Δευτέρα 30 Αυγούστου 2010

Μωβ συνήθειες

Αναπνέω βαθιά χίλιες δυο φορές. Θα φάμε πολύ ξύλο σήμερα. Αναπνέω απελπιστικά βαθιά χίλιες δυο φορές πάλι. Σαν λυγμός με δυο χέρια, ψιθυρίζει στο αφτί μου το χιλιοδαγκωμένο απ’ το χρόνο. Τα χέρια μου μισοτρελάθηκαν, δεν ξέρουν να φιλούν, δεν έχουν αγαπήσει ποτέ τους. Άγγιξαν το φως μόνο μια φορά κι αμέσως έτρεξαν να κρυφτούν στην αγκαλιά της μαμάς μοναξιάς με το μωβ ταγιεράκι. Δεν έχω φίλους, ποτέ δεν είχα. Πάω στον ήλιο να στεγνώσω δυο λεπτά.

Ήρθα. Μυρίζουν οι πατάτες με το κοτόπουλο. Θα είμαι πιο διακριτική άλλη φορά. Θα περπατάω με τα χέρια και θα μιλάω με τα μάτια. Θα αναπνέω μονο αν μου ζητηθεί, θα χορεύω σιωπηλά κι αν λαχανιάζω θα εισπνέω μικρές κηλίδες αέρα και αργά αργά θα ξεγελώ το αναπνευστικό μου σύστημα καθώς θα τις καταπίνω μια μια σαν στάλες ντροπής και θα το κάνω μπροστά σου. Και ιδιαίτερα μετά από το μπάνιο, τη στιγμή που ξέρω ότι πρόκειται να φάμε μαζί.

Τετάρτη 25 Αυγούστου 2010

Αυτοάμυνα


Ναυαγός στο φτερό της μύγας
Φίλος των δρόμων
Όταν το σώμα μου ήρεμα κυλάει στη γωνία
Βλέπω το μαύρο καταπέλτη
Προχωράει αργά εκείνος, νωχελικά
Τα πελώρια χέρια του έγιναν
Αδιάκοπες μηχανές στο ρεύμα του ιππότη
της αβύσσου
Στη γωνία μένω σκυφτός, οι ώμοι μου αγγίζουν τον κρύο τοίχο
Ο μαύρος καταπέλτης ρουφάει τις σκέψεις μου
Τι είμαι τώρα;
Mια πεθαμένη ακτίδα φωτός;
Παραλύω. Κι αναλύομαι σε χίλια αποσιωπητικά
Αποτελούμαι από τελείες και βλέπω τους καταπέλτες
Εισέβαλαν εκείνοι
Με το όνομα «Εγώ». Με μάτια που έγραφαν « Εγώ»
Και σώπαιναν
Και καίγονταν
Μύριζε η οθόνη αποκαΐδια
Ζάρωσε το πρόσωπο κι έφυγε απ’ το χάρτη
'Πλησιάζει', σκέφτομαι.
Κι είναι για μένα
Ο Κόσμος

Τρίτη 17 Αυγούστου 2010

Υστερόγραφο

Έχω μάθει ν’ ακούω τη Βουή
Κάτω απ’ την άμμο και πίσω απ’ τα Σίδερα
Τη βουή μέσα στους Ανθρώπους

Τρίζει ο κόσμος κούφιος και Άθλιος
Μα εγώ ακούω την ομορφιά να Σωπαίνει
Και αφουγκράζομαι τη σκόνη που αφήνει η Βροχή

Τα χέρια μου αγγίζουν το Άπειρο
Και την ώχρα μέσα απ’ τις σαπισμένες Μελωδίες
Πέσαν όλα τ΄ αστέρια τον Αύγουστο

Έμεινα μόνος στη χώρα του Τίποτα
Να φυσάω μανιασμένα τη μύτη Μου
Απ’ τ’ αυτιά μου ξεχείλιζαν Δάκρυα

Μ’ αρέσουν οι ήχοι που κάνουν τα πόδια Τους
Όταν ρυπαίνουν τις λέξεις στη γλώσσα Μου
Σ΄ αυτόν τον τόπο εγώ Κρατάω

Μόνο τη Βουή πέρα απ’ τα όρια

Και θα συνεχίσω να υπάρχω
μέχρι το Τέλος.

Τετάρτη 7 Ιουλίου 2010

δεκαεφτά χιλιάδες φορές να σ' είχα πίσω.


και μετά ήρθες εσύ κι έγιναν όλα τόσο γρήγορα, χωρίς να ντρέπεσαι χωρίς να φεύγω.
Νόμιζα δύσκολη τη μέρα της γιορτής της άνοιξης...

Μα ο φλεγόμενος χειμώνας γεμάτος με δώρα, τα χέρια μου, η σκέψη σου, το πρόσωπο δεν έχουν θάνατο. Κι έφυγες όπως φεύγουν τα σμήνη, τα χρώματα, οι ήχοι. οι άνθρωποι.
Σοβαροί κι όμορφοι μέσα στον ήλιο.

Σάββατο 3 Ιουλίου 2010

θυληπρεπές δυσανάγωστο

Νομίζω σ' ερωτεύομαι, καλοκαιρινή θλίψη
νιώθω στο πετσί σου πια
όλες τις αναμνήσεις που ξέχασα μέσα μου
από την πρωινή γιορτή
ως το λύκαυγες μιας σκοτεινιασμένης θύλης.
Ζω για τη φωτιά σου.
Ωχ! Μόλις κατάπια και τη νοσταλγία σου!
Κι εκεί που οι αριθμοί σαρκάζουν τη διάνοια
μόλις που σε ψιλάφησα πρώτη φορά.
Μυρίζω σ' εσένα το σάλιο της θάλασσας
και γλείφω τη βλέννα του μυαλού σου.
Είναι αυτό που ήθελα να γευτώ πραγματικά.
Ζω για τη φωτιά σου.
Τα όμορφα όνειρα
που δεν έχουν αιτία
φεύγουν και νομίζουν πως είναι πυροσβέστες.
μα Εγώ,
αφού πνίγηκα στον ήλιο του τέλους,
αγάπησα τους ανθρώπους της ζωής.

Πέμπτη 1 Ιουλίου 2010

μπούμερανγκ

το φως κάηκε.
ο θάνατος πέθανε.
η σιωπή έπαψε.

Κι εγώ μόνη στην άκρη των λέξεων διαγράφω
τα σημεία στίξης
σβηνω τους τονους απ τις λεξεις
Τις απογυμνώνω
ετσι μονο θα τους δειξω τι παει να πει μπουμερανγκ

Σάββατο 26 Ιουνίου 2010

for sail

Μια κυριακή το μεσημέρι
Στο χείμαρο μιας ασπόνδυλης βδομάδας
άκουσα τη θάλασσα να κλαίει, για πρώτη φορά.


Βρισκόμουν εκεί,
όπου η δική μου η άνωση γίνεται ένα θλιμένο σάλεμα
και σπαραχτικά ηδονίζεται.

Άπορος άπειρος και ανάπηρος
απ' τα σχοινιά μιας λέξης κρεμασμένος
θέλω να δω
μήπως το κορμί μου πάλεται σε χίλιες αιωνιώτητες θανάτου.


Βυθισμένος σε κάποιον άρρωστο φόβο
ρώτησα
"το ταξίδι, θα 'χει τέλος;;"

Παρασκευή 25 Ιουνίου 2010

αν γινόταν
θα μάζευα όλη τη θλίψη του κόσμου
και θα την άφηνα μες το σώμα μου
να κουρνιάσει σιωπηλή.
χωρίς να καίει κανέναν.

Πέμπτη 24 Ιουνίου 2010

και το τίποτα το άπειρο

Το άπειρο αγαπά το χάος. Το χάος αγαπά την άβυσσο. Εκείνη αγαπά τον κόσμο.

Ο κόσμος αγαπάει το τίποτα. Και το τίποτα το άπειρο.

Η μουσική γέννησε τον αριθμό. Κι η ζωή γέννησε τη λέξη.

Και κάπως έτσι η λέξη αγάπησε τον αριθμό, κι αυτός εκείνη..

Είμαι ακόμα εδώ και σε κοιτάζω.

Και περιμένω μια απάντηση...

Τετάρτη 23 Ιουνίου 2010

Οι άνθρωποι που καίγονται

Οι άνθρωποι που καίγονται
στις σάρκες κάποιας μονοήμερης εκδρομής
κατοικούν
στους σπαραγμούς των πιο θλιβερών λύκων
του χειμώνα είναι γιοι
σκορπίζουν το σώμα τους στην πιο βουβή βροχή
και το θρυμματίζουν πλάι στον ωκεανό.

Οι άνθρωποι που καίγονται
ζουν νυχοπατώντας στα σκοτάδια κάποιας ξεχασμένης ποίησης
και θα τους βρεις,
στον υπόγειο οργασμό του τελευταίου τρόλεϊ
- μη γελαστείς, δεν είναι σκιές-
αλλά αποθήκες για τις λέξεις που έπεσαν στα χέρια μου.

Οι άνθρωποι που καίγονται
δεν έχουν φωνή.
Κι όμως
κραυγάζουν στη σιωπή.

Τρίτη 22 Ιουνίου 2010

Απαλοιφή παρανομαστών

Χθες
Έσταξα λίγη σιωπή μες τα ωάρια μου
Κι απομακρύνθηκα αμέσως.
Χαμογέλασα στο δέντρο που στεκόταν ώρα μπροστά μου με υπομονή
Το ευχαρίστησα ευγενικά
Κι ύστερα χάθηκα μέσα στον τσαλακωμένο δρόμο
Που ζωγράφισα πριν λίγο καιρό
Στο παγκάκι που είχε φορέσει πια μάλλινη θλίψη
Γιατί έκανε κρύο.