Τοις μετρητοίς
τα πήρε τα λάθη
όταν η πόρτα
έκλεισε με θόρυβο πίσω του
γελοτοποιοί θανάσιμοι χτυπάνε το σύρτη
κι ώσπου να συρθεί μέχρι εκεί
όλα θα χουν φύγει.
Εκεί που τελειώνουν οι λέξεις αρχίζει η ζωή.
Ή το ανάποδο.
Κυριακή 28 Αυγούστου 2011
Σάββατο 27 Αυγούστου 2011
Χρονικό
Έγειρε
Έκλαψε
Μέθυσε
Σκότωσε
Λύγισε
Γέλασε
Γεύτηκε
Ζάλισε
Τρέλανε
Φόβισε
Γέλασε
Έφτυσε
Έφυγε
Τρέλανε
Φώναξε
Ούρλιαξε
Γύρισε
Μέθυσε
Λύγισε
Κόλλησε
Άνοιξε
Έμαθε
Έγραψε
Έγραψε
Έγραψε
Μέθυσε
Ούρλιαξε
Έκλαψε
Σώπασε
Έπεσε
Έπεσε
Έμαθε
Έγραψε
Γεύτηκε
Έφτυσε
Πρόδωσε
Πρόδωσε
Φώναξε
Πέταξε
Χάθηκε
Γύρισε
Κάθισε
Έγραψε
Έγραψε
Έγραψε
Σώπασε
Έμαθε
Έμαθε
Φίλησε
Γεύτηκε
Φώναξε
Έχυσε
Έμαθε
Γέννησε
Έμαθε
Πρόδωσε
Έμαθε
Τρέλανε
Άφησε
Έμαθε
Έφυγε
Έφυγε
Έγραψε
Έβηξε
Λύγισε
Ούρλιαξε
Σώπασε
Έφτυσε
Έραψε
Έσκισε
Έσκισε
Χάραξε
Μάτωσε
Τσίριξε
Ούρλιαξε
Έζησε
Έζησε
Έζησε
Έζησε
Έζησε
Έζησε
Φώναξε
Φώναξε
Έγραψε
Έπαιξε
Έχασε
Έσβησε
Έκλαψε
Μέθυσε
Σκότωσε
Λύγισε
Γέλασε
Γεύτηκε
Ζάλισε
Τρέλανε
Φόβισε
Γέλασε
Έφτυσε
Έφυγε
Τρέλανε
Φώναξε
Ούρλιαξε
Γύρισε
Μέθυσε
Λύγισε
Κόλλησε
Άνοιξε
Έμαθε
Έγραψε
Έγραψε
Έγραψε
Μέθυσε
Ούρλιαξε
Έκλαψε
Σώπασε
Έπεσε
Έπεσε
Έμαθε
Έγραψε
Γεύτηκε
Έφτυσε
Πρόδωσε
Πρόδωσε
Φώναξε
Πέταξε
Χάθηκε
Γύρισε
Κάθισε
Έγραψε
Έγραψε
Έγραψε
Σώπασε
Έμαθε
Έμαθε
Φίλησε
Γεύτηκε
Φώναξε
Έχυσε
Έμαθε
Γέννησε
Έμαθε
Πρόδωσε
Έμαθε
Τρέλανε
Άφησε
Έμαθε
Έφυγε
Έφυγε
Έγραψε
Έβηξε
Λύγισε
Ούρλιαξε
Σώπασε
Έφτυσε
Έραψε
Έσκισε
Έσκισε
Χάραξε
Μάτωσε
Τσίριξε
Ούρλιαξε
Έζησε
Έζησε
Έζησε
Έζησε
Έζησε
Έζησε
Φώναξε
Φώναξε
Έγραψε
Έπαιξε
Έχασε
Έσβησε
Τρίτη 23 Αυγούστου 2011
Active Member - Καμπάνα (ποίηση Κώστα Βάρναλη)
Μες το δροσάνεμο
που αναγαλλιάζω
κι ο νους βυθίζεται
σε χάος γαλάζιο
Ανθρώποι αφήστε με
να ξεχαστώ
φωτοπερίχυτη,
στόμα κλειστό.
Ποιο χέρι απλώθηκε
να με σπαράξει;
απ’ το χρυσόνειρο
στη μαύρη πράξη!
Ο πρώτος ήχος μου
πρώτη πληγή.
Με τραβάς, αίμα μου
ξανά στη Γη.
Ω! σεις χαμόσυρτα
λέρα σκουλήκια,
η άλαμπη ζήση σας
ζήση ναι δίκια!
Μια τρύπα ο κόσμος σας
και μέσα κει
ο Χάρος λύτρωση
κι ώρα γλυκή.
Δεν είναι κέντρισμα
να σας κουνήσει,
κορμιά, που η άλυσσο
τα ’χει τσακίσει!
Σκέψη, ποιος άνεμος
θέ ν’ αξιωθεί
να σ’ ανατάραζε,
σκότος βαθή;
Πίσου απ’ τα λόγια μου
πικρά φαρμάκι,
τι κόσμοι απέραντοι
βυθοί λουλάκι!
Μάτι δε βρίσκεται
να θαμπωθεί
κι αφτί δε βρίσκεται
να λιγωθεί;
Να ταν να ξήλωνεν
απ’ την καρδιά μου
Θέληση αβάσταγη
τ’ άγρια καρφιά μου
και να με σήκωνες
μ’ άξιο φτερό
σκέψη που μέστωσες
με τον καιρό.
απ’ την καρδιά μου
Θέληση αβάσταγη
τ’ άγρια καρφιά μου
και να με σήκωνες
μ’ άξιο φτερό
σκέψη που μέστωσες
με τον καιρό.
Πάνω από θάλασσες
πάνω από χώρες
με τους καλόκαιρους
και με τις μπόρες
να με κατέβαζεν αγαλινά
όπου τ’ ανθρώπινο
πλήθος πονά.
Σε μίνες φόνισσες
μπουχές καζέρνες,
λιμάνια ολόκαπνα,
βοερές ταβέρνες,
σπιτάλια σκοτεινά
και φυλακές,
μπορντέλ’ ακάθαρτα
και προσευκές.
Στα στήθια να μπαινα
σαν την ανάσα,
σφυγμός βαθύρριζος
στις φλέβες μέσα
στο νου σαν άστραμα
και στην ψυχή,
ν’ αχούσ’ αδιάκοπα
τη διδαχή:
«Όλα τελειώνουνε
κι όλα περνάνε!
Ιδέες βασίλισσες
κακογερνάνε.
Στις νέες ανάγκες σου
(κόπος βαρής!)
σκοπούς αλάθεφτους
κοίτα να βρεις.»
«Αν είν’ η σκέψη σου
πριν από σένα,
δεν είναι απόκομμα
θεού και γέννα.
Τη σκλάβα σκέψη σου, σκλάβα δετή
σου τηνε πλάσανε
οι Δυνατοί.»
«Φτωχέ, σου μάραναν
κόποι και πόνοι
τη θέληση άβουλη
πιωμένη αφιόνι!
Αν είναι ο λάκκος σου
πολύ βαθής,
χρέος με τα χέρια σου
να σηκωθείς»!
«Τ’ άσκημα χέρια σου,
των όλω αιτία,
βαστάνε μάργελη
την πολιτεία!
Βγαίνει απ’ τα χέρια σου
κάθε αγαθό
του ωραίου περίθετο
το χρυσανθό.»
Σφίξε τα χέρια σου,
για Σένα κράτει
τ’ άμοιαστον έργο σου,
την Πλάση ακράτη
κι όλο ανεβαίνοντας
προς τη Χαρά
μέσα σου θά 'νιωθες
άστρων σπορά.»
Κι όπου σε σφάζουνε
δεμένον πίσου,
να βρόνταα άξαφνα
σεισμός αβύσσου,
χίλι’ αστροπέλεκα:
«Δεν είναι μπρος!
Είναι από πίσω σου
κρυφός οχτρός»!
Σάββατο 20 Αυγούστου 2011
ο αναπτήρας
ο θεός
κατέβηκε στη γη και μου ζήτησε ψιλά
φεύγοντας μου κλεισε το μάτι: "τώρα ξέρεις"
ο Μπουκόβσκι με τη Ζατέλη έπεσαν στη θάλασσα
τα νερά ήταν κρύα
οι σελίδες τους ζεστές
η ακοσμία
κρατάει μούτρα ακόμη στον κόσμο
το προξενιό μου δεν έπιασε
οι ειδήσεις
απαγγέλουν λόγια τρελών
το 'πε ο Βέντερς προχθές
Όσοι δε υπήρξαν ποτέ
τραγουδούν Tom Waits
και παίζουν χαρτιά
και τότε αντιλήφθηκα
πως ο θεός
ξέχασε τον αναπτήρα του
κατέβηκε στη γη και μου ζήτησε ψιλά
φεύγοντας μου κλεισε το μάτι: "τώρα ξέρεις"
ο Μπουκόβσκι με τη Ζατέλη έπεσαν στη θάλασσα
τα νερά ήταν κρύα
οι σελίδες τους ζεστές
η ακοσμία
κρατάει μούτρα ακόμη στον κόσμο
το προξενιό μου δεν έπιασε
οι ειδήσεις
απαγγέλουν λόγια τρελών
το 'πε ο Βέντερς προχθές
Όσοι δε υπήρξαν ποτέ
τραγουδούν Tom Waits
και παίζουν χαρτιά
και τότε αντιλήφθηκα
πως ο θεός
ξέχασε τον αναπτήρα του
κάποιος θάνατος χωρίς ιδιαίτερο νόημα
όλα τελείωσαν ένα βράδυ που έβρεχε
έκανε κρύο στο διάδρομο
που είχε πολλές χαραμάδες
τα δωμάτια ήταν μουντά αλλά στεγνά
τα ρούχα πεταμένα
όλοι έλλειπαν
μια μυρωδιά από υδράργυρο μόνο
και πέντε μπουκάλια αποσμητικό,
δύο βότκες και μια κόκα κόλα
ζούσε μόνος
κάποιος περπάτησε πάνω σ' ένα έλατο
κάποιος έδειξε με έκπληξη έναν άντρα πάνω σ' ένα δέντρο
κάποιος γέλασε με κάποιον που έδειχνε τον ουρανό
κάποιος τρόμαξε με κάποιον που γελούσε δυνατά
κάποιος πέθανε προληπτικά βλέποντας κάποιον τρομαγμένο
κι όλα γι' αυτόν τελείωσαν ένα βράδυ που έβρεχε.
δεν είχε κάποιο ιδιαίτερο νόημα
όλοι έλλειπαν
και τα σεντόνια μύριζαν νέφτι
έκανε κρύο στο διάδρομο
που είχε πολλές χαραμάδες
τα δωμάτια ήταν μουντά αλλά στεγνά
τα ρούχα πεταμένα
όλοι έλλειπαν
μια μυρωδιά από υδράργυρο μόνο
και πέντε μπουκάλια αποσμητικό,
δύο βότκες και μια κόκα κόλα
ζούσε μόνος
κάποιος περπάτησε πάνω σ' ένα έλατο
κάποιος έδειξε με έκπληξη έναν άντρα πάνω σ' ένα δέντρο
κάποιος γέλασε με κάποιον που έδειχνε τον ουρανό
κάποιος τρόμαξε με κάποιον που γελούσε δυνατά
κάποιος πέθανε προληπτικά βλέποντας κάποιον τρομαγμένο
κι όλα γι' αυτόν τελείωσαν ένα βράδυ που έβρεχε.
δεν είχε κάποιο ιδιαίτερο νόημα
όλοι έλλειπαν
και τα σεντόνια μύριζαν νέφτι
ο περαστικός
και μετά με ρώτησε
"εσύ τι μπορείς να κάνεις;"
απάντησα
"μπορώ να χύνω λέξεις στα πατώματα, μπορώ να φωνάζω μέχρι ν' αρπάξουν φωτιά οι φωνητικές μου χορδές, μπορώ,(κατάπια) να βλέπω τη ζωή μου σε καρέ χωρίς να χω πεθάνει, μπορώ να πεθαίνω και να ξαναρχίζω, μπορώ να προχωράω με τα χέρια και να μιλάω με τα μάτια, μπορώ κάνω έρωτα ένα 24ωρο σερί, μπορώ να γελάω ένα 24ωρο, να βαράω τα μπαούλα σαν να 'ναι καχόν, να γεμίζω τις τσέπες μου με αίμα όταν - "
"φτάνει.
εννοούσα, τι μπορείς να κάνεις για να με βοηθήσεις"
"α... δεν μπορώ να βοηθήσω κανέναν... μπορώ να σου γράψω κάτι όμως, θα 'ναι τόσο αληθινό όσο η ζωή σου, ίσως και πιο συναρπαστικό, θα είναι... βασικά αυτό τον καιρό, (κατάπια ξανά) -
άστο"
έπιασα το κεφάλι μου με το χέρι
με κοίταξε
"πες μου, αυτό τον καιρό τι;"
"μπορούμε να προχωρήσουμε λίγο πιο κάτω και θα σου πω"
και φύγαμε, και λίγο πιο κάτω έσκασε η νάρκη, εμένα με πήρε ξόφαλτσα, εκείνος δεν τη γλίτωσε.
Λυπήθηκα.
"εσύ τι μπορείς να κάνεις;"
απάντησα
"μπορώ να χύνω λέξεις στα πατώματα, μπορώ να φωνάζω μέχρι ν' αρπάξουν φωτιά οι φωνητικές μου χορδές, μπορώ,(κατάπια) να βλέπω τη ζωή μου σε καρέ χωρίς να χω πεθάνει, μπορώ να πεθαίνω και να ξαναρχίζω, μπορώ να προχωράω με τα χέρια και να μιλάω με τα μάτια, μπορώ κάνω έρωτα ένα 24ωρο σερί, μπορώ να γελάω ένα 24ωρο, να βαράω τα μπαούλα σαν να 'ναι καχόν, να γεμίζω τις τσέπες μου με αίμα όταν - "
"φτάνει.
εννοούσα, τι μπορείς να κάνεις για να με βοηθήσεις"
"α... δεν μπορώ να βοηθήσω κανέναν... μπορώ να σου γράψω κάτι όμως, θα 'ναι τόσο αληθινό όσο η ζωή σου, ίσως και πιο συναρπαστικό, θα είναι... βασικά αυτό τον καιρό, (κατάπια ξανά) -
άστο"
έπιασα το κεφάλι μου με το χέρι
με κοίταξε
"πες μου, αυτό τον καιρό τι;"
"μπορούμε να προχωρήσουμε λίγο πιο κάτω και θα σου πω"
και φύγαμε, και λίγο πιο κάτω έσκασε η νάρκη, εμένα με πήρε ξόφαλτσα, εκείνος δεν τη γλίτωσε.
Λυπήθηκα.
Τετάρτη 10 Αυγούστου 2011
What can never be lost is gone, It's stolen in a way.
The Beast it cometh, cometh down
Το κήτος
κατάπιε
ότι απόμεινε απ' τη φωτιά
που με τόσο κόπο
ανάψαμε.
Άνοιξε το μεγάλο στόμα του
καταβρόχθησε
τον Άνεμο, το Βλέμμα, τη Γιορτή
τη Νιότη, τ' Αστέρια, το Θάνατο
κι έπνιξε
τη θάλασσα
όπως της άξιζε
είπε.
Ύστερα ρέφτηκε
κι αφού είχε μείνει πια μόνο
στο σύμπαν
έφυγε
απ' την πίσω πόρτα
που κανείς μας
ως τότε
δεν είχε προσέξει.
Evil things brought down by the light
Life goes on until the end.
Το κήτος
κατάπιε
ότι απόμεινε απ' τη φωτιά
που με τόσο κόπο
ανάψαμε.
Άνοιξε το μεγάλο στόμα του
καταβρόχθησε
τον Άνεμο, το Βλέμμα, τη Γιορτή
τη Νιότη, τ' Αστέρια, το Θάνατο
κι έπνιξε
τη θάλασσα
όπως της άξιζε
είπε.
Ύστερα ρέφτηκε
κι αφού είχε μείνει πια μόνο
στο σύμπαν
έφυγε
απ' την πίσω πόρτα
που κανείς μας
ως τότε
δεν είχε προσέξει.
Evil things brought down by the light
Life goes on until the end.
Παρασκευή 5 Αυγούστου 2011
αναλγητικό (2)
Να φύγω
Να μην μείνει τίποτα από μένα εδώ
Τίποτα που να θυμίζει
τη βλέννα
Δεν είναι φυλακές
οι λέξεις, ούτε τίποτα σημαντικό
αυτά που γράφω.
Απλώς μ' αρέσει
Που είμαι τώρα εδώ
Χωρίς αναλγητικά.
Δεν έχει έρθει
ακόμα η ώρα που θα εξομολογηθούμε
στα σκυλιά.
οι δαίμονες αράξαν
στο μπαλκόνι
άρα
το σύμπαν διαστέλλεται
Πάνω στο σχοινί
απλώνει ο τρελός
το σύμπαν
Μ' αρέσει
Που είμαι τώρα εδώ
Χωρίς αναλγητικά
Μ' αρέσει
που δεν έχω αιτία
Μ' αρέσει
που οι γαλαξίες τρίζουν
κι εγώ τους ακούω
Μ' αρέσει
που η κίνησή τους
είναι χαοτική
Ας μη μιλάει κανείς μας
ας ακούσουμε όλοι τ' αστέρια.
Εγώ
θέλω μόνο να δω
πού θα με βγάλει.
Να μην μείνει τίποτα από μένα εδώ
Τίποτα που να θυμίζει
τη βλέννα
Δεν είναι φυλακές
οι λέξεις, ούτε τίποτα σημαντικό
αυτά που γράφω.
Απλώς μ' αρέσει
Που είμαι τώρα εδώ
Χωρίς αναλγητικά.
Δεν έχει έρθει
ακόμα η ώρα που θα εξομολογηθούμε
στα σκυλιά.
οι δαίμονες αράξαν
στο μπαλκόνι
άρα
το σύμπαν διαστέλλεται
Πάνω στο σχοινί
απλώνει ο τρελός
το σύμπαν
Μ' αρέσει
Που είμαι τώρα εδώ
Χωρίς αναλγητικά
Μ' αρέσει
που δεν έχω αιτία
Μ' αρέσει
που οι γαλαξίες τρίζουν
κι εγώ τους ακούω
Μ' αρέσει
που η κίνησή τους
είναι χαοτική
Ας μη μιλάει κανείς μας
ας ακούσουμε όλοι τ' αστέρια.
Εγώ
θέλω μόνο να δω
πού θα με βγάλει.
Τετάρτη 27 Ιουλίου 2011
απόσβεση
υπάρχουν μέρες που πέρασαν χωρίς να μάθω ποτέ την ημερομηνία τους
υπάρχουν άνθρωποι που έφυγαν χωρίς ν' ακούσω ποτέ τη φωνή τους ή να μάθω έστω τ' όνομά τους
υπάρχουν συλλαβές φρικτές και συλλαβές με νόημα
υπάρχουν γράμματα χωρίς νόημα
υπάρχουν φανταστικοί αριθμοί, συναρτήσεις που δεν ορίστηκαν
υπάρχουν στιγμές που σακατεύουν, και στιγμές χαμένες
υπάρχουν ζωές που χαραμίζονται, ζωές που ξεπερνούν ή ξεπερνιούνται
υπάρχουν θάλασσες που τρέμουν όταν τις αγγίζεις
παρθένες θάλασσες, που δεν αφήνουν την περηφάνια τους στην άκρη
υπάρχουν ποιήματα που μ' έκαναν περήφανη, και ποιήματα που με διέλυσαν
υπάρχουν χρόνια που με προσπέρασαν
απαγορευμένα λόγια που σπαρτάρισαν στις πληγές μας κοντά
υπάρχουν φυλακές άγνωστες, φυλακές πένθιμες, προσωπικές φυλακές, ονειρικές
υπάρχουν τραγούδια που θα σε κάνουν να κλάψεις ή να δεις καθαρά ή να χορέψεις ή να γελάσεις δυνατά
υπάρχουν γέλια που ξεπλένουν τις ψυχές και γέλια που τις απογυμνώνουν
υπάρχουν γυναίκες που σέβονται τα γεννητικά τους όργανα,
υπάρχουν μητέρες, πουτάνες, ιερές γυναίκες
υπάρχουν άντρες που δε σέβονται τις γυναίκες
υπάρχουν έρωτες που δε σεβάστηκαν τίποτα
υπάρχουν έρωτες που ξαγρυπνούν αυτοκτονώντας κάθε νύχτα
υπάρχουν έρωτες που δεν υπήρξαν στ' αλήθεια
υπάρχουν παιδιά που δεν αγάπησαν τίποτα ή δεν είχαν κάτι ν' αγαπήσουν
υπάρχουν βιβλιοθήκες, υπάρχουν κόσμοι πράσινοι, στόματα δύστροπα, σερβιτόροι που εκτιμούν τη λογοτεχνία,
υπάρχουν βλέμματα κενά, πνευμόνια γεμάτα, φρύδια σηκωμένα,
μύτες ανοιγμένες, πόδια κλειστά
υπάρχουν μάτια που σχίσαν πεδιάδες
υπάρχουν ναρκωτικά που σου κλείνουν τα μάτια
υπάρχουν στίχοι καρφιτσωμένοι στα ρούχα, στους τοίχους, στις παλάμες
υπάρχουν αστέρια που δεν θα πρεπε να υπάρχουν
υπάρχουν νύχτες που χάθηκαν και νύχτες που χαράχτηκαν
υπάρχουν φωνητικές χορδές που σπάνε, και άλλες που βγάζουν CD
υπάρχουν λέξεις που γδέρνουν, και λέξεις που κοχλάζουν
υπάρχουν όνειρα που καταπίνονται αμάσητα και όνειρα που μετουσιώνονται
υπάρχουν ισοφάγοι που γρέδρνονται
υπάρχει νερό πού και πού στην έρημο
κι αυτό είναι το νερό το πολύτιμο
υπάρχουν καταράχτες και ξυρασίες, πόρτες που τρίζουν, χαραμάδες που σιωπούν
υπάρχουν νότες στον αέρα και νότες κάτω απ' το χώμα
υπάρχουν θύμισες, μνήμες παντού
υπάρχουν όρια, για όλους και για κανέναν,
νοητές γραμμές,
περπατισιές στον Άδη ή στο Θεό
υπάρχει ο χρόνος, υπάρχει το χάος, υπάρχει η ζωή
άρα υπάρχει ελπίδα......
υπάρχουν άνθρωποι που έφυγαν χωρίς ν' ακούσω ποτέ τη φωνή τους ή να μάθω έστω τ' όνομά τους
υπάρχουν συλλαβές φρικτές και συλλαβές με νόημα
υπάρχουν γράμματα χωρίς νόημα
υπάρχουν φανταστικοί αριθμοί, συναρτήσεις που δεν ορίστηκαν
υπάρχουν στιγμές που σακατεύουν, και στιγμές χαμένες
υπάρχουν ζωές που χαραμίζονται, ζωές που ξεπερνούν ή ξεπερνιούνται
υπάρχουν θάλασσες που τρέμουν όταν τις αγγίζεις
παρθένες θάλασσες, που δεν αφήνουν την περηφάνια τους στην άκρη
υπάρχουν ποιήματα που μ' έκαναν περήφανη, και ποιήματα που με διέλυσαν
υπάρχουν χρόνια που με προσπέρασαν
απαγορευμένα λόγια που σπαρτάρισαν στις πληγές μας κοντά
υπάρχουν φυλακές άγνωστες, φυλακές πένθιμες, προσωπικές φυλακές, ονειρικές
υπάρχουν τραγούδια που θα σε κάνουν να κλάψεις ή να δεις καθαρά ή να χορέψεις ή να γελάσεις δυνατά
υπάρχουν γέλια που ξεπλένουν τις ψυχές και γέλια που τις απογυμνώνουν
υπάρχουν γυναίκες που σέβονται τα γεννητικά τους όργανα,
υπάρχουν μητέρες, πουτάνες, ιερές γυναίκες
υπάρχουν άντρες που δε σέβονται τις γυναίκες
υπάρχουν έρωτες που δε σεβάστηκαν τίποτα
υπάρχουν έρωτες που ξαγρυπνούν αυτοκτονώντας κάθε νύχτα
υπάρχουν έρωτες που δεν υπήρξαν στ' αλήθεια
υπάρχουν παιδιά που δεν αγάπησαν τίποτα ή δεν είχαν κάτι ν' αγαπήσουν
υπάρχουν βιβλιοθήκες, υπάρχουν κόσμοι πράσινοι, στόματα δύστροπα, σερβιτόροι που εκτιμούν τη λογοτεχνία,
υπάρχουν βλέμματα κενά, πνευμόνια γεμάτα, φρύδια σηκωμένα,
μύτες ανοιγμένες, πόδια κλειστά
υπάρχουν μάτια που σχίσαν πεδιάδες
υπάρχουν ναρκωτικά που σου κλείνουν τα μάτια
υπάρχουν στίχοι καρφιτσωμένοι στα ρούχα, στους τοίχους, στις παλάμες
υπάρχουν αστέρια που δεν θα πρεπε να υπάρχουν
υπάρχουν νύχτες που χάθηκαν και νύχτες που χαράχτηκαν
υπάρχουν φωνητικές χορδές που σπάνε, και άλλες που βγάζουν CD
υπάρχουν λέξεις που γδέρνουν, και λέξεις που κοχλάζουν
υπάρχουν όνειρα που καταπίνονται αμάσητα και όνειρα που μετουσιώνονται
υπάρχουν ισοφάγοι που γρέδρνονται
υπάρχει νερό πού και πού στην έρημο
κι αυτό είναι το νερό το πολύτιμο
υπάρχουν καταράχτες και ξυρασίες, πόρτες που τρίζουν, χαραμάδες που σιωπούν
υπάρχουν νότες στον αέρα και νότες κάτω απ' το χώμα
υπάρχουν θύμισες, μνήμες παντού
υπάρχουν όρια, για όλους και για κανέναν,
νοητές γραμμές,
περπατισιές στον Άδη ή στο Θεό
υπάρχει ο χρόνος, υπάρχει το χάος, υπάρχει η ζωή
άρα υπάρχει ελπίδα......
Τετάρτη 20 Ιουλίου 2011
το μαντήλι
είναι
στα νύχια μας
ο θάνατος
στις φλέβες μόνο η απουσία
και στους αδένες
τίποτα
που να θυμίζει
τα πρόσωπα ή τα πέλματα
αυτών που δεν υπάρχουν πια.
μικρότερη από σπόρο
ζαρωμένα μέλη
κι ωστόσο άνθρωπος
ακόμη.
άσπρη παντού
οστά ανύπαρκτα σχεδόν
σάλιο πηχτό
πληγές στο σώμα
κι ωστόσο άνθρωπος
ογδόντα χρόνια τώρα.
αρχίσαν να φλέγονται τα μάτια της.
''σκοτώστε την! σκοτώστε την πια!
μα επιτέλους, δεν το βλέπετε;
υποφέρει!''
διαολεμένος φώναζε στους άλλους
κι εκεί που δεν υπάρχει πια ζωή
άκουγα μόνο τις φωνές
''μα γιατί δεν τη σκοτώνει αυτός;''
έλεγα εγώ από μέσα μου.
Αυτός.
που τόσα χρόνια
δεν αγάπησε πιότερο καμιά.
''δεν μπορώ''
λύγισε εκείνος
και συνάμα
ούρλιαζε και χτυπιόταν.
κάθε τόσο τις έριχνε πονεμένα βλέμματα
βλέμματα γεμάτα σκόνη
τα μάτια της είχαν πάρει φωτιά
δεν ήταν πια τίποτα
ΠΕΘΑΙΝΕΙ
ΔΕΝ
ΤΟ
ΒΛΕΠΕΤΕ
ΣΚΟΤΩΣΤΕ ΤΗΝ
ΝΑ ΠΑΕΙ ΣΤΟ ΔΙΑΟΛΟ
κι ας πάω κι εγώ
μετά.
ή
να τη σέρνω στη σκιά μου.
σα φλεγόμενο μαντήλι.
στα νύχια μας
ο θάνατος
στις φλέβες μόνο η απουσία
και στους αδένες
τίποτα
που να θυμίζει
τα πρόσωπα ή τα πέλματα
αυτών που δεν υπάρχουν πια.
μικρότερη από σπόρο
ζαρωμένα μέλη
κι ωστόσο άνθρωπος
ακόμη.
άσπρη παντού
οστά ανύπαρκτα σχεδόν
σάλιο πηχτό
πληγές στο σώμα
κι ωστόσο άνθρωπος
ογδόντα χρόνια τώρα.
αρχίσαν να φλέγονται τα μάτια της.
''σκοτώστε την! σκοτώστε την πια!
μα επιτέλους, δεν το βλέπετε;
υποφέρει!''
διαολεμένος φώναζε στους άλλους
κι εκεί που δεν υπάρχει πια ζωή
άκουγα μόνο τις φωνές
''μα γιατί δεν τη σκοτώνει αυτός;''
έλεγα εγώ από μέσα μου.
Αυτός.
που τόσα χρόνια
δεν αγάπησε πιότερο καμιά.
''δεν μπορώ''
λύγισε εκείνος
και συνάμα
ούρλιαζε και χτυπιόταν.
κάθε τόσο τις έριχνε πονεμένα βλέμματα
βλέμματα γεμάτα σκόνη
τα μάτια της είχαν πάρει φωτιά
δεν ήταν πια τίποτα
ΠΕΘΑΙΝΕΙ
ΔΕΝ
ΤΟ
ΒΛΕΠΕΤΕ
ΣΚΟΤΩΣΤΕ ΤΗΝ
ΝΑ ΠΑΕΙ ΣΤΟ ΔΙΑΟΛΟ
κι ας πάω κι εγώ
μετά.
ή
να τη σέρνω στη σκιά μου.
σα φλεγόμενο μαντήλι.
Τετάρτη 6 Ιουλίου 2011
το κεντρί
άνοιξε την πόρτα
φύσηξε για λίγο, αέρας
μου κράτησε τα χέρια
και προσπάθησε
να με κρατήσει εκεί όρθια
"τώρα που υπάρχεις, το ξέρω πως γεννήθηκα για σένα"
ανάσανε δυο φορές δυνατά
κι εγώ κρατήθηκα εκεί κοκαλωμένη
και με τα δάκτυλα, ψηλάφισα για λίγο τα πλευρά του
"φύγε τώρα" ψέλλισα
"τώρα που μπορείς"
τον ένιωσα τότε να πατάει ακόμα πιο βαθιά τα πόδια του στο χώμα
ρίζωσε εκείνος, ρίζωσα κι εγώ
με κράταγε σφιχτά κι απ τα ρουθούνια του
έτρεχε πηχτό αίμα
Έτρεμε. Κι η γλώσσα μου σάλευε αργά.
Αρκούσε να γυαλίσουν τα μάτια του κι ήμουν χαμένη.
Στο έλεος της της πιο ανεπιτήδευτης ομορφιάς.
"δε σ' αφήνω, ούτε τώρα ούτε ποτέ, μ' ακούς;"
"είμαι μαύρη, είσαι πάλλευκος. Είμαι σκοτάδι, είσαι ολοφώτεινος, είμαι άρρωστη, είσαι ζωντανός. Είμαι θνητή."
Τότε μ' έσφιξε
μ' όλο του το σώμα.
"είσαι η ζωή"
για μια ζωή, χιλιάδες άλλες.
πήρα το κεντρί μου
και το 'χωσα στην τσέπη.
αχρηστεύτηκε, προσωρινώς.
"μη φύγεις..."
κι ύστερα με φωνή καταραμένη, με φωνή αγγέλου.
"δεν μας φτάνει,
αυτή η ζωή,
για να γευτούμε
ο ένας τον άλλο"
χαμήλωσα το βλέμμα και χαμογέλασα
"δε μας φτάνει."
φύσηξε για λίγο, αέρας
μου κράτησε τα χέρια
και προσπάθησε
να με κρατήσει εκεί όρθια
"τώρα που υπάρχεις, το ξέρω πως γεννήθηκα για σένα"
ανάσανε δυο φορές δυνατά
κι εγώ κρατήθηκα εκεί κοκαλωμένη
και με τα δάκτυλα, ψηλάφισα για λίγο τα πλευρά του
"φύγε τώρα" ψέλλισα
"τώρα που μπορείς"
τον ένιωσα τότε να πατάει ακόμα πιο βαθιά τα πόδια του στο χώμα
ρίζωσε εκείνος, ρίζωσα κι εγώ
με κράταγε σφιχτά κι απ τα ρουθούνια του
έτρεχε πηχτό αίμα
Έτρεμε. Κι η γλώσσα μου σάλευε αργά.
Αρκούσε να γυαλίσουν τα μάτια του κι ήμουν χαμένη.
Στο έλεος της της πιο ανεπιτήδευτης ομορφιάς.
"δε σ' αφήνω, ούτε τώρα ούτε ποτέ, μ' ακούς;"
"είμαι μαύρη, είσαι πάλλευκος. Είμαι σκοτάδι, είσαι ολοφώτεινος, είμαι άρρωστη, είσαι ζωντανός. Είμαι θνητή."
Τότε μ' έσφιξε
μ' όλο του το σώμα.
"είσαι η ζωή"
για μια ζωή, χιλιάδες άλλες.
πήρα το κεντρί μου
και το 'χωσα στην τσέπη.
αχρηστεύτηκε, προσωρινώς.
"μη φύγεις..."
κι ύστερα με φωνή καταραμένη, με φωνή αγγέλου.
"δεν μας φτάνει,
αυτή η ζωή,
για να γευτούμε
ο ένας τον άλλο"
χαμήλωσα το βλέμμα και χαμογέλασα
"δε μας φτάνει."
Παρασκευή 1 Ιουλίου 2011
deep ends on me
σαν αυτούς που τρελάθηκαν πρόωρα
σαν αυτούς που κατάλαβαν
και τα μάτια τους σχίζαν το χώμα
ή σαν εκείνους που χάθηκαν
χωρίς να δουν
τ' αληθινά
όρια της ψυχής
κι ο θάνατος περπάτησε
από πάνω τους
σ' ένα σχοινί για την μπουγάδα.
τα τρίσβαθα: μεγάλη λέξη που δε χώρεσε,
σε μια μικρή ζωή.
σαν αυτούς που κατάλαβαν
και τα μάτια τους σχίζαν το χώμα
ή σαν εκείνους που χάθηκαν
χωρίς να δουν
τ' αληθινά
όρια της ψυχής
κι ο θάνατος περπάτησε
από πάνω τους
σ' ένα σχοινί για την μπουγάδα.
τα τρίσβαθα: μεγάλη λέξη που δε χώρεσε,
σε μια μικρή ζωή.
Τρίτη 14 Ιουνίου 2011
ιχνάνθρωποι
Είδα έναν τυφλό άντρα να κάνει εξομολόγηση σε μια τυφλή. Εκείνος είχε γονατίσει γύρευε τα χέρια της, ψηλάφιζε τα δάκτυλά της, έβγαλε το δαχτυλίδι απ’ την τσέπη και της το φόρεσε, χαμογέλασε, κι εκείνη το διαιστάνθηκε κι ανταπέδωσε. Είδα ένα ζευγάρι να καταργείται την ώρα και τη στιγμή που γνωρίστηκε, η γυναίκα να τρέμει από μίσος για ‘κείνον που είχε ξαπλώσει ανάσκελα και πίεζε τη μύτη του στο μαξιλάρι, είχε πάρει μια έκφραση αλλόκοτη, ο χρόνος του είχε παραμορφώσει το πρόσωπο. Είδα ένα έφηβο κορίτσι να ‘χει σταυρώσει τα χέρια, να κάθεται σ’ ένα παγκάκι για μέρες, να ‘χει μείνει εκεί σχεδόν κοκαλωμένη καθώς έρχεται ένας άντρας σοβαρός να την αγκαλιάσει κι αυτή του ξεγλιστράει σα χέλι και υστερικά σπρώχνει το σώμα του απ’ το δικό της.
Είδα έναν άντρα να πέφτει, μα δεν πρόλαβα να κάνω ευχή.
Είδα έναν άντρα να πέφτει, μα δεν πρόλαβα να κάνω ευχή.
Πέμπτη 9 Ιουνίου 2011
yesterday we died
Ο κόσμος αποτελείται από χιλιάδες μικρούς σπαραγμούς.
κόκκινες ιστορίες λιώνουν τις σάρκες μας, μας αφανίζουν.
Να κάνεις τη ζωή σου οικουμενική, αυτό είναι η τέχνη.
Να αφήνεις την τέφρα του χρόνου να διαπερνά το πύρινο κορμί σου
και συνάμα να σπας τη γη ανοίγοντας το δικό σου υπέροχο
μονάχο και χιλιοπονεμένο δρόμο προς το φως...
Αφού ο πιο βραχνός θάνατος έχει κυλήσει ήδη στις φλέβες.
κόκκινες ιστορίες λιώνουν τις σάρκες μας, μας αφανίζουν.
Να κάνεις τη ζωή σου οικουμενική, αυτό είναι η τέχνη.
Να αφήνεις την τέφρα του χρόνου να διαπερνά το πύρινο κορμί σου
και συνάμα να σπας τη γη ανοίγοντας το δικό σου υπέροχο
μονάχο και χιλιοπονεμένο δρόμο προς το φως...
Αφού ο πιο βραχνός θάνατος έχει κυλήσει ήδη στις φλέβες.
Δευτέρα 6 Ιουνίου 2011
"είμαστε, λένε, ιστορίες του χθες"
αξίωμα: δεν υπάρχει τίποτα εδώ
και μετά έρχεσαι εσύ, πατάς μια μέρα τα ποδαράκια σου στο χώμα
έχεις μπρος τα μάτια σου ένα δρόμο αόρατο, ένα γραμμένο, μια φωτιά
που τρέφεις στην κοιλιά, ευλαβικά και πένθιμα.
Θα ξαναρχίσεις πάλι να το ράβεις, θα το μπαλώνεις, θα τρέμεις μη σκιστεί
κι ύστερα πάλι θα το διαλύεις, θα περπατάς στους τοίχους, τα βράδια θα ψάχνεις το φως το ιδιότροπο, που σου πήραν, δε θα χει νόημα να ξυπνήσεις το πρωί, θα κλαις για κάτι που 'χασες, μα δεν θα βλέπεις τι.
αξίωμα: ζούμε εδώ, για να χαριστούμε κάπου αλλού
και ξάφνου ανακαλύπτεις πως κάτω απ' αυτό το χώμα που πατάς και πέρα απ' τα όνειρα που βλέπεις, υπάρχει και μια θύελλα, μια διαστρεβλωμένη θηλιά που αιμορραγεί απεγνωσμένα, που σου ζητούσε να την ανακαλύψεις, τόσα χρόνια, τόσους αιώνες.
"τώρα που σε βρήκα" της λες "θα πεθάνω μαζί σου, θα πεθάνω για σένα, αρκεί να προλάβω, να προλάβω να σε ζήσω"
αξίωμα: τα πάντα είναι 'δω, κι εσύ στον αιθέρα
αφήνεις πίσω σου πατήματα, υακίνθους που σπάζουν , κραυγές, κραδασμούς.
Τρίζει το χώμα στο πέρασμά σου ενώ περπατάς σιωπηλός. Οι άλλοι δεν βλέπουν, ποτέ δεν είδαν, μα δεν πειράζει. Υπάρχει στη ζωή μας, λίγη ζωή ακόμα ν' απαγκιάζουμε. Αύριο δεν θα υπάρχεις, η τέφρα θα μείνει απ' τη φωτιά, μια παγωμένη άσφαλτος.
Μυρίζει ακόμα ο θάνατος κι από 'δω δεν τον προφταίνω, προσπαθώ να κοιτάξω μα τυφλώνομαι.
Με τύφλωσε το έρεβος
δεν είμαι πια εδώ.
είμαστε, λένε
ιστορίες
του χθές
και μετά έρχεσαι εσύ, πατάς μια μέρα τα ποδαράκια σου στο χώμα
έχεις μπρος τα μάτια σου ένα δρόμο αόρατο, ένα γραμμένο, μια φωτιά
που τρέφεις στην κοιλιά, ευλαβικά και πένθιμα.
Θα ξαναρχίσεις πάλι να το ράβεις, θα το μπαλώνεις, θα τρέμεις μη σκιστεί
κι ύστερα πάλι θα το διαλύεις, θα περπατάς στους τοίχους, τα βράδια θα ψάχνεις το φως το ιδιότροπο, που σου πήραν, δε θα χει νόημα να ξυπνήσεις το πρωί, θα κλαις για κάτι που 'χασες, μα δεν θα βλέπεις τι.
αξίωμα: ζούμε εδώ, για να χαριστούμε κάπου αλλού
και ξάφνου ανακαλύπτεις πως κάτω απ' αυτό το χώμα που πατάς και πέρα απ' τα όνειρα που βλέπεις, υπάρχει και μια θύελλα, μια διαστρεβλωμένη θηλιά που αιμορραγεί απεγνωσμένα, που σου ζητούσε να την ανακαλύψεις, τόσα χρόνια, τόσους αιώνες.
"τώρα που σε βρήκα" της λες "θα πεθάνω μαζί σου, θα πεθάνω για σένα, αρκεί να προλάβω, να προλάβω να σε ζήσω"
αξίωμα: τα πάντα είναι 'δω, κι εσύ στον αιθέρα
αφήνεις πίσω σου πατήματα, υακίνθους που σπάζουν , κραυγές, κραδασμούς.
Τρίζει το χώμα στο πέρασμά σου ενώ περπατάς σιωπηλός. Οι άλλοι δεν βλέπουν, ποτέ δεν είδαν, μα δεν πειράζει. Υπάρχει στη ζωή μας, λίγη ζωή ακόμα ν' απαγκιάζουμε. Αύριο δεν θα υπάρχεις, η τέφρα θα μείνει απ' τη φωτιά, μια παγωμένη άσφαλτος.
Μυρίζει ακόμα ο θάνατος κι από 'δω δεν τον προφταίνω, προσπαθώ να κοιτάξω μα τυφλώνομαι.
Με τύφλωσε το έρεβος

δεν είμαι πια εδώ.
είμαστε, λένε
ιστορίες
του χθές
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)