Παρασκευή 5 Αυγούστου 2011

αναλγητικό (2)

Να φύγω
Να μην μείνει τίποτα από μένα εδώ
Τίποτα που να θυμίζει
τη βλέννα

Δεν είναι φυλακές
οι λέξεις, ούτε τίποτα σημαντικό
αυτά που γράφω.

Απλώς μ' αρέσει
Που είμαι τώρα εδώ
Χωρίς αναλγητικά.

Δεν έχει έρθει
ακόμα η ώρα που θα εξομολογηθούμε
στα σκυλιά.

οι δαίμονες αράξαν
στο μπαλκόνι
άρα
το σύμπαν διαστέλλεται

Πάνω στο σχοινί
απλώνει ο τρελός
το σύμπαν

Μ' αρέσει
Που είμαι τώρα εδώ
Χωρίς αναλγητικά

Μ' αρέσει
που δεν έχω αιτία

Μ' αρέσει
που οι γαλαξίες τρίζουν
κι εγώ τους ακούω

Μ' αρέσει
που η κίνησή τους
είναι χαοτική

Ας μη μιλάει κανείς μας
ας ακούσουμε όλοι τ' αστέρια.

Εγώ
θέλω μόνο να δω
πού θα με βγάλει.

Τετάρτη 27 Ιουλίου 2011

απόσβεση

υπάρχουν μέρες που πέρασαν χωρίς να μάθω ποτέ την ημερομηνία τους
υπάρχουν άνθρωποι που έφυγαν χωρίς ν' ακούσω ποτέ τη φωνή τους ή να μάθω έστω τ' όνομά τους
υπάρχουν συλλαβές φρικτές και συλλαβές με νόημα
υπάρχουν γράμματα χωρίς νόημα
υπάρχουν φανταστικοί αριθμοί, συναρτήσεις που δεν ορίστηκαν
υπάρχουν στιγμές που σακατεύουν, και στιγμές χαμένες
υπάρχουν ζωές που χαραμίζονται, ζωές που ξεπερνούν ή ξεπερνιούνται
υπάρχουν θάλασσες που τρέμουν όταν τις αγγίζεις
παρθένες θάλασσες, που δεν αφήνουν την περηφάνια τους στην άκρη
υπάρχουν ποιήματα που μ' έκαναν περήφανη, και ποιήματα που με διέλυσαν
υπάρχουν χρόνια που με προσπέρασαν
απαγορευμένα λόγια που σπαρτάρισαν στις πληγές μας κοντά
υπάρχουν φυλακές άγνωστες, φυλακές πένθιμες, προσωπικές φυλακές, ονειρικές
υπάρχουν τραγούδια που θα σε κάνουν να κλάψεις ή να δεις καθαρά ή να χορέψεις ή να γελάσεις δυνατά
υπάρχουν γέλια που ξεπλένουν τις ψυχές και γέλια που τις απογυμνώνουν
υπάρχουν γυναίκες που σέβονται τα γεννητικά τους όργανα,
υπάρχουν μητέρες, πουτάνες, ιερές γυναίκες
υπάρχουν άντρες που δε σέβονται τις γυναίκες
υπάρχουν έρωτες που δε σεβάστηκαν τίποτα
υπάρχουν έρωτες που ξαγρυπνούν αυτοκτονώντας κάθε νύχτα
υπάρχουν έρωτες που δεν υπήρξαν στ' αλήθεια
υπάρχουν παιδιά που δεν αγάπησαν τίποτα ή δεν είχαν κάτι ν' αγαπήσουν
υπάρχουν βιβλιοθήκες, υπάρχουν κόσμοι πράσινοι, στόματα δύστροπα, σερβιτόροι που εκτιμούν τη λογοτεχνία,
υπάρχουν βλέμματα κενά, πνευμόνια γεμάτα, φρύδια σηκωμένα,
μύτες ανοιγμένες, πόδια κλειστά
υπάρχουν μάτια που σχίσαν πεδιάδες
υπάρχουν ναρκωτικά που σου κλείνουν τα μάτια
υπάρχουν στίχοι καρφιτσωμένοι στα ρούχα, στους τοίχους, στις παλάμες
υπάρχουν αστέρια που δεν θα πρεπε να υπάρχουν
υπάρχουν νύχτες που χάθηκαν και νύχτες που χαράχτηκαν
υπάρχουν φωνητικές χορδές που σπάνε, και άλλες που βγάζουν CD
υπάρχουν λέξεις που γδέρνουν, και λέξεις που κοχλάζουν
υπάρχουν όνειρα που καταπίνονται αμάσητα και όνειρα που μετουσιώνονται
υπάρχουν ισοφάγοι που γρέδρνονται
υπάρχει νερό πού και πού στην έρημο
κι αυτό είναι το νερό το πολύτιμο
υπάρχουν καταράχτες και ξυρασίες, πόρτες που τρίζουν, χαραμάδες που σιωπούν
υπάρχουν νότες στον αέρα και νότες κάτω απ' το χώμα
υπάρχουν θύμισες, μνήμες παντού
υπάρχουν όρια, για όλους και για κανέναν,
νοητές γραμμές,
περπατισιές στον Άδη ή στο Θεό
υπάρχει ο χρόνος, υπάρχει το χάος, υπάρχει η ζωή

άρα υπάρχει ελπίδα......

Τετάρτη 20 Ιουλίου 2011

το μαντήλι

είναι
στα νύχια μας
ο θάνατος
στις φλέβες μόνο η απουσία
και στους αδένες
τίποτα
που να θυμίζει
τα πρόσωπα ή τα πέλματα
αυτών που δεν υπάρχουν πια.

μικρότερη από σπόρο
ζαρωμένα μέλη
κι ωστόσο άνθρωπος
ακόμη.
άσπρη παντού
οστά ανύπαρκτα σχεδόν
σάλιο πηχτό
πληγές στο σώμα
κι ωστόσο άνθρωπος
ογδόντα χρόνια τώρα.
αρχίσαν να φλέγονται τα μάτια της.
''σκοτώστε την! σκοτώστε την πια!
μα επιτέλους, δεν το βλέπετε;
υποφέρει!''
διαολεμένος φώναζε στους άλλους

κι εκεί που δεν υπάρχει πια ζωή
άκουγα μόνο τις φωνές
''μα γιατί δεν τη σκοτώνει αυτός;''
έλεγα εγώ από μέσα μου.
Αυτός.
που τόσα χρόνια
δεν αγάπησε πιότερο καμιά.

''δεν μπορώ''
λύγισε εκείνος
και συνάμα
ούρλιαζε και χτυπιόταν.
κάθε τόσο τις έριχνε πονεμένα βλέμματα
βλέμματα γεμάτα σκόνη
τα μάτια της είχαν πάρει φωτιά

δεν ήταν πια τίποτα

ΠΕΘΑΙΝΕΙ

ΔΕΝ

ΤΟ

ΒΛΕΠΕΤΕ

ΣΚΟΤΩΣΤΕ ΤΗΝ

ΝΑ ΠΑΕΙ ΣΤΟ ΔΙΑΟΛΟ

κι ας πάω κι εγώ
μετά.


ή
να τη σέρνω στη σκιά μου.
σα φλεγόμενο μαντήλι.

Τετάρτη 6 Ιουλίου 2011

το κεντρί

άνοιξε την πόρτα
φύσηξε για λίγο, αέρας
μου κράτησε τα χέρια
και προσπάθησε
να με κρατήσει εκεί όρθια
"τώρα που υπάρχεις, το ξέρω πως γεννήθηκα για σένα"
ανάσανε δυο φορές δυνατά
κι εγώ κρατήθηκα εκεί κοκαλωμένη
και με τα δάκτυλα, ψηλάφισα για λίγο τα πλευρά του
"φύγε τώρα" ψέλλισα
"τώρα που μπορείς"


τον ένιωσα τότε να πατάει ακόμα πιο βαθιά τα πόδια του στο χώμα
ρίζωσε εκείνος, ρίζωσα κι εγώ
με κράταγε σφιχτά κι απ τα ρουθούνια του
έτρεχε πηχτό αίμα


Έτρεμε. Κι η γλώσσα μου σάλευε αργά.
Αρκούσε να γυαλίσουν τα μάτια του κι ήμουν χαμένη.
Στο έλεος της της πιο ανεπιτήδευτης ομορφιάς.
"δε σ' αφήνω, ούτε τώρα ούτε ποτέ, μ' ακούς;"
"είμαι μαύρη, είσαι πάλλευκος. Είμαι σκοτάδι, είσαι ολοφώτεινος, είμαι άρρωστη, είσαι ζωντανός. Είμαι θνητή."


Τότε μ' έσφιξε
μ' όλο του το σώμα.
"είσαι η ζωή"
για μια ζωή, χιλιάδες άλλες.
πήρα το κεντρί μου
και το 'χωσα στην τσέπη.
αχρηστεύτηκε, προσωρινώς.


"μη φύγεις..."


κι ύστερα με φωνή καταραμένη, με φωνή αγγέλου.

"δεν μας φτάνει,
αυτή η ζωή,
για να γευτούμε
ο ένας τον άλλο"


χαμήλωσα το βλέμμα και χαμογέλασα
"δε μας φτάνει."

Παρασκευή 1 Ιουλίου 2011

deep ends on me

σαν αυτούς που τρελάθηκαν πρόωρα
σαν αυτούς που κατάλαβαν
και τα μάτια τους σχίζαν το χώμα
ή σαν εκείνους που χάθηκαν
χωρίς να δουν
τ' αληθινά
όρια της ψυχής
κι ο θάνατος περπάτησε
από πάνω τους
σ' ένα σχοινί για την μπουγάδα.

τα τρίσβαθα: μεγάλη λέξη που δε χώρεσε,
σε μια μικρή ζωή.

Τρίτη 14 Ιουνίου 2011

ιχνάνθρωποι

Είδα έναν τυφλό άντρα να κάνει εξομολόγηση σε μια τυφλή. Εκείνος είχε γονατίσει γύρευε τα χέρια της, ψηλάφιζε τα δάκτυλά της, έβγαλε το δαχτυλίδι απ’ την τσέπη και της το φόρεσε, χαμογέλασε, κι εκείνη το διαιστάνθηκε κι ανταπέδωσε. Είδα ένα ζευγάρι να καταργείται την ώρα και τη στιγμή που γνωρίστηκε, η γυναίκα να τρέμει από μίσος για ‘κείνον που είχε ξαπλώσει ανάσκελα και πίεζε τη μύτη του στο μαξιλάρι, είχε πάρει μια έκφραση αλλόκοτη, ο χρόνος του είχε παραμορφώσει το πρόσωπο. Είδα ένα έφηβο κορίτσι να ‘χει σταυρώσει τα χέρια, να κάθεται σ’ ένα παγκάκι για μέρες, να ‘χει μείνει εκεί σχεδόν κοκαλωμένη καθώς έρχεται ένας άντρας σοβαρός να την αγκαλιάσει κι αυτή του ξεγλιστράει σα χέλι και υστερικά σπρώχνει το σώμα του απ’ το δικό της.

Είδα έναν άντρα να πέφτει, μα δεν πρόλαβα να κάνω ευχή.

Πέμπτη 9 Ιουνίου 2011

yesterday we died

Ο κόσμος αποτελείται από χιλιάδες μικρούς σπαραγμούς.
κόκκινες ιστορίες λιώνουν τις σάρκες μας, μας αφανίζουν.
Να κάνεις τη ζωή σου οικουμενική, αυτό είναι η τέχνη.
Να αφήνεις την τέφρα του χρόνου να διαπερνά το πύρινο κορμί σου
και συνάμα να σπας τη γη ανοίγοντας το δικό σου υπέροχο
μονάχο και χιλιοπονεμένο δρόμο προς το φως...


Αφού ο πιο βραχνός θάνατος έχει κυλήσει ήδη στις φλέβες.

Δευτέρα 6 Ιουνίου 2011

"είμαστε, λένε, ιστορίες του χθες"

αξίωμα: δεν υπάρχει τίποτα εδώ

και μετά έρχεσαι εσύ, πατάς μια μέρα τα ποδαράκια σου στο χώμα
έχεις μπρος τα μάτια σου ένα δρόμο αόρατο, ένα γραμμένο, μια φωτιά
που τρέφεις στην κοιλιά, ευλαβικά και πένθιμα.
Θα ξαναρχίσεις πάλι να το ράβεις, θα το μπαλώνεις, θα τρέμεις μη σκιστεί
κι ύστερα πάλι θα το διαλύεις, θα περπατάς στους τοίχους, τα βράδια θα ψάχνεις το φως το ιδιότροπο, που σου πήραν, δε θα χει νόημα να ξυπνήσεις το πρωί, θα κλαις για κάτι που 'χασες, μα δεν θα βλέπεις τι.

αξίωμα: ζούμε εδώ, για να χαριστούμε κάπου αλλού


και ξάφνου ανακαλύπτεις πως κάτω απ' αυτό το χώμα που πατάς και πέρα απ' τα όνειρα που βλέπεις, υπάρχει και μια θύελλα, μια διαστρεβλωμένη θηλιά που αιμορραγεί απεγνωσμένα, που σου ζητούσε να την ανακαλύψεις, τόσα χρόνια, τόσους αιώνες.
"τώρα που σε βρήκα" της λες "θα πεθάνω μαζί σου, θα πεθάνω για σένα, αρκεί να προλάβω, να προλάβω να σε ζήσω"

αξίωμα: τα πάντα είναι 'δω, κι εσύ στον αιθέρα

αφήνεις πίσω σου πατήματα, υακίνθους που σπάζουν , κραυγές, κραδασμούς.
Τρίζει το χώμα στο πέρασμά σου ενώ περπατάς σιωπηλός. Οι άλλοι δεν βλέπουν, ποτέ δεν είδαν, μα δεν πειράζει. Υπάρχει στη ζωή μας, λίγη ζωή ακόμα ν' απαγκιάζουμε. Αύριο δεν θα υπάρχεις, η τέφρα θα μείνει απ' τη φωτιά, μια παγωμένη άσφαλτος.
Μυρίζει ακόμα ο θάνατος κι από 'δω δεν τον προφταίνω, προσπαθώ να κοιτάξω μα τυφλώνομαι.
Με τύφλωσε το έρεβος
δεν είμαι πια εδώ.
είμαστε, λένε
ιστορίες
του χθές

Παρασκευή 27 Μαΐου 2011

Γράμμα

Ζηλεύει ο χρόνος, τα κορμιά μας.
Τ' απάνεμά μας όνειρα
Στα χέρια τα κρατώ
ακόμα
κι ανασαίνω
βαθιά στεγνά σιωπηλά
με αυτοσυγκράτηση
και αποθηκεύω τη βαθιά μου λύπη
για μετά.
Για τότε που δεν θα χω τίποτ' άλλο να μου απαλύνει τα μάτια
θα στέκω ώρα πολλή μπροστά στον καθρέφτη
αυτιστικά σχεδόν
κι η γνώριμη μορφή θα σωριαστεί
απότομα δυνατά πένθιμα
κι ο γαμημένος ο χρόνος
θα τρίξει τα δόντια
θα γελάσει ηλίθια.
Τα ζηλεύει τα κορμιά μας
να το θυμάσαι
μα όταν δε θα υπάρχω πια
θα 'ναι σαν να
έζησα όλα αυτά
που λαχτάρισα τόσο πολύ
την ώρα που η σκιά σου
πλησίαζε τα παπούτσια μου
τα πόδια μου, δεν τ' αγάπησα ποτέ
και στ' ορκίζομαι
την αυγή
θα εξομολογηθώ
Μέχρι τότε όμως μην πεθάνεις.
Μην πεθάνεις πρώτος, είναι ό,τι χειρότερο για τον κλονισμένο εγωισμό μου αυτή την ώρα.

Παρασκευή 20 Μαΐου 2011

ενώ οι κοσμοθύελλες προετοιμάζουν πεισματικά το θάνατό μου

λατρεύω αυτό που θα μπορούσε να είναι η ζωή μου
λατρεύω αυτά που ίσως κάποτε κάνω
λατρεύω τον υποθετκό κι απίθμενο εαυτό μου
κι όλα όσα θα μπορούσα να πω

τ' ασθενικά μου μάτια που δεν βλέπουν στ' αλήθεια
και την ψυχή μου ιερή κι απαρηγόρητη
το χείμαρό μου τον προσωπικό

θέλω να 'ναι για πάντα δικά μου αυτά τα χέρια
κι ας αχρηστεύονται κάθε φορά που προσπαθώ ν' αγγίξω τ' ανέγγιχτα.

Υπάρχει να ξέρεις εκείνη η ώρα
που ο λύκος μου θα καταπιεί τον ήλιο.

Δευτέρα 16 Μαΐου 2011

Τετάρτη 11 Μαΐου 2011

Κυριακή 8 Μαΐου 2011

όλοι σχιζοφρενικοί είμαστε - κι ανόθευτοι

όλοι σχιζοφρενικοί είμαστε - κι ανόθευτοι
ερωτευμένοι με την άρρητή μας γλώσσα
την άρνησή μας - την ανώφελη
και την πικρή ανοησία
που μας δέρνει.

Είμαστε έρμαια των σκιών μας - απομείναμε
μόνοι στη φλέβα των σκυλιών
και ριμαγμένοι από νοήματα - και λέξεις όπως
"τέλος"
στο τώρα, στο αύριο, στο τίποτα.


Στο βάθος ανόθευτοι, στην πράξη σχιζοφρενικοί.

४ ५ ८ ९ ० १ २ Η τελετή ७ ८ ४ १ ६ ५


Με των φωνητικών

Χορδών μου την ψυχή

Τρεκλίζω κόσμους

Μυστικά φτιαγμένους

Από λυγμούς ανείπωτους .

Λαρυγγισμοί στεγνοί κι υπόκωφοι

Κι αυτός ο χτύπος, και πάλι η φωνή.

Κι οι άνθρωποι, από τότε που εφευρέθηκαν

Φοβάμαι να υπάρξω.

Μα κάπου στην ανατομία μου

Αν με ξεκοίλιαζες να βρεις των σωθικών μου τ’ ανήμερα

Δε θα ‘βλεπες παρά μόνο

Έναν πατέρα

Και μια μάνα

Εκείνη στεγνωμένη απ’ τα δάκρια

Εκείνος σιωπηλός στην εντροπία του

Και με φωνές πάλι

Ν’ ανακαλώ

Των χαμένων πια αιώνων

Τη συμπάθια.

Τα άφιλτρα

Αέρα, λίγο αέρα μόνο τίποτ’ άλλο. Να βγω έξω, ο κόσμος μ’ αηδιάζει, τα πρόσωπα, τα λόγια, τα παπούτσια τους, θάνατος, μόνο λίγο έξω παρακαλώ να βγω! Το παράθυρο, το παράθυρο, είμαι στο έλεος του. Όλα περάσαν, περάσαν! Τ’ ακούς; Μια μέρα θα γελάω με τα χάλια μου τα εφηβικά. Μια μέρα θα ξεσπάσω σε γέλια, απροσδόκητα. Θ’ ανεβούν απ’ τον κόρφο μου ως τα τύμπανα των αφτιών, θα τυραννάνε το σώμα μου κι όμως εγώ θ’ αφρίζω από άθλιες σκέψεις. Μόνο μην κλάψεις, μην κλάψεις τώρα! Σε βλέπουν, θα χαρούν, μην κλάψεις. Μάζεψε τα κουράγια σου μέχρι ν’ ανοίξεις το παράθυρο, να πάρεις εκείνο τον αέρα, τον εύθραυστο. Με συγχωρείτε, μα ξέρετε, δεν σας βλέπω, δε βλέπω. Μόνο την κορφή της σκιάς μου να αγγίζει το χερούλι, πλησιάζω, να σέρνω μια εικόνα της θλίψης μου, στα έγκατα της γης πηγαίνω, αφήστε με, σ’ ένα παράθυρο, λίγο αέρα. Κι ο πόνος μου κραυγή, στις δυστυχισμένες σάρκες σας.
Έφτασα , το άνοιξα, έχωσα το κεφάλι μου απ’ έξω, πήρα δυο βαθιές ανάσες κι ύστερα ξανακάθισα. Όλα ήταν όπως πριν, μόνο που στα πνευμόνια μου είχα τον άνεμο που χρειαζόμουν. Και δεν έγινε τίποτ’ άλλο, στ’ αλήθεια, όλοι έμοιαζαν ευτυχισμένοι. Με ανοιχτό παράθυρο η αίθουσα έμοιαζε με ανοιξιάτικο λιβάδι.
Μετά ο κόσμος έφυγε. Έφυγα κι εγώ χωρίς κανένα απολύτως συναίσθημα. Χωρίς καμία συναίσθηση του εαυτού μου, του τι κάνω εδώ, τι έκανα, πόσα χρόνια έζησα και πόσα θα ζήσω ακόμα, την ύπαρξή μου μετρημένη στα δάκτυλα, και την ψυχή μου κόκκινη μεσ’ τ’ άφιλτρα όνειρά μου, τα πολλά εκείνα χρόνια της αιωνιότητάς μου, μιας αιωνιότητας τελείως προσωπικής, τελείως μοναδικής και την αυτοκαταστροφική μου άβγαλτη περηφάνια να τσουρουφλίζεται λίγο λίγο από ανεμόβγαλτες λάμπες πυρακτώσεως. Κι αν έχω ζωή, σίγουρα δεν είναι εδώ. Είναι κάπου αλλού, έξω απ’ το παράθυρο . Ίσως κι έξω απ’ τον κόσμο. Πέρα απ’ τα σύνορα, πέρα απ’ τις σειρήνες των ασθενοφόρων και τις αμαρτωλές ελπίδες των ψηλοτάβανων εκκλησιών. Και σίγουρα πολύ πιο πέρα απ’ τον ασθενικό εαυτό μου.