Τρίτη 6 Μαΐου 2014

όλα υπάρχουν
κι εσύ τα διατάζεις
με μια σύριγγα και μια κλωστή
με διχάζεις
με δόσεις φυγής
με σκεπάζεις
λες και θα μπορούσα
ποτέ να μην σ' έχω

τις ώρες που
χώρες αλλιώτικες
και βουνά φλογισμένα
μου τάζεις
εκκωφαντικά
και αργά με σπαράζεις
γελάς
τσουρουφλίζοντας πάντα
στα χείλη μου
το πικρό δώρο
του αποχωρισμού


Δευτέρα 31 Μαρτίου 2014

συμβαίνω

συμβαίνω
κι όταν συμβαίνω
γίνομαι κομμάτι
μιας αμφίρροπης
πραγματικότητας
αποκομμένο
ξένο
σ' ένα κλουβί
συμβαίνω
με ρυθμό
άτσαλο
απορυθμισμένο
τα μάτια
των νεκρών
απολυμαίνω
ανασταίνω
άρρωστημένα κύτταρα
σώμα λειψό
απονευρωμένο
τ' όνειρο το λευκό
το ξεπλυμμένο
περιμένω
κι όταν συμβαίνω
ανεβαίνω
και χλομή διχάζομαι
κοχλάζω
κατεβαίνω
στη βουή
χολαίνω
παραβαίνω
νόμους μιας σιωπής
τις σκέψεις των νεκρών
καταλαβαίνω
στην κόλαση διαβαίνω
παραμένω
σκόπιμα άσκοπη
σ ένα χορό πνιγμένο
και αποβαίνω
πάντα ανώφελη
κάθε πρωί
αλλιώτικα
κουτσαίνω
χάραμα σέρνομαι
και βγαίνω
πάντα δεύτερη
αναμένω
τη γη να με ρουφήξει
να με πνίξει
στην ενόραση
μαύρο θεριό βυζαίνω
ένα θεόρατο
ποτέ και
απομένω
πάντα στο τίποτα
βουβα κι
απάνθρωπα
γλυκαίνω
ψάχνω να βρω
το πρώτο εκείνο
άγγιγμα
το ξαναμένο
μένει χαμένο
έχοντας πάντα
μια πνοή
αργοπεθαίνω
από τις πύλες
τις αβύσσου
ξαναβγαίνω
απ' τ άδυτα χωρίς
χωρίς ποτέ
στ' αλήθεια
να συμβαίνω.

Πέμπτη 20 Μαρτίου 2014

μαξιλαροπόλεμος

η ζωή είναι η μικρή μου αδερφή
για πλάκα μου βαράει μπουνιές
κι εγώ μουτρωμένη τη σπάω στο ξύλο
ύστερα μουτρωμένες κι οι δυο
παίζουμε μαξιλαροπόλεμο

ανάπαυση

τις πρόχειρες απαντήσεις
που δίνουμε στους εαυτούς μας
τις ώρες που είμαστε
ντυμένοι πρόχειρα
μετρώντας τα νύχια των δράκων
αψηφώντας το αβάσταχτο αύριο
κι εκλιπαρώντας το λάθος
να μας αναγνωρίσει
ως θετά -έστω- παιδιά του.

τις πρόχειρες απαντήσεις
εκείνες που δίνουμε για να ξεχάσουμε
τις γρήγορες βόλτες μας στο υποσυνείδητο χθες
τους φοράμε πάμπερς και τρέχουμε
άσκοπα ν' ανταμωθούμε με το ατέρμονο τώρα
μ' ένα γυμνό, κίβδηλο αντίο
στα ποτέ μας.

Τετάρτη 19 Μαρτίου 2014

το ψέμα

εν αρχή ήν το χάος.

και ο άνθρωπος είπε.
ας φτιάξουμε ένα τιγάνι!
να μάθουμε να τρώμε σαν άνθρωποι
και ο άνθρωπος είπε
ας δημιουργήσουμε μια χέστρα!
να μάθουμε να κατουράμε σαν άνθρωποι
και ο άνθρωπος είπε
ας κατασκευάσουμε ένα κρεβάτι!
να μάθουμε να κοιμόμαστε σαν άνθρωποι
κι ο άνθρωπος είπε
ας κατακρεουργήσουμε το χάος
να μάθουμε να ζούμε σαν άνθρωποι
κι όλα έγιναν αργά κι η ιστορία μεγάλωνε
κι ήθελε εκδίκηση.
και είπε ο άνθρωπος
ας χτίσουμε σχολεία
να μορφωθούμε σαν άνθρωποι
πρέπει το χάος να δαμάσουμε
να χτίσουμε σχολεία!
κι έτσι ξεκίνησε το ψέμα.
πρέπει ο άνθρωπος να μορφωθεί δεν είναι ζώο.
η γνώση είναι προνόμιο είναι πηγή!
πρέπει ο άνθρωπος να μορφωθεί 
ας του φτιάξουμε βιβλία 
ας του δώσουμε κάποιον ειδήμονα 
να του τα βάλει στο κεφάλι
ας τον κλείσουμε και σε τέσσερις τοίχους 
να μάθει σαν άνθρωπος 
ας βάλουμε μέσα κι άλλα 30-35 μπάσταρδα 
για να μη γίνεται αυτό 30 φορές ξεχωριστά 
ας του δώσουμε κι ένα κίνητρο
έναν καλό βαθμό ας πούμε
να συμβιβαστεί με το δημιούργημά μας
ας τον ποτίσουμε και λίγο ψέμα 
λίγες βασικές αρχές, λίγη ιδεολογία
ας τον παινέψουμε και λίγο μπας και τιθασεύσουμε
το ζώο μέσα του
κι ας τον μπολιάσουμε με λίγη ευταξία!

κι ύστερα ήρθε η επανάσταση να φέρει την αλήθεια
ζωής κουτόχορτο που μας γεμίζουν
μας χειρουργούν ειρωνικά 
με ημερομηνία λήξεως χαπάκια
και μας ξαπλώνουν τακτικά 
κι αδίστακτα στον κόσμο
μπουρδέλο οι σκέψεις
και ανάκατες
-πώς να τις νιώσεις;-
όταν νεκροί και θλιβεροί
αυτοί που στις μπουκώνουν;

κι όλα γυρίζουν προς τα μας
το δάχτυλο σ' εμάς κοιτάζει
πόσο μικροί και θλιβεροί που χτίσαμε σε λάθος ψέμα!
και μας φουσκώσαν με μάταιες φιλοδοξίες
πως τάχα γιατρός ή χειρουργός θα γίνεις
ή δικηγόρος ξακουστός 
το ψέμα να ξορκίζεις.
και χειρουργούν βαθύτερα
το ψέμα και το σκάβουν
βυθομετρούν την ύπαρξη 
σε μια ονειροπαγίδα
νεκρώνουν τη συνείδηση
και κάθε λογής δάκρυ
είναι βουβό και κίβδηλο
μπροστά στις εξετάσεις!

και εκεί ξεσπά η επανάσταση.
κι εκεί αυτοαναιρείται
κι εκεί που λες πια τίποτα απ' αυτά που σε μπουκώνουν
δεν σου κάνει
εκεί που νιώθεις πως γι' αλλού η ψυχή σου ταξιδεύει
κι εκεί που χάνεται κάθε είδους κάλπικη ευτυχία
όλα σ' εσένα γυρίζουνε κι όλα
σ' εσένα δείχνουν
κι απ' την αρχή αναζητάς το νήμα να διαλύσεις
και λες δεν γίνεται θα υπάρχει κι άλλος δρόμος
κι όμως πάντα σε κάποιο ψέμα θα πατήσεις για να ζήσεις
γιατί 
δεν υπάρχει άνθρωπος στον κόσμο που να μην έχει πιστέψει σε ένα ψέμα
είναι φυσική τάση του να πιστέψει σε κάτι ψεύτικο αλλά απλό και κατανοητό για να χτίσει πάνω του έναν κόσμο ευταξίας
αυτό αυτόματα του δημιουργεί την ελπίδα
για μια "ευτυχισμένη ζωή"
που όμως χτίζεται σε βάσεις σαθρές
κι όχι στέρεες
μα τον βοηθά να ζήσει

δεν υπάρχει η άρνηση των πάντων
για να αντιταχθείς σε κάτι
πάντα με κάτι άλλο θα συμβιβαστείς
αρνούμαι τον κόσμο
και θέλω να ζήσω έξω απ' αυτόν
μα όμως έτσι συμβιβάζομαι με την μοναξιά
αρνούμαι την υπάρχουσα δομή της κοινωνίας
θα συμβιβαστώ με το κόμμα που πιστεύω ότι θα το πετύχει
κι έτσι όλα καταλήγουν πυρετωδώς
στον φαύλο κύκλο μιας παράνοιας χωρίς τέλος
εν τέλει δεν υπάρχει σωστό ή λάθος
όλα είναι θέμα επιλογών
κι οι πεποιθήσεις βασίζονται σε ψέματα που ντύνονται αλήθειες 
επειδή έχουν χτιστεί 
πάνω σε άλλα ψέματα.

να αντιταχθείς στο ίδιο σου τον εαυτό
που τον ανέχεσαι που ανέχεται τέτοιο ψέμα
αφού αυτός ο κόσμος χτίζεται πάνω στο λίθαργο
του ζώου που αργοπεθαίνει
η ανάγκη για ευτυχία
την ανάγκη για ευταξία
η ανάγκη για ευταξία
τόσοι θεσμοί τόσοι φορείς
που οι απώλειες υπερτερούν τα ωφέλη
σαν τα χαπάκια που οι παρενέργειες
είναι περισσότερες απ' τη γιατριά τους
τόσα κουτάκια
μέσα σ' αυτά τα κουτάκια κοιμούνται
τα ένστικτα
και βασιλεύει τελικά
αυτό που θέλαμε να αποφύγουμε
και μάταια, και μάταια με ψέματα αποδιώχναμε
το χ ά ο ς.

Σάββατο 15 Μαρτίου 2014

η κηδεία των χαμένων ποιημάτων

όχι άλλα δάκρια
για όσα δεν γράφτηκαν ποτέ
για όσα δεν φτάσαν ποτέ οι λέξεις
να μετουσιώσουν

είναι στιγμές αφόρητες και γκρίζες
στο μεσοδιάστημα απ' τη γέννηση
ως το θάνατο
μέσα σε λευκές σελίδες
μικρά αποτυπώματα

υπάρχουν ως μουτζούρες
σε γυμνά τετράδια
στις στέγες και στα δάση
ως χαμένα οράματα
στους άγνωστους της γης
αυτής
στον κρότο
του εδάφους όταν σχίζεται
στου νου τη λήθη

τ' αποδομώ
και τα χλευάζω ως ασήμαντα
κι άλλοτε πάλι
τα πιο σπουδαία αριστουργήματα
που ασφυκτιούσαν έξω απ' τον κόσμο αυτό

τ' άκουγα πότε πότε ν' ανασαίνουν
βαριά
και παραπονεμένα να ζητούν εισητήριο
άλλα θέλησαν να εισβάλλουν
κι όπως τους έκλεινα την πόρτα
σχίζονταν στη μέση
κι έμπαιναν μισά και στραπατσαρισμένα
τσαλακωμένα κι άμορφα
κουρελάκια χωρίς καμιά δύναμη

κι όλο τα παρηγορώ
λέγοντάς τους πως κάποτε θα τους χαρίσω
τη θέση που τους αξίζει
κι ο χρόνος κυλά
και μαζεύονται
και πληθαίνουν
και με κατηγορούν
σαν παραπανίσιοι θεατές
που δεν τους άφησαν να δουν την παράσταση
γιατί δεν χώραγαν
ή δεν είχαν λεφτά
κι όμως
κάποιοι απ' αυτούς
ίσως είχαν πολύ μεγαλύτερη ανάγκη να δουν το έργο.

όπως και να χει
όχι άλλα δάκρια
κάποια γεννήθηκαν σε μέρες δυσβάσταχτες
και δεν κατάφερα να τους χαρίσω ζωή
τα σκότωνα μηχανικά
σαν μια μάνα που έχει μάθει πια
να σκοτώνει τα παιδιά της

αν έπρεπε να ζήσουν θα φανούν
κάποτε μες το γκρίζο του πρωινού
θα γυρίσουν καταρακωμένα
και θα κουρνιάσουν στην πόρτα μου
και λίγο πριν ξεψυχήσουν
θα μου ζητήσουν να τα αναστήσω
ευλαβικά και πένθιμα
κι ίσως τότε
μπορεί μες τις χιλιάδες όψεις του χειμερινού απομεσήμερου
οι πιθανότητες να αλληλοσφαχτούν κι οι
μέρες να ουρλιάξουν
κι όλες εκείνες οι στιγμές που δεν αποτυπώθηκαν ποτέ
να ξαναγίνουν αίμα
και να κυλήσουν σαν χείμαροι λυσσασμένοι
πάνω στο χαρτί
και τα κορμάκια τους να βρουν τις λέξεις
και να κουρνιάσουν ήσυχα σαν το μεδούλι μέσα τους
τότε ίσως
ν' αναπαυτούν εν ειρήνη
στην αιωνιότητα.

Πέμπτη 13 Μαρτίου 2014

Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2014

στην άκρη

μας
υποπτεύονται
για φυγόκεντρους
για σχιζοφρενείς
για φοβισμένους

λένε πως θα μας πιάσουνε
με το αδίκημα της απραξίας.

στην οροφή
σε θυμάμαι που χόρευες
ξόρκιζες μέσα μου την αμαρτία

λύγιζες πότε τη μέση
και πότε τα πόδια σου
κι ήσουν αθάνατη για δυο λεπτά.

σε λίγο θα έρθουν
να μας πιάσουνε
με το αδίκημα της απραξίας.

δεν δοκιμάσαμε, λέει,
αρκετά
τις δυνάμεις μας.

δεν φτάσαμε τ' άφταστα
γι αυτό θα μας πιάσουν.

κι όπως χόρευες
χάιδευες νοητά την ψυχούλα μου
μ' άφηνες παράλυτο
κι εκστατικό

κι όπως σε θαύμαζα
δάμαζα την ακινησία
κι οι σκέψεις μου ανάλαφρες
αυτοκτονούσαν χορεύοντας
απ' την ταράτσα.

σε λίγο θα έρθουν
όπως σου είπα, να μας πιάσουνε
αγαπημένη μου.

τόσο εύθραυστη αυτή η σιωπή τώρα
τόσο ιερή
και πένθιμη

πόσο μεγάλη κι αρχοντική
αυτή η κίβδηλη σιωπή
πριν το τέλος.

ησύχασε αγάπη μου
μην κλαις, μη λυγίζεις
μια ζωή χάσαμε μόνο.

απαλά σου χαιδεύω τα μάτια
πορσελάνινη και μαραμένη
σαν κρίνος,
σαν φωτογραφία

μην κλαις αγαπημένη μου

σε θυμάμαι που χόρευες
και γέλαγες και φούντωνες
κι αναστέναζες κι όλα τα ήθελες
και μ' όλα ερωτευόσουν
και μ' όλα τέλειωνες

χαραμίσαμε.
τη ζωή μας λατρεμένη μου.
σκορπίσαμε τις δυνάμεις μας
στον άνεμο.
μ' ένα χαμόγελο και μια ελαφράδα
σαν να σκορπούσαμε σκόνη

μας
υποπτεύονται
για φυγόκεντρους
για σχιζοφρενείς
για φοβισμένους

λένε πως θα μας πιάσουνε
με το αδίκημα της απραξίας.

έρχονται βλέπεις;
όμως δες, είμαστε ψηλά, γύρω αέρας πάνω ουρανός.
δες αγάπη μου όσο
και να προσπαθήσουν
δεν θα φτάσουν, είμαστε ψηλά.

ψέματα

  δες έρχονται.

δυο λεπτά.

δευτερόλεπτα.

σε κοιτάζω και απογειώνομαι

  έρχονται

σε κοιτάζω βουβός κι ανασταίνομαι
  έρχονται
σε κοιτάζω ξανά
για τελευταία φορά
στην άκρη του τίποτα.

error708

κάπου κολλήσαμε.
κάπου βρήκαμε, κάνε όπισθεν

όπισθεν.

κάπου βρήκαμε, σου λέω γάμα το.
γαμησέ το.

να βγω να δω;
κάτσε εκεί που κάθεσαι.

να βγω να δω; μπορεί να χάλασε τ' αμάξι.
όχι σου λέω, σκάσε.

κάνε όπισθεν
όπισθεν.
να βγω να δω, κάπου κολλήσαμε.

τι είναι;
δεν ξέρω δεν μπορώ να δω.
δεν βλέπω, κάτι έπαθαν τα μάτια μου

βγες να δεις.
δεν βλέπω τώρα

σταμάτα
κάνε όπισθεν
δεν μπορώ σου λέω τα μάτια μου
κάνε όπισθεν!
που θα πάμε;

πού πάμε;

χαθήκαμε
πού παμε;
πού είμαστε;

και σου είπα μαλακισμένη
να βγεις να δεις

δεν βλέπω τίποτα

τώρα γάμα το.
γαμησέ το σου λέω.

μου είπες όπισθεν.
όπισθεν κάνω.
χέσε μας.

κάτι έπαθε το αμάξι
τι έγινε;
δεν ξέρω δεν μπορώ να δω

βοήθεια.
φέρε κάποιον, ένα γιατρό
σκάσε.
δεν αντέχω σε παρακαλώ!

σκάσε
όπισθεν.
όχι σου λέω πονάω!
άστο
όχι φύγε!
άστο
παράτα με!
γαμιόλη
βούλωσ' το

πνίγομαι
άστο
όχι πνίγομαι σου λέω.
άστο
μου πιέζεις την κοιλιά
μη
άσε με
μη με σπρώχνεις
σταμάτα το.
όχι άλλο
θα τελειώσουν τα καύσιμα.

πού είμαστε;

και σου είπα.
δεν φταίω εγώ.

ποιος φταίει
κοίτα τι έκανες.

εσύ μου είπες να κάνω όπισθεν.

καριόλα.
παράτα με.
πνίγομαι.
χέστηκα.
πνίγομαι.
στο διάολο, φέρε εδώ.
άσε με
σταμάτα.
στο διάολο, κοίτα τι έκανες
μη με πιέζεις, πνίγομαι!
με κούρασες, βάλε μπρος.
δεν μπορώ θέλω να κάνω εμετό
ξεκίνα το το γαμημένο, κοίτα τι έκανες
πού είμαστε;
μαλακισμένη κοίτα τι έκανες.
άσε με φύγε!
ηλίθια δες πως τα κατάφερες
φύγε!

κραυγή
κραυγή
κραυγή

πώς φτάσα
με εδ
ώ...
το άφησες.
πώς έγ
ινε, εγώ..

όπισθεν.
πόσο πια;
πόσο ακόμα;
όχι άλλο
όπισθεν.
όπισθεν.
όπισθεν.
θέλω να ζήσω.
προχώρα.
πνίγομαι.
όπισθεν.


τελειώσαμε.

error

κάτι σέρνεται
ανάμεσα
και τρώει

οι ρώγες σου
μου ανατινάζουν το μυαλό.

κάτι τραυλίζει
εκκωφαντικά.

το λάθος
με μετράει
τώρα οι τρελοί
που δεν μετάνιωσαν
εύχονται πάλι απ' την αρχή
να μπορούσαν
να επαναπροσδιορίσουν την τρέλα.

κι όσοι μαγεύτηκαν
από μια ιδέα ανυπέρβλητη
από ένα πάθος ανόθευτο κι άπειρο
σκοτώνουν με χέρια τρεμάμενα
κάθε μανιασμένη απόπειρα
να το πνίξουν.

τώρα οι ανένταχτοι
προσεύχονται βουβοί κι ασυγχώρητοι
για μια προσωρινή συνθήκη ειρήνης
με το τίποτα.

απόψε οι πρόσφυγες της αναμονής
χύνουν αρρώστια και αίμα
απ' τις κλειδώσεις
εκπνέουν βλέννα
από νεκρά οράματα.

την έξοδο.

η καρδιά ήχους κραδασμών.

πάλλεται, τώρα η ιδέα.

στα χέρια, σφίγγει και απλώνεται

σφίγγει και απλώνεται.

μαχαιρώνεται, ανάποδες λέξεις

η απώλεια μας μασάει και μας χωνεύει

χορεύει η πτώση, στο χείλος του αύριο

η επιδείνωση, η άγρια νιότη

το ξημέρωμα

ένα λεπτό πριν απ' τη φυγή
βρίσκεται η ανοησία

ένα λεπτό πριν τη ζωή
το έγκλημα.

η γέννα έδωσε
στο δολοφόνο τ' όνομα
έδωσε την πράξη
την επιλογή

η γέννα απορρόφησε
κάθε νεκρή ύλη, η γέννα
έφερε
τον πόνο της αιμορραγίας.

η γέννα τον εγκέφαλο
η γέννα την πολλαπλότητα
η γέννα τον άνθρωπο
η γέννα τον φόνο
η γέννα το θάνατο.

ο εγκέφαλος:
όταν όλοι έψαχναν το δολοφόνο
έπρεπε να τον υποπτευτούν.

η ώρα της μετάνοιας
αργεί, από τότε που χαθήκαμε.

-πότε γεννήθηκες;
-δεν ξέρω, δεν θυμάμαι
-δεν σου είπε η μάνα σου;
-ποια;
-η μάνα σου.
-δεν ακούω
-δεν σε ακούω
-χάνεται το σήμα.

-κάπου ανακυκλωθήκαμε.
-πιστεύεις στο τέλος όλα θ' αλλάξουν;
    ε; πες μου ότι το πιστεύεις..
         θ' αλλάξουν ε;
            κι αν δεν το πιστεύεις τουλάχιστον πες το μου.
-τώρα.
-απάντησε.
-τώρα πρέπει, στο τέλος θα 'ναι αργά αφού θα ναι τέλος.
κι οι ώρες περνούσαν
και τίποτα δεν άλλαζε

κι οι μέρες κυλούσαν
και ποτέ δεν χάραζε

κι οι άνθρωποι προσπερνούσαν
και κανείς δεν σπάραζε



Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2014

καταβροχθίζοντας

το πρωί
τον άκουγα που άκουγε τις σκέψεις μου
καταβροχθίζοντας
τη νύχτα

το πρωί σκάλιζε τα πόδια μου
επικίνδυνα άνθρωπος
περιεργαζόταν το σύμπαν

το πρωί οι μέρες απέκλιναν
οι μέρες απέκλιναν απ' τη φυγή μας
και μας τρόμαζε

το πρωί όλα ήταν ήσυχα
συμμορφωμένα με τ' απρόσμενο
όλα ήταν ήσυχα

το πρωί χωρίς να μιλάμε
κάναμε έρωτα με κίτρινα δάχτυλα
και δολοφονημένους αστραγάλους

το πρωί όλα ήταν ήσυχα
τόσο διαστρεβλωμένα κι απάνθρωπα ήσυχα
που μας ερχόταν ναυτία

το πρωί μες τις λάσπες και έναν ήλιο
το φως μας δίχαζε
το φως μας δίχαζε

το πρωί όλα φαίνονταν ήσυχα
το φως διέρρηξε το δωμάτιο
καταβροχθίζοντας.

το πρωί ένα μαύρο νυχτολούλουδο
ένα μαύρο πρωί
το νυχτολούλουδο

Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2014

GRAIN-ΧΟΡΟΣ. - στίχοι





τα μάτια στεγνώνουν, τα χέρια μου κλείνουν

τα μάτια στεγνώνουν, τα χέρια μου κλείνουν
τα μάτια στεγνώνουν, τα χέρια μου κλείνουν
εικόνες που σβήνουν
εικόνες που σβήνουν
καρδιές που χτυπάνε
καθρέφτες που σπάνε
καρδιές που χτυπάνε
οι σκέψεις μάταια σκορπάνε
οι σκέψεις μάταια σκορπάνε
για κάθε κραυγή οι νύχτες γελάνε
για κάθε κραυγή οι νύχτες γελάνε
για κάθε πληγή οι αναμνήσεις ξεχνάνε
για κάθε πληγή οι αναμνήσεις ξεχνάνε

κι εγώ προδομένος, χωρίς να θυμάμαι
κι εγώ προδομένος, χωρίς να θυμάμαι
πέρα ως πέρα στο χορό αυτόν
πέρα ως πέρα στο χορό των στιγμών
πέρα ως πέρα στο χορό αυτόν
πέρα ως πέρα στο χορό των στιγμών
πέρα ως πέρα στο χορό αυτόν
πέρα ως πέρα στο χορό των στιγμών
πέρα ως πέρα στο χορό αυτόν
πέρα ως πέρα στο χορό των στιγμών
πέρα ως πέρα στο χορό αυτόν

εξεγέρσεις ονείρων
εξεγέρσεις ονείρων
εξεγέρσεις ονείρων, αποστάτες μικρών γυρισμών
εξεγέρσεις ονείρων, αποστάτες μικρών γυρισμών
απατηλά όνειρα, του χρόνου τα χνάρια
έξω απ' τον κόσμο, μόνοι κοιτάμε
έξω απ' τον κόσμο, μόνοι κοιτάμε
όσα χάσαμε, ποτέ δε γυρνάνε
όσα χάσαμε, ποτέ δε γυρνάνε
βαθιά μες την πλήξη οι χειμώνες γερνάνε
βαθιά μες την πλήξη οι χειμώνες γερνάνε
παιδιά τη νιότη σκορπάνε
παιδιά τη νιότη φυσάνε
σε πολύχρωμους κήπους το τέρμα ζητάνε
σε πολύχρωμους κήπους το τέρμα ζητάνε

πάνω στο δρόμο, χωρίς να θυμάμαι
πάνω στο δρόμο, χωρίς να θυμάμαι
πέρα ως πέρα στο χορό αυτόν
πέρα ως πέρα στο χορό των στιγμών
πέρα ως πέρα στο χορό αυτόν
πέρα ως πέρα στο χορό των στιγμών
πέρα ως πέρα στο χορό αυτόν
πέρα ως πέρα στο χορό των στιγμών
πέρα ως πέρα στο χορό αυτόν
πέρα ως πέρα στο χορό των στιγμών
πέρα ως πέρα στο χορό αυτόν