Τρίτη 26 Απριλίου 2011

Δευτέρα 25 Απριλίου 2011

ο αδερφός

Καμιά φορά νομίζω, πως έχω έναν πεθαμένο αδερφό.

Εκείνος έκανε όσα εγώ ήθελα αλλά δεν τόλμησα ποτέ να κάνω.

Μια μέρα πήρε το ποδήλατό του κι έφυγε απ’ το σπίτι και λίγο καιρό αργότερα όλοι τον είχαμε για νεκρό.


ανεμομάζωμα

Τρίτη 19 Απριλίου 2011

Vuelta Quebrada

la Llorona
τη γυναίκα αμυδρά. το κράταγε σα να 'ταν φυλαχτό, τους είδα, κι έκλαιγε Να γεννηθεί άρρωστο, δεν το περίμενε. Τώρα καταραμένη γυρνάει και μουρμουρίζει - τι έκανα, τι -
στα χέρια το κρατάει, μην της πέσει, πού να πέσει, η κλαίουσα. Κρίμα μου, κρίμα του, κρίμα σε ποιόν. "Που ποτέ να μην γεννιόμουν" ασυνάρτητα πάλι τα λόγια, τα πατήματα. Αγκαλιά το 'χει, άρρωστο, νιόβγαλτο, κρίμα.
Την είδα, τη γυναίκα αμυδρά. Στα βράχια στις έξι το χάραμα.

Ο ίσκιος
Φιάλες ακριλονυτριλίου, μποτίλιες, σχοινιά. "έρημο κάδρο, φανταστική φωτογραφία" εκείνη, εκείνο, κοιτάζει τα πρόσωπα, τα πρόσωπα λένε πάντα την αλήθεια. Τα ρεύματα καμιά φορά κάνουνε στάχτη τους ταξιδιώτες.
Το φαινόμενο της κύησης.. - "Το φαινόμενο της ζωής είναι θαμπός αναγραμματισμός του θανάτου" σε κάποια άλλη γλώσσα ίσως, που ο άνθρωπος ακόμα δεν κατέχει. Τ' ασήκωτά τους πρόσωπα, τα νιόβγαλτα ελαφρά, τα υψωμένα χέρια, προς τον ουρανό, κάτι να φέρουν πίσω, κάτι, ο ήχος που βγάζει το κατράμι όταν ουρλιάζει. Ο ίσκιος κάποιου πατέρα.




Βόρειο Σέλας
και τι 'ναι αυτο που βγάζει στην αντίπερα όχθη; αφού ο κόσμος αποτελείται από χιλιάδες μικρούς σπαραγμούς. Βουίζουν ακόμα τα χαμόγελα στ' αφτιά μου. όταν οι πίκρες μαζευτουν και πυκνώσουν, ποιος θα χορέψει γύρω απ' τη φωτιά; Είναι τότε που σκέφτομαι: κάτι πρέπει να κάνω με το κεφάλι μου. Να βρω το πιο μαλακό μέρος να το χτυπάω. Ποια είναι η αρρώστια που έχω γιατρέ; σαν παραμύθια μου ακούγονται οι χθεσινές ιστορίες...

ΥΓ βουέλτα κεμπράδα είναι η στροφή. η σπασμένη στροφή. Σαν να θες να αλλάξεις πορεία, να ριζώσεις τη ζωή σου απ' την αρχή, μα να 'χεις σπασμένο εαυτο.

πια - μόνο το κλάμα του λύκου μπορεί να με σώσει

εκείνος ημέρευε τη θάλασσα
εγώ ήμουν η Τρικυμισμένη
στα λέπια μας πληγιάζαμε τη ζωή
κι εκείνο το λυγμό
που σακάτευε τα έρμα λόγια μας.

με τη σιωπή μου χάιδευα το μέτωπό του
τα μεθυσμένα μέλη με φωνές
σκεπάσαν το ακροτελεύτιο
του εφηβικού του θρήνου

"ο αρραβωνιαστικός μου δεν υπάρχει πια" !
καλύτερα -
ήταν ιδιότροπος
κι εγώ αταίριαστη

περαστικός όπως οι καινούριες μου κορδέλες
θα φύγουν σε λίγο
όταν θα τρέχω ν' αγκαλιάσω το κλάμα του λύκου,
θα χαθούν οι κορδέλες μου.

περαστικός όπως τα λόγια μου
που ποτέ μου δεν τα 'νιωσα
αληθινά δικά μου

περαστικός όπως η νιότη
που ξεπλένει η βροχή καθώς περνάει
κι ένα κάρο ελπίδες
-στην άκρη-



μια μέρα άνοιξα την πόρτα
κι είδα σωρό τα μισοσκότεινα
να περπατούν στο έρημό μου εικόνισμα
και σκοτεινιασμένη λίγο λίγο
τα 'διωχνα.

Σάββατο 16 Απριλίου 2011

αναλγητικό (1)

κι η λέξη περιμένει
σα φτηνό αναλγητικό
στα τέσσερα.

Παρασκευή 11 Μαρτίου 2011

Μια σχισμή λέξεις για κάποιον άγνωστο κύριο Μ.

Πάντα την ίδια ώρα, κάθε πρωί, στις 8.
Πάντα την ίδια στιγμή.
Κι εγώ να στέκομαι εκει,
Μπροστά απ' την ποιητική σου μορφή
Στ' αλήθεια, θα βαζα στοίχημα με το διάολο πως δεν είναι αλήθεια,
μα, ΔΙΑΟΛΕ, ΥΠΑΡΧΕΙΣ!
Μπροστά απ' την ποιητική σου μορφή
Θα μπορούσα να στέκω, γ' άπειρους χειμώνες.








Κι έμαθα για σένα,
Πως
Δεν μιλάς πολύ
Μένεις ώρες στο σπίτι, ή κάνεις μόνος σου βόλτες
Δεν έχεις φίλους, παρά μόνο
μερικούς γνωστούς,
που σου στέλνουν κάρτες στα γεννέθλια ή τη γιορτή σου.
Έμαθα πως,
οι άνθρωποι σε τρομάζουν όπως κι εμένα
και μαντεύω πως
αγαπάς τη σιωπή του χειμώνα,
τη θλίψη των ανέμων
και τη μοναξιά των κάμπων με βαμβάκι.
Πως είσαι ένα άλμπατρος των καιρών σου,
όπως κι εγώ.






Μπροστά στην ποιητική σου μορφή
Λιώνω τα θρίψαλα των αισθημάτων μου
Όσα επιβίωσαν, απ' αυτή την καταιγίδα ηδονικών βλεμμάτων
Κι αφήνω πια,
τις λέξεις μου
δώρο και φυλαχτό μαζί
σ' εσένα, έναν άγνωστο κύριο Μ.
Πεισματικά, κουμπώνω το παλτό μου
Τα χέρια μου κολλάνε, τα μαλλιά μου αφήνονται στη δίνη του ανέμου -πλησιάζεις-
Θα ξετελέψω τη ζωή -λέω-
Αν δεν με δεις
Αν προσπεράσεις.
Θα γίνω μια κουκκίδα, θα γίνω στάχτινη.
Θα είμαι η Απαρηγόρητη, η δικιά σου Απαρηγόρητη.
Κι ωστόσο, εσύ θα τιναχτείς ελαφρά μόλις με δεις,
θα με κοιτάξεις,
θα κοντισταθείς για μερικά δέκατα του δευτερολέπτου,
θα κοκκινίσεις, θα κοιτάξεις πάλι κάτω
κι εγώ θα διακρίνω στο καθαρό σου πρόσωπο ένα χαμόγελο,
ένα τόσο δα διακρτιτικό χαμόγελο,
θα ξεδιψάσω,
θα εξιλεωθώ.







Μπορείς, έτσι απλά, και κάνεις αυτό,
που τόσα χρόνια παλεύοντας μόνη με τα ποιήματά μου -και τα τέρατα μου- προσπαθώ να καταφέρω.

Τη λύτρωση.

Σάββατο 26 Φεβρουαρίου 2011

ΔS= kln(Ω2/Ω1)

Στο άπειρο κέντρο
Μιας χαραμισμένης άμπωτης
Ο άνθρωπος, υπολόγιζε τον κόσμο
Λίγο λίγο.
Κι έμαθε πως
σ’ ένα παράλληλο σύμπαν
Χωρίς περιστροφική κίνηση
Η εφαπτόμενη του χρόνου,
Είναι η ζωή
Με συνιστώσες τους δρόμους
Και ευεργέτη το χάος

Μα εκεί που εκρήγνυνται τα πιο ατίθασα ηλεκτρόνια
Εκεί ο εκθετικός κι αναλώσιμος άνθρωπος
Ελάχιστα αντιλήφθηκε
Την εντροπία.

ανεμαδράχτι

και τότε θα ρθουν πάλι ξαφνικά...

μάταιο

απόκοσμη
θλιμμένη και σιωπηρή
αταίριαστη κι ωστόσο αλαφροίσκιωτη
κι ίσως λίγο τυφλή
μια μέρα θα φύγει
η νιότη.
Κι έτσι χαραμισμένη όπως θα 'ναι
και πικραμένη
θα μένω πίσω να την κοιτάζω
με την ψυχή γεμάτη αγκάθια
γερμένη στο κάγκελο
του κρεβατιού μου.
Εκεί που την έχασα.
Κι αν ποτέ την έβρισκα πάλι.. νοερά στις παλιές μελωδίες
θα τη νανούριζα, μ' αυτά που δεν μπόρεσα
ποτέ
με λόγια
να πω.

Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2011



Κι έμεινε σαν στάλα τώρα ο ποιητής να ψάχνει τη σιωπή παραμιλώντας. Και στάζοντας ο ποιητής, μέσα σε μπουκαλάκια, όλη τη στάχτη απόσταξε του κόσμου.

fractal

Είναι που άφηνα το υδροκυάνιο να τσακίζει όλους μου τους καλεσμένους.
Τους έδενα τα μάτια με σχοινιά, τους ανθρώπους που δεν περπάταγαν με γυμνά πόδια.
Μα είναι η γλώσσα μου που ξόρκισε τα σιδερένια πόδια τους.
Είναι τα χρώματα που σβήσαν τη σιωπή μου και σφραγίσαν τα μαγεμένα μου φιλιά σ' ένα αλλόκοτο σύμπαν.
Είναι που πέρα απ' τη μικρούλα ζωή και το μικρούλη θάνατο, ήθελα ίσως να παλέψω για τ' ανείπωτα.
Μα είναι και η τυφλή μανία, κάτι διαστρεβλωμένο, κάτι στραβό, πονεμένο -και ίσως- κάτι που θα αποζητά αιώνια ένα χάος αλλοτινό.
Είναι οι λέξεις μου που ταξαν στο διάολο την ψυχή τους, κι είναι κι ο διάολος που συνεχώς αποζητά στοργή.
Είναι κι οι λύκοι που ημέρεψε κάποτε 'κείνος, και ουρλιάζαν πότε-πότε κάτω απ' το κρεβάτι μου.
Κι είναι και το νερό, το κατακάθι της λύτρωσης, το γερμένο δέντρο που δεν πρόλαβε να διαβαστεί το μήνυμα που έκρυβε μέσα στη μήτρα του, κι αν μαράθηκε τώρα δεν θα 'ρθει κανείς.
Τι να τα κάνω τα δεκαεφτά μου χρόνια, δεν τα θέλω, 17 γάτες θέλω, σκουρόχρωμες και αποξενωμένες, να μου μοιάζουν στο τσαλάκωμα και να διαφέρουν στο μειδίαμα.
Και στην υπόλοιποη ζωή μου θέλω να βουβαθώ σκεπτόμενη παράξενα ονόματα για κείνες, τώρα που μόνο η βουή μπορεί να μετρήσει την άπειρη γη.
Έζησα και θα ζω σαν τον άνεμο, μ' ένα σφίξιμο στο στομάχι, μια μέθη δύστροπη και κάτι, κάτι που σωπαίνει στη μιλιά μου, κάτι που ποτέ δεν ξαλαφρώνει, πάντα θα μένει εκεί ριζωμένο μέσα, τσουρουφλισμένο δεκαεφτά, σαν σήμερα, σαν τώρα λένε πως γεννήθηκα.
Είναι που γεννήθηκα κόκκινη, και πολυαγαπημένη.
Κι ίσως πάλι, είναι η γιορτή που κάνει τον άνθρωπο να γερνάει και τα βήματα να βαραίνουν και να βαραίνουν...
Ή είναι το χάραμα; Ή είναι η αρρώστια;
"Είναι η ζωή", είπε σαν να ξερε, "που κάνει το πάτωμα να τρίζει όταν κραυγαζεις."
"Είναι ένα fractal" είπε, "περίφανο, μόνο, μ' ασήκωτη πληγή κι αγύριστο κεφάλι."

"Είναι ένα fractal"

Σάββατο 25 Δεκεμβρίου 2010

αν(άπειρες) λέξεις

Μια μέρα μάζεψα όλες μου τις λέξεις, και τους είπα: "Μεγαλώσατε πια, δεν είστε παιδιά." Ντραπήκαν εκείνες, σιωπήσαν, χλομιάσαν. "πάρτε τη ζωή σας κι αφήστε με, φύγετε" Τότε εκείνες μαζέψαν την ψυχή τους και φύγαν , και τις άκουγα πότε πότε να ουρλιάζουν και να κλαίνε. "Μα μπλεχόνταν στα μαλλιά μου, τι να 'κανα." Τις μάζεψα πίσω. Ξανάρθαν εκείνες, τσακόνωνταν, σπάραζαν, βούιζαν όλη την ώρα. "Πρέπει να τις παντρέψω" σκέφτηκα "Τι θα γίνουν; Πρέπει να τις παντρέψω." Δεν θέλαν όμως ούτε να με κοιτάζουν πια, περήφανες εκεί καθώς στέκονταν και παραπονεμένες, ήθελα να μπορούσα να τις κάνω να σταθούν στα πόδια τους, μια τις στερέωνα, μια πέφταν, είχα απογοητευτεί. Στο κεφάλι μου μέσα, κι έξω στο δρόμο, παντού ουρλιάζαν, "τις κακόμαθα", έλεγα, δεν ανέχονται τίποτα πια μόνο μανιασμένες τρεκλίζουν και πέφτουν πάλι. "Κουράστηκα, δεν σας αντέχω, φύγετε από πάνω μου, δεν το διάλεξα ποτέ να σας γεννήσω, δεν σας θέλω, δεν σας αγαπώ πια. Μεγαλώσατε, πάρτε τη ζωή σας και φύγετε, δεν μου ανήκετε." Κι έσβησε η φωνή τους η γλώσσα τους πάνιασε, σαπίσαν τα φτερά τους. Δεν τις είχα ξαναδεί χειρότερα, τις λυπήθηκα, το μετάνιωσα. "Σπάζω τις λέξεις μου" ψέλλισα "Τις λέξεις Μου" Κι ένας πόνος, ένα σφίξιμο, μια τρομάρα. Τρόμαξα. "Τις λέξεις ΜΟΥ." και τώρα εξαντλημένη καθώς ήμουν, έβγαιναν πια μόνο τα σύμφωνα απ' τη γλώσσα μου "τ-ς-λ-ξ-ς-μ". Τώρα τα μπατζάκια του παντελονιού μου παρέλυσαν, τα σκουλαρίκια μου μεγαλώσαν και δεν μου χωράνε πια, τα μανίκια μου μακρύναν και η ανάσα μου στέρεψε -πάει- τις σκότωσα, τις σκότωσα τις λέξεις μ ο υ. Μείναν να με κοιτάζουν με μάτια ορθάνοικτα, υγρά, πονεμένα, ανήμπορα, μισοσκότεινα, πάει. "Όχι, όχι! Δεν.. δεν το εννούσα αυτό που είπα. Μα τι... τι θα μπορούσα να κάνω χωρίς εσάς! Τι ανόητη που είμαι... Πώς μπόρεσα να σας πληγώσω έτσι.. Ουρλιάξτε, να. Ουρλιάξτε όσο εσείς θέλετε, εδώ μπροστά μου. Σας πρόδωσα ε; Σας πόνεσα; Ας μην παντρευτείτε, ας μην ζήσετε δικιά σας ζωή, αφού μου ανήκετε, είστε ολοκληρωτικά παραδομένες σ' εμένα, μείνετε εδώ, αγαπημένες. Μείνετε εδώ, καρφωθείτε στα πόδια μου και κλάψτε υπερήφανα. Τσαλακωθείτε στους τυφώνες σας, κλάψτε στο χάος σας, ουρλιάξτε στο άπειρο. Όσο εσείς θέλετε. Μα πώς; Πώς θα μπορούσα ποτέ..
να σας αρνηθώ; ! "