Τρίτη 17 Ιουνίου 2014

Δυικό σύμπαν

με κούρασαν οι λέξεις
οι αναστεναγμοί
οι βαριές πατημασιές
και τα φιλήδονα νιαουρίσματα
οι δυνατές κραυγές
και οι παραχωρήσεις
οι αλλότριοι εαυτοί
και τα καταπονημένα αστεία
οι φλυαρίες
για μια υπέροχη ζωή
και οι απαιτήσεις
από μια ατίθαση κόλαση
να με περιμένει
όσο χρειαστεί

κάπου σε κάποιο παράλληλο σύμπαν
υπάρχει μια Δέσποινα
που αναπνέει.

αγαπάει τη ζωή και το θάνατο μαζί
και προκαλεί εκρήξεις
πυρπολεί και πυρπολείται
κάθε μέρα
ξαναγεννιέται
και σφάζει κατακρεουργημένες μελωδίες
η Δέσποινα
που τραντάζεται και καίει.

κάπου στα έγκατα των ατελείωτων δωματίων
του μυαλού της
σαν υπόηχος ουρλιάζει η ύπαρξή μου αυτή, η ανυπόστατη.

ο χρόνος γελάει σατανικά
στα κουφώματα των σάπιων τοίχων
και όλοι γιορτάζουν πριν την τελική συνάντηση
με την αποτέφρωσή τους

μια παρανοϊκή σιγή
μου τρώει τη σάρκα υποτονικά
ανώδυνο, όταν υφίσταται
μέσα απ' το γυαλί

το σύμπαν, ύπουλα προσπαθεί
να με συμφιλιώσει με την παραίτηση
ασθμαίνοντας βουβά κι ανυποχώρητα
μπροστά μου
πνίγοντας με σκόπιμα

δεν ξεχωρίζουν οι νότες πια
απ' τις συλλαβές
μόνο οι υπόχωροι του διανυσματικού μου κενού
με σημαδεύουν τραγουδώντας
κοχλάζοντας σε μια μελωδία
-τη δικιά μου μελωδία-
σκοτεινή κι ασύμβατη
αιχμηρή και απάνθρωπη
που δεν πρόκειται ποτέ να γραφτεί.
το χάος κινείται ύπουλα
και τα βραχνιασμένα μικρόβια
του εγκεφάλου μου
το χαϊδεύουν.

Τετάρτη 28 Μαΐου 2014

Jolly Roger ft. Βδέλυγμα - 06 (Κενό)

Μην μου χτυπάτε την πόρτα

δεν σας ανοίγω
Έτσι κι αλλιώς σε λίγο 
σκόπευα να φύγω
Έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν ήξερα 
τι έπρεπε να κάνω
για ν’ ανήκω σ’ ένα σύνολο
Ποτέ δεν είχα πλάνο
Λέω να την κάνω
αφού ποτέ δεν σας κατάλαβα
ή μήπως τα κατάλαβα όλα
και σας σιχάθηκα;
Λυπάμαι που τρελάθηκα νωρίς
Μαζί μου δεν θα φύγει κανείς
Είμαι σαφής;
Είστε κανίβαλοι
Κι εγώ επίσης
Τί να τις κάνω
τόσες ώρες συζητήσεις;
αφού η λογική αναζητάει επιβολή
είμαι παράλογος
και άντε τώρα να με πείσεις
Ομολογώ πως έχει πλάκα
να σας βλέπω να χτυπιέστε
να φωνάζετε,
στην πρώτη ευκαιρία να καυχιέστε
να γκρινιάζετε
μα με κουράζετ’ ώρες-ώρες
με κουράζετε
γιατί μου μοιάζετε
Τρέχετε,
μισείτε
και ζηλεύετε
πληγώνετε,
χτυπάτε,
ανασαίνετε
κλέβετε,
αποφεύγετε,
αρπάζετε
αντέχετε
κι ανέχεστε
επιβιώνετε,
γαμιέστε
και μετά απλά πεθαίνετε
Μην μου χτυπάτε την πόρτα
δεν το αντέχω
Σήμερα αποφάσισα απ’ όλους σας ν’ απέχω
Μόνο για σήμερα, γαμώτο!
Γάμησε το
Δεν θα φύγω
Κάντε με ό,τι θέλετε, αρκεί να βλέπω ήλιο

[Βδέλυγμα]
Είμαι μια σκιά σαν όλες τις άλλες, για όλους τους άλλους
που γίνεται ορατή μέσω του ακούσιου χρωματισμού στα ρούχα της
Το πιο κοντινό σ’ επιλογή είναι να προτείνει πως θα ντυθεί
απλά για να δει της προτροπές της να γκρεμίζονται

Καταβάθος δεν ξέρω ούτε εγώ ποιος είμαι. Περιμένω να μου πείτε
Περιμένω να μου παραδώσετε τον εαυτό που οραματίζομαι

Κάθε δράση στη δικτατορία των εξελιγμένων όντων
είναι ένας λαμπρός πειραματισμός
μα και μια βόμβα συνεχώς σε ετοιμότητα
Που εκρήγνυται συχνά-πυκνά

Η φλόγα της κομίζει καταφύγιο, ζεστά κορμιά
ή με πλακώνει στο ίδιο μου το μέρος που νόμιζα σπίτι
κι οφείλω να με ξεθάψω, έπειτα να χτίσω νέο

Ο μόνος λόγος που εκλιπαρώ να μ’ αγαπήσετε
είναι γιατί θέλω πολύ να μ’ αγαπήσω
Ντρέπομαι, μα είναι αλήθεια
Δεν ξέρω πόσοι με καταλαβαίνουν
αλλά δεν είναι όλοι απαραίτητοι

Το υπεροπτικό σεντόνι στο κοιμητήριο μου
λεκιάζει επικίνδυνα, είμαι πιο τρωτός απ’ όσο νόμιζα

Βοηθήστε με να θεωρώ ότι με ξεπέρασα
Να νιώσω την πολυπόθητη δύναμη
που κατοικεί ανάμεσα στον εμπαιγμό
και τη σιγουριά της αποδοχής

Πρέπει να γίνω ορατός αξιοπρεπώς
Παρακολουθώ τη γλώσσα του σώματος
με μεθοδικό άγχος, μιλάω σαν να μην έχω τίποτα
μα όταν έχω τρέμω

Να βρω ενα καλό αστείο, μια πρωτότυπη ιδέα
ένα επιχείρημα, να με τοποθετήσω στο χάρτη
είτε να μαχαιρώσω την πλήξη στην φουσκωμένη της κοιλιά

Βλέπω τον κόσμο μέσα απο κινηματογραφικά φίλτρα
που μεταβάλλονται ανάλογα με το ρεύμα η το νεύμα
του σκηνοθέτη (ή του υπεύθυνου φωτογραφίας)

Η αβεβαιότητα τρέχει πιο γρήγορα από τη νοητική μου εξέλιξη
τροφοδοτούμενη από την ανέλπιδη εξέγερση

Αν έτρεχα γυμνός κανείς δε θα μ’ αντίκρυζε και ο καθρέπτης θα αυτοαναιρούταν
Ωστόσο αν γνώριζα τον τρόπο θα το ρίσκαρα

Σάββατο 24 Μαΐου 2014

εμετός

ένα απρόοπτο μηδενικό που δεν προβλεπόταν να είναι, όταν εγώ απουσίαζα από την απόφαση της δημιουργίας μου, απόπειρα σύγκλισης στις σκέψεις που μάχονται, εγκυμονώ μια διαταραχή που ξερνάει, η σκέψη μου τρέχει πιο βασανιστικά απ το χάρτη μου, προσπαθόντας να λύσω το γρίφο μου, να αντιταχθώ στον κανόνα μου, τι θα μπορούσε να έχει η παράνοια που να την κάνει γοητευτική, η προσπάθεια να αποτυπώσεις την τρέλα στο χαρτί απετεί μουσική, μια μέρα ξεκοιλιάστηκε το είναι μου για να συνεχιστεί η ζωή, σέρνονται μέσα μου ερπετά και καταλήγουν αετοί, τα στέλνω πίσω στη μάνα τους να προαναγείλουν τη συντριβή μου, κάτι που πάλευα μέσα μου να ξεγράψω όταν όλοι μετρούσαν αντίστορφα, ίσως η λύση ήταν τα περίστροφα, κι όταν προσπαθώ να δείχνω φυσιολογική αναιρώ με ακρίβεια το ψέμα που μουλιάζει στα σκέλια μου, η λειτουργία του εγκεφάλου μου προορίζεται σκόπιμα και βέβαια στη συντριβή, τι γοητευτικό θα μπορούσε να έχει η παράνοια, όταν κανείς δεν μπορεί να ακούσει τις σκέψεις σου, θέλησα να μου αντιταχθώ, μα υπάκουσα με ρίγος στη συνέχιση του είδους, προσπαθώ να βρω το λεπτό σημείο πέρα απ' το οποίο υποκρίνομαι στον εαυτό μου χωρίς να το νιώθω και το δευτερόλεπτο που το συνειδητοποιώ, ψάχνω το λόγο αυτής της υποκρισίας, όταν όλα φαίνονται βάναυσα, με υποτάσουν βάναυσα σε μια αλήθεια που τους συμφέρει, πώς μπορείς να το παρατραβάς υποκρινόμενος κι αυτό να σου δίνει την ελπίδα  πως όλα θα μεταμορφοθούν σε τέχνη, χα, μάλλον κάτι το τεχνιτό που εκείνη την ώρα επινόησες για να αισθανθείς πως κάπου καταλήγει όλο αυτό, που μάταια προσπαθείς να μετατρέψεις σε σκόπιμο, μάλλον κάποιον προσπαθώ να ξεγελάσω ότι κάτι φτιάχνω, ο εγωισμός μου να σας πείσω ότι εγώ ορίζω τη ζωή μου κι ότι όλα αυτά τα ασυνάρτητα θα καταλήξουν κάποια στιγμή κάπου, υποκρισία στην υποκρισία, και κάπου εκεί μέσα το εγώ μου ψυχομαχεί να ξεφύγει, η αηδία προέρχεται απ' τον εφησυχασμό, για να το λέει ο νους μου αυτή τη στιγμή κάτι θα ξέρει, εγώ απλώς υπακούω στις εντολές που μου δίνει μέσα απ' το βούρκο των συναντήσεων, οι σκέψεις μου συναντιούνται και απομακρύνονται σε λάθος λεωφόρους, ένα λεπτό πριν με αντικρύσω μου λέω πάντα αντίο και υπεκφεύγω, δειλιάζω στην ιδέα να μ ανατρέψω γι αυτο με συντηρώ με σωληνάκια καταδικάζοντάς με στην απόρριψη απ' τον ίδιο μου τον εαυτό, κανείς δεν μπορεί να με αποδεχτεί γιατί κανείς δεν με ξέρει στ' αλήθεια, σας δείχνω μόνο ένα κομμάτι του περιτυλίγματός μου που θέλω να δείτε, ή που θέλω να λέω ότι το θέλω, γιατί είπαμε υποκρίνομαι συνειδητά πλέον ότι με ξέχασα, με ξέχασα, χάθηκα κάπου στις παρομοιώσεις, εκεί που λέγαμε το στίχο, πως τον έλεγαν; εκεί που όλοι ήταν ζευγάρια και βούρκωναν στους αποχωρισμούς, εκεί που κάθε κείμενο τελείωνε δραματικά ή με κάποιο δυναμικό μήνυμα, εκεί που το κείμενο τέλειωνε προσπαθώντας να πει κάτι, όχι, εγώ δεν θα καταλήξω πουθενά σταμάτα να διαβάζεις, σταμάτα να γράφεις, κανείς δεν πρόκειται να μυηθεί στο ψέμα που φτιάχνεις, κανείς δεν πρόκειται ποτέ να ερωτευτεί την παράνοια σου, σταμάτα να αναπνέεις βούλωσέ το, απαγχώνισε την κάθε αρτηρία του εγκεφάλου σου πιέζοντας τον μανδύα των ανυπέρβλητων προσωπείων σου, κάπου εκεί ανάμεσα σπαρταρούσες και αφόρητα έσκαγες, κάπου εκεί ανάμεσα πέθανες μωρό μου, εκκολάπτεις μια βασίλισσα! μα πως μπορεί να μην το βλέπεις κάντους να σε σιχαθούν, οι εικόνες ξεπροβάλλουν τώρα καρεδάκια, η μνήμη λοξοδρομεί στη θεωρεία, ψάχνει στιγμές, στιγμές, ο προγραμματισμένος εγκέφαλος σου ψάχνει στιγμές αληθινές, το πρόγραμμα τρέχει και δεν βρίσκει τίποτα προσπερνάει, καρεδάκια, φλιασιές απ' όταν ήσουν έμβρυο, που να ξερες τότε πως στα είκοσί σου θα βουρκώνεις κοιτάζοντας τη μνήμη να θυλάζει στιγμές ανύπαρκτες, οι μέρες γίνονται χώρος, αποκτούν υπόσταση και με κλείνουν, με κλείνουν, τα χέρια μου σπάνε απ' την συμπίεση, τη συμπίεση, θα μπορούσε σε κάποιο σύμπαν η παράνοια να είναι γοητευτική και ο έρωτας ένα τεράστιο σφάλμα, ναι είναι πικρό να νιώθεις ανύπαρκτος κι ότι οι άλλοι σε προσπερνάνε, αλλά εγώ το έχω ξεπεράσει αυτό το στάδιο, δεν περιμένω τίποτα γιατί γνωρίζω τι καθάρματα είστε, κι όταν όλα τα περιμένεις, ξέροντας απ΄την αρχή το τίμημα, όταν έχεις ζήσει μέσα απ' το γυαλί, εκείνο το παραμορφοτικό και όλα από πίσω ζουν, κι εσύ τα παρατηρείς, τότε φαίνονται όλα τόσο καταραμένα προβλέψιμα, και προγραμματισμένα, τότε σιχαίνεσαι να δράσεις γιατί γνωρίζεις την κατάληξη, τότε η ασχήμια γίνεται μάνα σου, και ξέρεις πως δεν θα έχεις να πεις καμία ιστορία σαν πεθάνεις, πως οι ζωές ήταν των άλλων, οι αγάπες, οι κραυγές, οι στιγμές το χάραμα και τα ψυχολογικά, όλα ανήκαν στους άλλους, στη μάνα ζωή, και ύστερα χλωμιάζω, είμαι χλωμός, γίνομαι κάτι παράταιρο, ξένο, οι λέξεις μ εγκαταλείπουν, τα πρόσωπα σβήνουν, κι όμως εκείνη την αφόρητη στιγμή καμιά ποίηση δεν χωράει στους τοίχους που με κλείναν, και θέλω να το φωνάξω αυτό, να το φωνάξω μ' όλη την ένταση της λαλιάς μου, μ' όση ένταση μου χει απομείνει ΚΑΜΙΑ ΠΟΙΗΣΗ ΔΕΝ ΧΩΡΑΕΙ ΕΔΩ, όταν το τοπίο χαράζει, το μυαλό χαραμίζεται και τσουρουφλίζεται και τίποτα δεν είναι πια γοητευτικό, και όλα καταλήγουν σάπια να με σαμποτάρουν, το γυαλί δεν θριμματίζεται οι εικόνες χάνονται όλο και περισσότερο γίνονται θωλές, πιο θωλές και ίσα που αχνοφαίνονται, και δεν θέλω να με λυπάστε, ξέρω πως εγώ σας λυπάμαι πρώτος, κι ύστερα πάλι γίνομαι κάποιος άλλος, γιατί δεν θέλω να σταματήσω να γράφω σε κάποιο σημείο που θα έχει κορυφωθεί κάποιο νόημα, όχι, μάχομαι με το υποσυνείδητό μου, κουράζω το μυαλό μου τώρα, μόνο και μόνο για να σας αποδείξω ότι δεν με νικήσατε, όχι, υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι δεν θα μιλήσω ποτέ για εκείνο το βράδυ που όλα κατασπαράχτηκαν μέσα μου, όχι, δεν θα μάθετε ποτέ, για εκείνο το απαίσιο, το θλιβερό το σιχαμένο βράδυ, δεν θα σας χαρίσω ποτέ τις παράξενες νότες μου, σκιαγραφούν μια μελωδία που μόνο εγώ έχω μες το κεφάλι μου και δεν θα τη χαρίσω σε κανέναν σας, και καμία ποίηση δεν χωράει εδώ, θέλω να το ουρλιάξω ώσπου να σπάσει ο λαιμός μου και να πέσει το σώμα μου κούφιο στο έδαφος, όχι δεν θα το τελειώσω, τελειώσαν τα ψέματα και οι ωραιοποιήσεις, και τα ίδια και τα ίδια που κάθε μέρα με κάνατε να πιστεύω ότι μου έφταιγαν, όχι, αφού κανείς δεν νοιάζεται στ' αλήθεια, και για ποια αλήθεια μιλάω, όσα έχω γράψει είναι ψέματα και αναζήτηση προσοχής, τίποτα που να θυμίζει εμένα, θα πεθάνω και δεν θα με καταλάβαιτε ποτέ, το έχω αποδεχτεί και καλά θα κάνετε, δεν με αφορά, αφού όλοι αναμασάτε τα ίδια και τα ίδια σαν να γράφετε έκθεση, προσπαθείτε να κολλήσετε τα κλισέ σας παντού, σας σιχάθηκε η ψυχή μου, εκκολάπτετε την αβασιμότητα, και το μεγαλείο σας φτάνει μέχρι εκεί που μπορείτε να φτύσετε, η παράσταση τελειώνει κι όλοι φεύγουν ευτυχισμένοι, σας κάνουν να πιστεύετε ότι φύγατε ένα τόνο σοφότεροι και αύριο όλα συνεχίζονται ομαλά και μια μέρα πεθαίνετε ομαλά, και γι αυτό σας λυπάμαι, και με λυπάμαι που δεν μπορώ να ανασάνω εδώ ασφυκτυώ.

ΥΓ
το είναι μου τρώει φλασιές δεν μπορώ να σταματήσω, τρέμω
κι η σκέψη μου κάνει χιλιόμετρα
πριν περπατούσα και έχανα σκέψεις, είναι ακόμα τόσα, και τόσα, και με μισείτε το ξέρω.
κι αν το σύμπαν συμφωνεί να εναρμονίζεται η ψυχή μου με τον κόσμο, μια φορά το χρόνο
δε μου αρκεί για να μην λυποτακτήσω

Δευτέρα 19 Μαΐου 2014

απομόνωση

η φλέβα μου
είχε πάντα κάτι
υπολείμματα
απ' τους ορούς των νοσοκομείων

οι σωλήνες
βρώμισαν καπνίλα
στα πνευμόνια
ουρλιάζει η πίσσα

νιώθω σαν υπόδικος
σε λάθος δικαστήριο

μια τελευταία ματιά σου
με κατέλυσε
απ' τα κόκαλα ως τη σπλήνα μου
κατέρρευσα

να ξαναορίσεις την τρέλα
να μην εννοείται όπως στις ταινίες
αλλά μια δεύτερη μορφή ύπαρξης

πνίγομαι σ' έναν κόσμο
αδικημένων αισθήσεων 
η φύση μου με ξεπερνά

κάτι μέσα μου θέλει
εκκωφαντικά
να βγει απ' το δέρμα μου

κι όλο ζητάω τη λύτρωση 
κι όλο με στήνει

παρά τέταρτο
και τέταρτο
και είκοσι

είκοσι χρόνια 
σελίδες βιβλίων μετέωρων
εικόνες άγραφες
πρόχειρα διατυπωμένες στιγμές
για κάποιο λόγο
πάντα ανολοκλήρωτες
που δεν ανήκαν σε καμιά πραγματικότητα

προσπαθώ να θυμηθώ τα γεγονότα
όπως έγιναν
και δεν μπορώ να το συλλάβω.

ίσως ποτέ να μην έζησα αυτό που συνέβη
μα πάντα θάμπωνε το βλέμμα μέσα από κατοπρτικό γυαλί
και όλα διαστρικά και υποσυνείδητα ζούσαν
μακριά μου

ίσως οι εικόνες που συγκράτησα
να ήταν μέρος ενός σχεδίου κάποιου αόρατου ξένου
να μένουν πάντα θαμπές κι ανολοκλήρωτες
διαστρεβλωμένες

ίσως η μνήμη μου επιλεκτικά 
με έκανε να μοιάζω παραμορφωμένη
στα μάτια μου

ίσως τα μάτια μου
αδυνατούσαν να συλλάβουν τη λογική του κόσμου

ότι εκφράστηκε στο παρελθόν
με τόση πίστη και πάθος
πλέον το χλευάζω 
γελώντας με την τύφλωσή μου

πώς είναι δυνατόν τότε να έβλεπα έτσι;

να ξεσκίσω τη σάρκα μου
να βγω.

να βγω.

πώς είναι δυνατόν να έγιναν έτσι όλα
γιατί έτσι...

δεν θα μπορούσε ας πούμε
να μην γράφω ποιήματα
να είμαι κάποια πόρνη
τη δεκαετία του 70'
και να γλεντάω με τις άλλες πόρνες
πίνοντας ουίσκι
δεν θα μπορούσε ας πούμε
να μου άρεσε το ουίσκι;

χάθηκα πάλι
στις διακλαδωμένες πιθανότητες
προς το παρόν
ξέρω πως το αίμα στις φλέβες μου κυλάει πυχτό

βγαίνω έξω απ΄το βιβλίο μου
η σελίδα μου σπαρταράει
έξω απ' το κείμενο

κλείνω τα μάτια στον κόσμο
τα μάτια κυλάνε πυχτά
στον κόσμο
μετέωρος ο νους
διχάζεται ξανά

κλείνω τα μάτια στη ζωή
έτσι κι αλλιώς κι αυτή 
κυλάει παράτερα

κλείνω τα μάτια στους γονείς
στους γνωστούς
στους θεατές

και κλείνομαι.





Σάββατο 17 Μαΐου 2014

όλα με δείχνουν γελώντας
παραμιλώντας
αγκομαχώντας
ασθμαίνοντας

τα χέρια μου διαχωρίζονται
διαχωρίζονται!

το ένα δείχνει
το κενό
το άλλο
τα πάντα

έντεκα εκατοστά
μακριά
από μένα

λήθαργος

τι να σου πω και σήμερα
σαν όλα να συμβαίνουν
κάπου αλλού
κι εγώ αμέτοχη
πίσω από ένα παραβάν
να τα παρακολουθώ

καμιά φορά κλαίω
αλλά ακόμα και το ξέπσασμά μου
συμβαίνει πίσω από ένα γυαλί
αδυνατώ να επαναπροσδιορίσω
την ένταση
τη φυγή
την υπόσταση

ακόμα και η απληστία μου
ενσωματώθηκε πλέον
στα μέτρα μιας εγκληματικής λογικής
με νοήματα που δεν φανερώνονται
παρά μόνο πίσω και έξω από μένα
χωρίς να καταβάλει την παραμικρή προσπάθεια
ο οργανισμός μου
να τα συλλάβει

οι κινήσεις μου
περιορίζονται σε μια ευθεία γραμμή
με στόχο μια ανάγκη που παραπατάει

τα μεγάλα μου όνειρα
οι σπαραγμοί, οι έντονοι σπασμοί
τα υπέρμετρα θέλω μου
η ποίηση των φόβων μου
με εγκατέλειψαν πια
ξέμειναν μόνο κάτι παρορμήσεις
της στιγμής
ιστορικά στοιχεία

όσο προχωράω
χάνομαι όλο και πιο βαθιά
στη σχιζοφρένεια των χαμένων δευτερολέπτων
η απομόνωση αντί να με δαμάσει
με έχει καταδικάσει στην αποσύνθεση
κι όλα αχνοφαίνονται στο βάθος
σαν πεθαμένη ανάμνηση
ο χρόνος διασκορπίζεται
τα δευτερόλεπτα χορεύουν μπροστά μου
κι εγώ με μάτια σχεδόν κλειστά
τα παρακολουθώ ανίκανη να αντιδράσω

κάποτε πίστευα πολλά
είχα φωτιές μες το κεφάλι
κι αυτή την απροσμέτρητη αγωνία
να τα κατακτήσω όλα.

τώρα χάνομαι όλο και πιο βαθιά
στην πιο σάπια απόχρωση του λευκού
κι η δυνατότητα υπέρβασης
είναι αντιστρόφως ανάλογη
του χρόνου που κυλάει

ένας χρόνος χαρισμένος
σε μια ατέρμονη παράνοια που
τρώει και τρώγεται
και που σπάνια προσπαθώ πια
να πολεμήσω

παραδομένη στο λήθαργο
χάνω τη ζωή μου
χαμογελώντας στο ρολόι
ξεσπώντας στις μέρες
που δεν λυτρωθήκαν
ξερνώντας στους τοίχους
στιγμές που χαθήκαν
ξεχνώντας
λίγο λίγο
τον εαυτό μου
στα σκουπίδια

ξεσπάω
ξερνάω
ξεχνάω
χωρίς ποτέ
στ' αλήθεια
να ξυπνάω.
συντηρώντας την ανυπαρξία
με τη φοβία
πως όλα θα ξαναϋπάρξουν
παραλληλίζοντας

με την ελπίδα
της δυτικής μετάνοιας.

ο δυϊκός εαυτός αυτοδιαιρείται.

Τρίτη 13 Μαΐου 2014

για την Γιουδήθ

έφυγες και δεν πρόλαβα να σου πω τίποτα πάλι!
όσο εισπνέω, τιθασεύω τ' αυτονόητα, γεμίζω απ' τον κόσμο.
η εκπνοή μου, ξέρασμα και χολή στ' απόβλητα που ρίχνουν
και ξεβγάζουν μ' αυτό την εικόνα μας.
οι σκέψεις αποκτήσαν υπόσταση και με βαρύναν
ο όγκος τους μου ζουλάει τον εγκέφαλό  και οι στιγμές μ' ευνουχίζουν.
περπατάω στον άδειο δρόμο
χωρίς να είμαι σίγουρη ακριβώς αν με βλέπουν στ' αλήθεια.
.
όλοι βγάζουν φωτογραφίες εδώ και ρωτάνε
"πώς φαίνομαι;"

εγώ φαίνομαι;
ή όλα μου τα κύτταρα διασκορπίστηκαν σ' ένα σύμπαν
αδιανόητο;

αδυνατώ να συλλάβω την έννοια της κίνησης
όταν ακροβατούν μέσα μου οι λέξεις χωρίς 
συγκεκριμένη μορφή

και .

ήταν κρίμα που όλα κατανοήθηκαν γρήγορα.
όλα εκφράστηκαν ήδη από τρίτους
και ο εαυτός μου δυσπιστεί ακόμα
για το ποσοστό της ανυπαρξίας μου.

οι ομορφιές στη σκιά
πάλλονται στα χέρια σου
σαν φυλαχτό.

οι μέρες στη σκιά
πυροβολούν τη νιότη μας 
κι εμείς γελάμε
ξέροντας πως ζούμε δοκιμαστικά
κρατώντας το σπίρτο της ανάφλεξης
των παιδικών μας δώρων.

αλυχτώντας
ο φλεγόμενος εαυτός
στα πέρατα
της γης

προσκαλώντας 
ο κούφιος
το τίποτα 
να μας δικάσει

έχω φωνές.
έχω χιλιάδες φωνές
στο ριπλέι να παίζουν
το ρέκβιεμ του εγκλωβισμένου εαυτού.

κάποτε έλεγα.
πως όλα αυτά θα μου φέρουν τη λύτρωση
από κάπου μακριά θα την φέρουν
σ' ένα κουτί τυλιγμένη
θα μου φέρουν τη λύτρωση

κάποτε έλεγα πως ότι συμβαίνει δε χάνεται
όλα αποθηκεύονται στο μαγικό κουτί
ενός χρόνου ανάστροφου
πως όλα θα σμίξουν μια μέρα.
να με γιορτάσουν.

κάποτε έλεγα πως τίποτα δεν ευνουχίζεται
πως άμα η ψυχή σπαρταράει
θα ανασάνει ολάκερη
κάποτε.

πάντα ένα βήμα πριν από μένα
δικάζω 
δαμάζω 
διατάζω
εμένα.

ένα βήμα πριν το χρόνο
εκβιάζω και προκαταβάλλω
το αύριο.

οι  ψυχαναγκαστικές μου φοβίες
στραγγαλίζουν όλες τις αυτοσχέδιες στιγμές
και μου προσφέρουν
μια πολύ καλά σχεδιασμένη αποτυχία.

κι αν η ζωή βρίσκεται
σ' αυτές τις αυτοσχέδιες στιγμές
μέσα απ' τον κινηματογράφο πώς συμβαίνουν
σχεδιασμένα αυτοσχέδιες;

ίσως σε μια ζωή "σαν ταινία"
εκκολάπτονται περισσότερες ομορφιές
πώς μπορεί όμως αυτό να συμβεί;
θέλει ταλέντο η ζωή;

ίσως θέλει να μπορείς να δέχεσαι
πάντα να δέχεσαι αυτό που έρχεται 
και να μην το προδικάζεις.


με τόση επιμονή θέλησα
να αυτοσχεδιάσω όπως ακριβώς το είχα στο κεφάλι μου

οι αντιφάσεις
με ρουφάνε σκόπιμα.

η τυχαιότητα που εγκυμονεί την απολυτότητα

το χάος που αναθρέφει στους άπειρους μαστούς του
την τάξη.

η τρέλα 
όχι για την τρέλα 
δεν θα μιλήσω.

είναι ένα αδιόρατο φράγμα
που κάπως σχετίζεται με την λέξη "επιστροφή"
αν το υπερβείς.
δεν θυμάμαι τώρα.

κάπου διάβασα πως η τέχνη
είναι ένα μέσο 
προς κάτι που θέλουμε

κι όταν αυτό επιτευχθεί 
η τέχνη χάνει την αξία της.

κάπου άκουσα
πως 
η τέχνη δεν ψάχνει λύσεις
η τέχνη ανέκαθεν έψαχνε έβρισκε και συντηρούσε αδιέξοδα.

μια αρρώστια η τέχνη.
ένα κενό που διατηρείται ζωντανό με σωλήνες
μια κραυγή στο μεγάφωνο 
ένα σωρός από μισοπεθαμένα συναισθήματα
που πάλλονται να (δια)σωθούν 
λίγο πριν τα τινάξουμε.

κι εδώ ρωτάω:
να σωθούν ή να διασωθούν;

κάποτε έλεγα 
πως ο λόγος που ακόμα ανασαίνω
είναι η ιδέα της ακόμα αδιαμόρφωτης δημιουργίας
μια βαριά ανάσα, ένας τελευταίος λυγμός
που ακόμη δεν βγήκε.
σαν να περιμένω αυτή τη στιγμή πριν σβήσω.

η τέχνη.
(που δεν μ αρέσει καν το όνομα
θέλω με άλλο τρόπο να το προσδιορίσω)
είναι για μένα
αυτή η ύστατη προσπάθεια υπεκφυγής απ' την απόλυτη συντριβή
ακόμα κι όταν γνωρίζεις ότι αυτό είναι αναπόφευκτο
για μερικά δευτερόλεπτα 
αυτή η κίβδηλη αίσθηση της απελευθέρωσης.

δεν ξέρω γιατί συνεχίζω να γράφω
τα χέρια μου επαναστατούν εναντίον μου
και μου ορμάνε.
πώς να στο πω;

μοιάζουμε.
κι αυτό αυτόματα
μας δίνει την ψευδαίσθηση
ότι πυροβολάμε τη μοναξιά
με δανεικό περίστροφο.









Τρίτη 6 Μαΐου 2014

όλα υπάρχουν
κι εσύ τα διατάζεις
με μια σύριγγα και μια κλωστή
με διχάζεις
με δόσεις φυγής
με σκεπάζεις
λες και θα μπορούσα
ποτέ να μην σ' έχω

τις ώρες που
χώρες αλλιώτικες
και βουνά φλογισμένα
μου τάζεις
εκκωφαντικά
και αργά με σπαράζεις
γελάς
τσουρουφλίζοντας πάντα
στα χείλη μου
το πικρό δώρο
του αποχωρισμού


Δευτέρα 31 Μαρτίου 2014

συμβαίνω

συμβαίνω
κι όταν συμβαίνω
γίνομαι κομμάτι
μιας αμφίρροπης
πραγματικότητας
αποκομμένο
ξένο
σ' ένα κλουβί
συμβαίνω
με ρυθμό
άτσαλο
απορυθμισμένο
τα μάτια
των νεκρών
απολυμαίνω
ανασταίνω
άρρωστημένα κύτταρα
σώμα λειψό
απονευρωμένο
τ' όνειρο το λευκό
το ξεπλυμμένο
περιμένω
κι όταν συμβαίνω
ανεβαίνω
και χλομή διχάζομαι
κοχλάζω
κατεβαίνω
στη βουή
χολαίνω
παραβαίνω
νόμους μιας σιωπής
τις σκέψεις των νεκρών
καταλαβαίνω
στην κόλαση διαβαίνω
παραμένω
σκόπιμα άσκοπη
σ ένα χορό πνιγμένο
και αποβαίνω
πάντα ανώφελη
κάθε πρωί
αλλιώτικα
κουτσαίνω
χάραμα σέρνομαι
και βγαίνω
πάντα δεύτερη
αναμένω
τη γη να με ρουφήξει
να με πνίξει
στην ενόραση
μαύρο θεριό βυζαίνω
ένα θεόρατο
ποτέ και
απομένω
πάντα στο τίποτα
βουβα κι
απάνθρωπα
γλυκαίνω
ψάχνω να βρω
το πρώτο εκείνο
άγγιγμα
το ξαναμένο
μένει χαμένο
έχοντας πάντα
μια πνοή
αργοπεθαίνω
από τις πύλες
τις αβύσσου
ξαναβγαίνω
απ' τ άδυτα χωρίς
χωρίς ποτέ
στ' αλήθεια
να συμβαίνω.

Πέμπτη 20 Μαρτίου 2014

μαξιλαροπόλεμος

η ζωή είναι η μικρή μου αδερφή
για πλάκα μου βαράει μπουνιές
κι εγώ μουτρωμένη τη σπάω στο ξύλο
ύστερα μουτρωμένες κι οι δυο
παίζουμε μαξιλαροπόλεμο

ανάπαυση

τις πρόχειρες απαντήσεις
που δίνουμε στους εαυτούς μας
τις ώρες που είμαστε
ντυμένοι πρόχειρα
μετρώντας τα νύχια των δράκων
αψηφώντας το αβάσταχτο αύριο
κι εκλιπαρώντας το λάθος
να μας αναγνωρίσει
ως θετά -έστω- παιδιά του.

τις πρόχειρες απαντήσεις
εκείνες που δίνουμε για να ξεχάσουμε
τις γρήγορες βόλτες μας στο υποσυνείδητο χθες
τους φοράμε πάμπερς και τρέχουμε
άσκοπα ν' ανταμωθούμε με το ατέρμονο τώρα
μ' ένα γυμνό, κίβδηλο αντίο
στα ποτέ μας.

Τετάρτη 19 Μαρτίου 2014

το ψέμα

εν αρχή ήν το χάος.

και ο άνθρωπος είπε.
ας φτιάξουμε ένα τιγάνι!
να μάθουμε να τρώμε σαν άνθρωποι
και ο άνθρωπος είπε
ας δημιουργήσουμε μια χέστρα!
να μάθουμε να κατουράμε σαν άνθρωποι
και ο άνθρωπος είπε
ας κατασκευάσουμε ένα κρεβάτι!
να μάθουμε να κοιμόμαστε σαν άνθρωποι
κι ο άνθρωπος είπε
ας κατακρεουργήσουμε το χάος
να μάθουμε να ζούμε σαν άνθρωποι
κι όλα έγιναν αργά κι η ιστορία μεγάλωνε
κι ήθελε εκδίκηση.
και είπε ο άνθρωπος
ας χτίσουμε σχολεία
να μορφωθούμε σαν άνθρωποι
πρέπει το χάος να δαμάσουμε
να χτίσουμε σχολεία!
κι έτσι ξεκίνησε το ψέμα.
πρέπει ο άνθρωπος να μορφωθεί δεν είναι ζώο.
η γνώση είναι προνόμιο είναι πηγή!
πρέπει ο άνθρωπος να μορφωθεί 
ας του φτιάξουμε βιβλία 
ας του δώσουμε κάποιον ειδήμονα 
να του τα βάλει στο κεφάλι
ας τον κλείσουμε και σε τέσσερις τοίχους 
να μάθει σαν άνθρωπος 
ας βάλουμε μέσα κι άλλα 30-35 μπάσταρδα 
για να μη γίνεται αυτό 30 φορές ξεχωριστά 
ας του δώσουμε κι ένα κίνητρο
έναν καλό βαθμό ας πούμε
να συμβιβαστεί με το δημιούργημά μας
ας τον ποτίσουμε και λίγο ψέμα 
λίγες βασικές αρχές, λίγη ιδεολογία
ας τον παινέψουμε και λίγο μπας και τιθασεύσουμε
το ζώο μέσα του
κι ας τον μπολιάσουμε με λίγη ευταξία!

κι ύστερα ήρθε η επανάσταση να φέρει την αλήθεια
ζωής κουτόχορτο που μας γεμίζουν
μας χειρουργούν ειρωνικά 
με ημερομηνία λήξεως χαπάκια
και μας ξαπλώνουν τακτικά 
κι αδίστακτα στον κόσμο
μπουρδέλο οι σκέψεις
και ανάκατες
-πώς να τις νιώσεις;-
όταν νεκροί και θλιβεροί
αυτοί που στις μπουκώνουν;

κι όλα γυρίζουν προς τα μας
το δάχτυλο σ' εμάς κοιτάζει
πόσο μικροί και θλιβεροί που χτίσαμε σε λάθος ψέμα!
και μας φουσκώσαν με μάταιες φιλοδοξίες
πως τάχα γιατρός ή χειρουργός θα γίνεις
ή δικηγόρος ξακουστός 
το ψέμα να ξορκίζεις.
και χειρουργούν βαθύτερα
το ψέμα και το σκάβουν
βυθομετρούν την ύπαρξη 
σε μια ονειροπαγίδα
νεκρώνουν τη συνείδηση
και κάθε λογής δάκρυ
είναι βουβό και κίβδηλο
μπροστά στις εξετάσεις!

και εκεί ξεσπά η επανάσταση.
κι εκεί αυτοαναιρείται
κι εκεί που λες πια τίποτα απ' αυτά που σε μπουκώνουν
δεν σου κάνει
εκεί που νιώθεις πως γι' αλλού η ψυχή σου ταξιδεύει
κι εκεί που χάνεται κάθε είδους κάλπικη ευτυχία
όλα σ' εσένα γυρίζουνε κι όλα
σ' εσένα δείχνουν
κι απ' την αρχή αναζητάς το νήμα να διαλύσεις
και λες δεν γίνεται θα υπάρχει κι άλλος δρόμος
κι όμως πάντα σε κάποιο ψέμα θα πατήσεις για να ζήσεις
γιατί 
δεν υπάρχει άνθρωπος στον κόσμο που να μην έχει πιστέψει σε ένα ψέμα
είναι φυσική τάση του να πιστέψει σε κάτι ψεύτικο αλλά απλό και κατανοητό για να χτίσει πάνω του έναν κόσμο ευταξίας
αυτό αυτόματα του δημιουργεί την ελπίδα
για μια "ευτυχισμένη ζωή"
που όμως χτίζεται σε βάσεις σαθρές
κι όχι στέρεες
μα τον βοηθά να ζήσει

δεν υπάρχει η άρνηση των πάντων
για να αντιταχθείς σε κάτι
πάντα με κάτι άλλο θα συμβιβαστείς
αρνούμαι τον κόσμο
και θέλω να ζήσω έξω απ' αυτόν
μα όμως έτσι συμβιβάζομαι με την μοναξιά
αρνούμαι την υπάρχουσα δομή της κοινωνίας
θα συμβιβαστώ με το κόμμα που πιστεύω ότι θα το πετύχει
κι έτσι όλα καταλήγουν πυρετωδώς
στον φαύλο κύκλο μιας παράνοιας χωρίς τέλος
εν τέλει δεν υπάρχει σωστό ή λάθος
όλα είναι θέμα επιλογών
κι οι πεποιθήσεις βασίζονται σε ψέματα που ντύνονται αλήθειες 
επειδή έχουν χτιστεί 
πάνω σε άλλα ψέματα.

να αντιταχθείς στο ίδιο σου τον εαυτό
που τον ανέχεσαι που ανέχεται τέτοιο ψέμα
αφού αυτός ο κόσμος χτίζεται πάνω στο λίθαργο
του ζώου που αργοπεθαίνει
η ανάγκη για ευτυχία
την ανάγκη για ευταξία
η ανάγκη για ευταξία
τόσοι θεσμοί τόσοι φορείς
που οι απώλειες υπερτερούν τα ωφέλη
σαν τα χαπάκια που οι παρενέργειες
είναι περισσότερες απ' τη γιατριά τους
τόσα κουτάκια
μέσα σ' αυτά τα κουτάκια κοιμούνται
τα ένστικτα
και βασιλεύει τελικά
αυτό που θέλαμε να αποφύγουμε
και μάταια, και μάταια με ψέματα αποδιώχναμε
το χ ά ο ς.