Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2013

στροφή στα τρίσβαθα

δηλαδή τι;
πρέπει να σιχαθείς τον εαυτό σου;
να φτάσεις εκεί που δεν θα μπορείς πια να μιλήσεις
ώσπου να μην αισθάνεσαι τα πόδια σου
να βογκάς χωρίς καμία περηφάνεια
να βογκάς σα λύκαινα στη γέννα της
που γέννησε νεκρά παιδιά
να σέρνεσαι, να γλύφεις τα πόδια τους
να βυθίζεσαι στις σκέψεις τους
να σιγοσβήνεις σαν όραμα
να αρρωσταίνεις
σαν χείμαρρος 
να χύνεσαι πάνω στο ανδρικό σώμα
σαν χείμαρρος
κι οι άνεμοι να σε τυραννάνε
χωρίς κανένα έλεος;

[στροφή στα τρίσβαθα
κι ύστερα στο θεό

φόβος για το χρόνο παραμονής
στα τρίσβαθα]

και δηλαδή
πού πρέπει επιτέλους να φτάσεις
σε ποια αγύριστη βουνοκορυφή να κατοικήσεις
πρέπει
για να γιορτάσεις
το τέλος με διαύγεια;




Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2013

οι ίδιος εαυτός

I
ο άλλος εαυτός

όταν φύγεις από δω
του είπε
ζουν μέσα σου χιλιάδες
κοίτα να σκοτώσεις
εκείνον τον άλλο

αυτή ήταν η αποστολή του

II
ο ίδιος εαυτός

όπου και να πας
του είπε
πάντα θα κουβαλάς
τον ίδιο εαυτό

αυτή ήταν η κατάρα του

Σάββατο 7 Δεκεμβρίου 2013

ριμέικ

κελιά.

απλώθηκαν μπροστά κελιά
ασήμαντα εκκολαπτόμενα κελιά
κι ο διεστραμμένος χρόνος
ανεστραμμένος
δείκτης ευφυΐας

(του μυαλού λέει είναι όλα)

κλειδοκύμβαλο
μίσος για τα βράδια που δεν έγινε τίποτα

μίσος για τη γη που μας κρατάει
μίσος για το φως που αναστέλλεται
και παραμορφώνει
το δέρμα του πιθηκανθρώπου
του πιο λάγνου
του πιο λάγνου, λέω, Εωσφόρος.

σκατά.

σκατά και μίσος
στις συμπεριφορές, στα πάθη, στα καφέ-μπαρ
στα αστεία και σοβαρά μας αντίο
στα παιδιά που δεν θα γεννήσουμε
σκατά στις μέρες που σπρώχνουν η μια την άλλη
μανιακά
στο γκρεμό της άγριας
της πιο άγριας, λέω, μοναξιάς μας.

Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2013

κοίταζα το δωμάτιο μου έτσι όπως ηταν.
το κοίταζα.
και
δεν άλλαζε θέση
ούτε κουνιόταν
το γραφείο
ούτε
η βιβλιοθήκη.

όσο για το κρεβάτι
έμενε πάντα
στην ίδια θέση.

αν άρχιζε
κάποιο έπιπλο να χορεύει
μπροστά μου
ίσως διασκέδαζα
λίγο.

Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2013

ηδονή

παραλίγο να μ αφήσει παράλυτη αυτή
η ανυπόφορη ηδονή
της ποίησης
που ξαναϋπάρχω απ' την αρχή κάθε φορά
που η φλόγα της με ανασταίνει και με κάνει,
έστω και για απειροελάχιστο χρόνο,
Θεό.

με θρυμμάτισα πάλι
κι απάνω στα βλέφαρά μου
σκόρπισα για λίγο αυτά
τα φονικά παρατημένα λεπίδια
άχρηστες συλλαβές να ξεδοντιάζουν την έξαψή μου

μέσα στο στομάχι μου υπάρχουν
η τεκίλα η βότκα το ουίσκι και ο θάνατος

έχω
πλάι μου δύο άντρες
τον άντρα που με ρήμαζε
και τον άντρα που παραμονεύει την πνοή μου:
χωρίς να με φλερτάρει ο ένας
κι ο άλλος να σέρνεται
από πίσω μου σα λυσσασμένο σκυλί
θέλω τόσο να του σπάσω τα μούτρα
και να αρχίσω να μεθάω ξανά
κι όσο ζαλίζομαι να βρίσκω τις λέξεις
να αναστήσω το χαμένο χρόνο
και απ' έξω να 'ρχονται οι στιγμές
οικίες και γκρίζες, παστρικές στρίγκλες,
κι απόκοσμα να με γιορτάσουν

πόσο ανυπόφορη
αυτή η τρελαμένη γη με τυραννάει
και με πετά αυτάρεσκα στο χώμα, θέλει
να της φιλήσω το χώμα
αλλά ξέρεις κάτι
έχω τόση δύναμη που μπορώ
να διαρρήξω τους τοίχους των βλεννογόνων σου
και να περάσω από μέσα τους
στην άλλη όχθη, χωρίς να με δουν
να σκάψω το χωμάτινο σώμα σου πέντε μέτρα
να θάψω μέσα του τα εντόσθια της άθλιας
της φρενοβλαβούς ποίησης
και έτσι ξαναμμένη θα γυρίσω πλάι σου
θα σου μετρήσω το σφυγμό
θα σε χορτάσω
κι ύστερα θα τελειώσω
σαν να μαραίνομαι και ξεχασμένη πια
θα σβήσω.

Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2013

Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2013

ο μόνος λόγος
για να σηκώνω ψηλά το κεφάλι μου
πια
είναι όταν πίνω
την τελευταία γουλιά

Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2013

Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2013

Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2013

δεν περιμένω πια κανέναν τα χαράματα

σαπίζει μέσα σ ένα κλουβί με ομοιόματα ζώων
και γυμνές ετοιμοθάνατες γυναίκες
η αιτία του σύμπαντος

όταν τα καλώδια ψυχομαχούσαν
να δυεισδύσουν στην αποκορύφωση
εγώ τ' απόδιωχνα
και φαινόμουν ευτυχισμένη

λογικά σφάλματα και ασύμβατες λέξεις
με προσδιορίζουν
σκόπιμα και αβάσταχτα
μέχρι να στείλω τον εαυτό μου στο διάολο

δεν περιμένω πια κανέναν τα χαράματα
ούτε το νόημα του χάους.
 

Τρίτη 20 Αυγούστου 2013

Πέμπτη 18 Ιουλίου 2013

ασημένια Σιών - βουνά από ατμό





ναι. αυτό ήταν το τέλος
το τέλος που ήρθε μέσα απ' τη θύελλα
νερά βύθισαν τις βαρκούλες μας
ίσως δεν έπρεπε
δεν έπρεπε
οι ελπίδες μας μες τους ωκεανούς
τους ωκεανούς
ζεστή γκρίζα θάλασσα

πες μου ή
χτύπα με ή
κράτησέ με
ή
πίστεψέ  με

το μέλλον χρεοκόπησε
και το όνειρο
σε τι πιστεύεις
τι πιστεύεις
αν πιστεύεις
πιστεύεις
σε μας;
εμάς;
εμείς
μην γυρίσεις πίσω
μυστήριο θαύμα

χαοτικές καρδιές φτιαγμένες από κεραυνούς

υπάρχει ένας στρατιώτης
κάπου κοιμάται σε ένα λιβάδι
κάπου υπάρχει μια μητέρα
μια μητέρα
μητέρα
μια μητέρα
ω μητέρα

πίστεψε σε κάποια όνειρα
στη γλύκα των ανθρώπων
που σφυρίζει στον ύπνο τους

αγγέλοι στις παλάμες σου
λένε γλυκά ανύσηχα τραγούδια
το μέλι στα όνειρά σου
σαν βουνά φτιαγμένα από ατμό

Κυριακή 9 Ιουνίου 2013

οι μεγάλοι ποιητές

πάντα τους έβλεπα
μέσα απ' την άσφαλτο του νου μου
θολοί αόμματοι, ξοφλημένοι
όλοι οι μεγάλοι ποιητές της γης
να μου γλύφουνε τα πόδια

με βλέμμα εχθρικό
γεμάτο ζήλια
να μου χαϊδεύουν το λαιμό
τα δάκτυλά τους να βάζουν μέσα μου
με αηδία και λυγμούς
να μου χιμάνε


κι όλο να φεύγουν
χωρίς ποτέ σ' αυτό να με υπακούνε
να κράζουν γνώριμοι και περασμένοι
να προμαντεύουν τη συντριβή μου
με μάτια διαπεραστικά
και φωνή σπασμένη
βραχνοί να φεύγουν

πάντα νεκροί και δυστυχείς
να χλευάζουν τον κόσμο που αφήσαν
έρημοι προπορεύονται
σε απάτητες κορυφές να φτερουγίζουν
κι ύστερα πάλι
σαν νυκτόβιοι εραστές
να με φλερτάρουν

κι αρχίζει το δωμάτιο να με συμπιέζει
και γίνομαι μικρή, τόσο μικρή
σαν κόκκος σκόνης
και πιο μικρή μέχρι να μην υπάρχω!
και οι μεγάλοι ποιητές να με διαλύουν
πυρακτωμένοι να με βασανίζουν
χωρίς ποτέ, τίποτε να μου αποκαλύψουν