλι μου απ’ έξω, πήρα δυο βαθιές ανάσες κι ύστερα ξανακάθισα. Όλα ήταν όπως πριν, μόνο που στα πνευμόνια μου είχα τον άνεμο που χρειαζόμουν. Και δεν έγινε τίποτ’ άλλο, στ’ αλήθεια, όλοι έμοιαζαν ευτυχισμένοι. Με ανοιχτό παράθυρο η αίθουσα έμοιαζε με ανοιξιάτικο λιβάδι.
Μετά ο κόσμος έφυγε. Έφυγα κι εγώ χωρίς κανένα απολύτως συναίσθημα. Χωρίς καμία συναίσθηση του εαυτού μου, του τι κάνω εδώ, τι έκανα, πόσα χρόνια έζησα και πόσα θα ζήσω ακόμα, την ύπαρξή μου μετρημένη στα δάκτυλα, και την ψυχή μου κόκκινη μεσ’ τ’ άφιλτρα όνειρά μου, τα πολλά εκείνα χρόνια της αιωνιότητάς μου, μιας αιωνιότητας τελείως προσωπικής, τελείως μοναδικής και την αυτοκαταστροφική μου άβγαλτη περηφάνια να τσουρουφλίζεται λίγο λίγο από ανεμόβγαλτες λάμπες πυρακτώσεως. Κι αν έχω ζωή, σίγουρα δεν είναι εδώ. Είναι κάπου αλλού, έξω απ’ το παράθυρο . Ίσως κι έξω απ’ τον κόσμο. Πέρα απ’ τα σύνορα, πέρα απ’ τις σειρήνες των ασθενοφόρων και τις αμαρτωλές ελπίδες των ψηλοτάβανων εκκλησιών. Και σίγουρα πολύ πιο πέρα απ’ τον ασθενικό εαυτό μου.
Έφτασα , το άνοιξα, έχωσα το κεφάλι μου απ’ έξω, πήρα δυο βαθιές ανάσες κι ύστερα ξανακάθισα. Όλα ήταν όπως πριν, μόνο που στα πνευμόνια μου είχα τον άνεμο που χρειαζόμουν. Και δεν έγινε τίποτ’ άλλο, στ’ αλήθεια, όλοι έμοιαζαν ευτυχισμένοι. Με ανοιχτό παράθυρο η αίθουσα έμοιαζε με ανοιξιάτικο λιβάδι.
Μετά ο κόσμος έφυγε. Έφυγα κι εγώ χωρίς κανένα απολύτως συναίσθημα. Χωρίς καμία συναίσθηση του εαυτού μου, του τι κάνω εδώ, τι έκανα, πόσα χρόνια έζησα και πόσα θα ζήσω ακόμα, την ύπαρξή μου μετρημένη στα δάκτυλα, και την ψυχή μου κόκκινη μεσ’ τ’ άφιλτρα όνειρά μου, τα πολλά εκείνα χρόνια της αιωνιότητάς μου, μιας αιωνιότητας τελείως προσωπικής, τελείως μοναδικής και την αυτοκαταστροφική μου άβγαλτη περηφάνια να τσουρουφλίζεται λίγο λίγο από ανεμόβγαλτες λάμπες πυρακτώσεως. Κι αν έχω ζωή, σίγουρα δεν είναι εδώ. Είναι κάπου αλλού, έξω απ’ το παράθυρο . Ίσως κι έξω απ’ τον κόσμο. Πέρα απ’ τα σύνορα, πέρα απ’ τις σειρήνες των ασθενοφόρων και τις αμαρτωλές ελπίδες των ψηλοτάβανων εκκλησιών. Και σίγουρα πολύ πιο πέρα απ’ τον ασθενικό εαυτό μου.
Τρίτη 26 Απριλίου 2011
Δευτέρα 25 Απριλίου 2011
ο αδερφός
Τρίτη 19 Απριλίου 2011
Vuelta Quebrada
la Llorona
τη γυναίκα αμυδρά. το κράταγε σα να 'ταν φυλαχτό, τους είδα, κι έκλαιγε Να γεννηθεί άρρωστο, δεν το περίμενε. Τώρα καταραμένη γυρνάει και μουρμουρίζει - τι έκανα, τι -
στα χέρια το κρατάει, μην της πέσει, πού να πέσει, η κλαίουσα. Κρίμα μου, κρίμα του, κρίμα σε ποιόν. "Που ποτέ να μην γεννιόμουν" ασυνάρτητα πάλι τα λόγια, τα πατήματα. Αγκαλιά το 'χει, άρρωστο, νιόβγαλτο, κρίμα.
Την είδα, τη γυναίκα αμυδρά. Στα βράχια στις έξι το χάραμα.
Ο ίσκιος
Φιάλες ακριλονυτριλίου, μποτίλιες, σχοινιά. "έρημο κάδρο, φανταστική φωτογραφία" εκείνη, εκείνο, κοιτάζει τα πρόσωπα, τα πρόσωπα λένε πάντα την αλήθεια. Τα ρεύματα καμιά φορά κάνουνε στάχτη τους ταξιδιώτες.
Το φαινόμενο της κύησης.. - "Το φαινόμενο της ζωής είναι θαμπός αναγραμματισμός του θανάτου" σε κάποια άλλη γλώσσα ίσως, που ο άνθρωπος ακόμα δεν κατέχει. Τ' ασήκωτά τους πρόσωπα, τα νιόβγαλτα ελαφρά, τα υψωμένα χέρια, προς τον ουρανό, κάτι να φέρουν πίσω, κάτι, ο ήχος που βγάζει το κατράμι όταν ουρλιάζει. Ο ίσκιος κάποιου πατέρα.

Βόρειο Σέλας
και τι 'ναι αυτο που βγάζει στην αντίπερα όχθη; αφού ο κόσμος αποτελείται από χιλιάδες μικρούς σπαραγμούς. Βουίζουν ακόμα τα χαμόγελα στ' αφτιά μου. όταν οι πίκρες μαζευτουν και πυκνώσουν, ποιος θα χορέψει γύρω απ' τη φωτιά; Είναι τότε που σκέφτομαι: κάτι πρέπει να κάνω με το κεφάλι μου. Να βρω το πιο μαλακό μέρος να το χτυπάω. Ποια είναι η αρρώστια που έχω γιατρέ; σαν παραμύθια μου ακούγονται οι χθεσινές ιστορίες...
ΥΓ βουέλτα κεμπράδα είναι η στροφή. η σπασμένη στροφή. Σαν να θες να αλλάξεις πορεία, να ριζώσεις τη ζωή σου απ' την αρχή, μα να 'χεις σπασμένο εαυτο.
τη γυναίκα αμυδρά. το κράταγε σα να 'ταν φυλαχτό, τους είδα, κι έκλαιγε Να γεννηθεί άρρωστο, δεν το περίμενε. Τώρα καταραμένη γυρνάει και μουρμουρίζει - τι έκανα, τι -
στα χέρια το κρατάει, μην της πέσει, πού να πέσει, η κλαίουσα. Κρίμα μου, κρίμα του, κρίμα σε ποιόν. "Που ποτέ να μην γεννιόμουν" ασυνάρτητα πάλι τα λόγια, τα πατήματα. Αγκαλιά το 'χει, άρρωστο, νιόβγαλτο, κρίμα.
Την είδα, τη γυναίκα αμυδρά. Στα βράχια στις έξι το χάραμα.
Ο ίσκιος
Φιάλες ακριλονυτριλίου, μποτίλιες, σχοινιά. "έρημο κάδρο, φανταστική φωτογραφία" εκείνη, εκείνο, κοιτάζει τα πρόσωπα, τα πρόσωπα λένε πάντα την αλήθεια. Τα ρεύματα καμιά φορά κάνουνε στάχτη τους ταξιδιώτες.
Το φαινόμενο της κύησης.. - "Το φαινόμενο της ζωής είναι θαμπός αναγραμματισμός του θανάτου" σε κάποια άλλη γλώσσα ίσως, που ο άνθρωπος ακόμα δεν κατέχει. Τ' ασήκωτά τους πρόσωπα, τα νιόβγαλτα ελαφρά, τα υψωμένα χέρια, προς τον ουρανό, κάτι να φέρουν πίσω, κάτι, ο ήχος που βγάζει το κατράμι όταν ουρλιάζει. Ο ίσκιος κάποιου πατέρα.

Βόρειο Σέλας
και τι 'ναι αυτο που βγάζει στην αντίπερα όχθη; αφού ο κόσμος αποτελείται από χιλιάδες μικρούς σπαραγμούς. Βουίζουν ακόμα τα χαμόγελα στ' αφτιά μου. όταν οι πίκρες μαζευτουν και πυκνώσουν, ποιος θα χορέψει γύρω απ' τη φωτιά; Είναι τότε που σκέφτομαι: κάτι πρέπει να κάνω με το κεφάλι μου. Να βρω το πιο μαλακό μέρος να το χτυπάω. Ποια είναι η αρρώστια που έχω γιατρέ; σαν παραμύθια μου ακούγονται οι χθεσινές ιστορίες...
ΥΓ βουέλτα κεμπράδα είναι η στροφή. η σπασμένη στροφή. Σαν να θες να αλλάξεις πορεία, να ριζώσεις τη ζωή σου απ' την αρχή, μα να 'χεις σπασμένο εαυτο.
πια - μόνο το κλάμα του λύκου μπορεί να με σώσει
εκείνος ημέρευε τη θάλασσα
εγώ ήμουν η Τρικυμισμένη
στα λέπια μας πληγιάζαμε τη ζωή
κι εκείνο το λυγμό
που σακάτευε τα έρμα λόγια μας.
με τη σιωπή μου χάιδευα το μέτωπό του
τα μεθυσμένα μέλη με φωνές
σκεπάσαν το ακροτελεύτιο
του εφηβικού του θρήνου
"ο αρραβωνιαστικός μου δεν υπάρχει πια" !
καλύτερα -
ήταν ιδιότροπος
κι εγώ αταίριαστη
περαστικός όπως οι καινούριες μου κορδέλες
θα φύγουν σε λίγο
όταν θα τρέχω ν' αγκαλιάσω το κλάμα του λύκου,
θα χαθούν οι κορδέλες μου.
περαστικός όπως τα λόγια μου
που ποτέ μου δεν τα 'νιωσα
αληθινά δικά μου
περαστικός όπως η νιότη
που ξεπλένει η βροχή καθώς περνάει
κι ένα κάρο ελπίδες
-στην άκρη-

μια μέρα άνοιξα την πόρτα
κι είδα σωρό τα μισοσκότεινα
να περπατούν στο έρημό μου εικόνισμα
και σκοτεινιασμένη λίγο λίγο
τα 'διωχνα.
εγώ ήμουν η Τρικυμισμένη
στα λέπια μας πληγιάζαμε τη ζωή
κι εκείνο το λυγμό
που σακάτευε τα έρμα λόγια μας.
με τη σιωπή μου χάιδευα το μέτωπό του
τα μεθυσμένα μέλη με φωνές
σκεπάσαν το ακροτελεύτιο
του εφηβικού του θρήνου
"ο αρραβωνιαστικός μου δεν υπάρχει πια" !
καλύτερα -
ήταν ιδιότροπος
κι εγώ αταίριαστη
περαστικός όπως οι καινούριες μου κορδέλες
θα φύγουν σε λίγο
όταν θα τρέχω ν' αγκαλιάσω το κλάμα του λύκου,
θα χαθούν οι κορδέλες μου.
περαστικός όπως τα λόγια μου
που ποτέ μου δεν τα 'νιωσα
αληθινά δικά μου
περαστικός όπως η νιότη
που ξεπλένει η βροχή καθώς περνάει
κι ένα κάρο ελπίδες
-στην άκρη-

μια μέρα άνοιξα την πόρτα
κι είδα σωρό τα μισοσκότεινα
να περπατούν στο έρημό μου εικόνισμα
και σκοτεινιασμένη λίγο λίγο
τα 'διωχνα.
Σάββατο 16 Απριλίου 2011
Παρασκευή 11 Μαρτίου 2011
Μια σχισμή λέξεις για κάποιον άγνωστο κύριο Μ.
Πάντα την ίδια ώρα, κάθε πρωί, στις 8.
Πάντα την ίδια στιγμή.
Κι εγώ να στέκομαι εκει,
Μπροστά απ' την ποιητική σου μορφή
Στ' αλήθεια, θα βαζα στοίχημα με το διάολο πως δεν είναι αλήθεια,
μα, ΔΙΑΟΛΕ, ΥΠΑΡΧΕΙΣ!
Μπροστά απ' την ποιητική σου μορφή
Θα μπορούσα να στέκω, γ' άπειρους χειμώνες.
Κι έμαθα για σένα,
Πως
Δεν μιλάς πολύ
Μένεις ώρες στο σπίτι, ή κάνεις μόνος σου βόλτες
Δεν έχεις φίλους, παρά μόνο
μερικούς γνωστούς,
που σου στέλνουν κάρτες στα γεννέθλια ή τη γιορτή σου.
Έμαθα πως,
οι άνθρωποι σε τρομάζουν όπως κι εμένα
και μαντεύω πως
αγαπάς τη σιωπή του χειμώνα,
τη θλίψη των ανέμων
και τη μοναξιά των κάμπων με βαμβάκι.
Πως είσαι ένα άλμπατρος των καιρών σου,
όπως κι εγώ.
Μπροστά στην ποιητική σου μορφή
Λιώνω τα θρίψαλα των αισθημάτων μου
Όσα επιβίωσαν, απ' αυτή την καταιγίδα ηδονικών βλεμμάτων
Κι αφήνω πια,
τις λέξεις μου
δώρο και φυλαχτό μαζί
σ' εσένα, έναν άγνωστο κύριο Μ.
Πεισματικά, κουμπώνω το παλτό μου
Τα χέρια μου κολλάνε, τα μαλλιά μου αφήνονται στη δίνη του ανέμου -πλησιάζεις-
Θα ξετελέψω τη ζωή -λέω-
Αν δεν με δεις
Αν προσπεράσεις.
Θα γίνω μια κουκκίδα, θα γίνω στάχτινη.
Θα είμαι η Απαρηγόρητη, η δικιά σου Απαρηγόρητη.
Κι ωστόσο, εσύ θα τιναχτείς ελαφρά μόλις με δεις,
θα με κοιτάξεις,
θα κοντισταθείς για μερικά δέκατα του δευτερολέπτου,
θα κοκκινίσεις, θα κοιτάξεις πάλι κάτω
κι εγώ θα διακρίνω στο καθαρό σου πρόσωπο ένα χαμόγελο,
ένα τόσο δα διακρτιτικό χαμόγελο,
θα ξεδιψάσω,
θα εξιλεωθώ.
Μπορείς, έτσι απλά, και κάνεις αυτό,
που τόσα χρόνια παλεύοντας μόνη με τα ποιήματά μου -και τα τέρατα μου- προσπαθώ να καταφέρω.
Τη λύτρωση.
Πάντα την ίδια στιγμή.
Κι εγώ να στέκομαι εκει,
Μπροστά απ' την ποιητική σου μορφή
Στ' αλήθεια, θα βαζα στοίχημα με το διάολο πως δεν είναι αλήθεια,
μα, ΔΙΑΟΛΕ, ΥΠΑΡΧΕΙΣ!
Μπροστά απ' την ποιητική σου μορφή
Θα μπορούσα να στέκω, γ' άπειρους χειμώνες.
Κι έμαθα για σένα,
Πως
Δεν μιλάς πολύ
Μένεις ώρες στο σπίτι, ή κάνεις μόνος σου βόλτες
Δεν έχεις φίλους, παρά μόνο
μερικούς γνωστούς,
που σου στέλνουν κάρτες στα γεννέθλια ή τη γιορτή σου.
Έμαθα πως,
οι άνθρωποι σε τρομάζουν όπως κι εμένα
και μαντεύω πως
αγαπάς τη σιωπή του χειμώνα,
τη θλίψη των ανέμων
και τη μοναξιά των κάμπων με βαμβάκι.
Πως είσαι ένα άλμπατρος των καιρών σου,
όπως κι εγώ.
Μπροστά στην ποιητική σου μορφή
Λιώνω τα θρίψαλα των αισθημάτων μου
Όσα επιβίωσαν, απ' αυτή την καταιγίδα ηδονικών βλεμμάτων
Κι αφήνω πια,
τις λέξεις μου
δώρο και φυλαχτό μαζί
σ' εσένα, έναν άγνωστο κύριο Μ.
Πεισματικά, κουμπώνω το παλτό μου
Τα χέρια μου κολλάνε, τα μαλλιά μου αφήνονται στη δίνη του ανέμου -πλησιάζεις-
Θα ξετελέψω τη ζωή -λέω-
Αν δεν με δεις
Αν προσπεράσεις.
Θα γίνω μια κουκκίδα, θα γίνω στάχτινη.
Θα είμαι η Απαρηγόρητη, η δικιά σου Απαρηγόρητη.
Κι ωστόσο, εσύ θα τιναχτείς ελαφρά μόλις με δεις,
θα με κοιτάξεις,
θα κοντισταθείς για μερικά δέκατα του δευτερολέπτου,
θα κοκκινίσεις, θα κοιτάξεις πάλι κάτω
κι εγώ θα διακρίνω στο καθαρό σου πρόσωπο ένα χαμόγελο,
ένα τόσο δα διακρτιτικό χαμόγελο,
θα ξεδιψάσω,
θα εξιλεωθώ.
Μπορείς, έτσι απλά, και κάνεις αυτό,
που τόσα χρόνια παλεύοντας μόνη με τα ποιήματά μου -και τα τέρατα μου- προσπαθώ να καταφέρω.
Τη λύτρωση.
Σάββατο 26 Φεβρουαρίου 2011
ΔS= kln(Ω2/Ω1)
Στο άπειρο κέντρο
Μιας χαραμισμένης άμπωτης
Ο άνθρωπος, υπολόγιζε τον κόσμο
Λίγο λίγο.
Κι έμαθε πως
σ’ ένα παράλληλο σύμπαν
Χωρίς περιστροφική κίνηση
Η εφαπτόμενη του χρόνου,
Είναι η ζωή
Με συνιστώσες τους δρόμους
Και ευεργέτη το χάος
Μα εκεί που εκρήγνυνται τα πιο ατίθασα ηλεκτρόνια
Εκεί ο εκθετικός κι αναλώσιμος άνθρωπος
Ελάχιστα αντιλήφθηκε
Την εντροπία.
Μιας χαραμισμένης άμπωτης
Ο άνθρωπος, υπολόγιζε τον κόσμο
Λίγο λίγο.
Κι έμαθε πως
σ’ ένα παράλληλο σύμπαν
Χωρίς περιστροφική κίνηση
Η εφαπτόμενη του χρόνου,
Είναι η ζωή
Με συνιστώσες τους δρόμους
Και ευεργέτη το χάος
Μα εκεί που εκρήγνυνται τα πιο ατίθασα ηλεκτρόνια
Εκεί ο εκθετικός κι αναλώσιμος άνθρωπος
Ελάχιστα αντιλήφθηκε
Την εντροπία.
μάταιο
απόκοσμη
θλιμμένη και σιωπηρή
αταίριαστη κι ωστόσο αλαφροίσκιωτη
κι ίσως λίγο τυφλή
μια μέρα θα φύγει
η νιότη.
Κι έτσι χαραμισμένη όπως θα 'ναι
και πικραμένη
θα μένω πίσω να την κοιτάζω
με την ψυχή γεμάτη αγκάθια
γερμένη στο κάγκελο
του κρεβατιού μου.
Εκεί που την έχασα.
Κι αν ποτέ την έβρισκα πάλι.. νοερά στις παλιές μελωδίες
θα τη νανούριζα, μ' αυτά που δεν μπόρεσα
ποτέ
με λόγια
να πω.
θλιμμένη και σιωπηρή
αταίριαστη κι ωστόσο αλαφροίσκιωτη
κι ίσως λίγο τυφλή
μια μέρα θα φύγει
η νιότη.
Κι έτσι χαραμισμένη όπως θα 'ναι
και πικραμένη
θα μένω πίσω να την κοιτάζω
με την ψυχή γεμάτη αγκάθια
γερμένη στο κάγκελο
του κρεβατιού μου.
Εκεί που την έχασα.
Κι αν ποτέ την έβρισκα πάλι.. νοερά στις παλιές μελωδίες
θα τη νανούριζα, μ' αυτά που δεν μπόρεσα
ποτέ
με λόγια
να πω.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)










