Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2012
"kafka"
Έχω μια ανίατη αρρώστια
στην ντουλάπα μου κλεισμένη
μια μοναξιά
που μες στη δόξα της
γυμνή σε περιμένει
κι έχω μια τρύπα στο κεφάλι
για να βλέπω
ό,τι βλέπουνε και οι άλλοι
φώτιση
βγαλμένη απ’ το σκοτάδι
κι είναι η ανάγκη που με τρέφει μια ζάλη
ακόμα κι απ’ τη τρέλα
του παράλογου του λόγου
πιο μεγάλη
κι είναι οι κραυγές τους κάθε βράδυ
νανούρισμα στ’ αυτιά μου
αγωνία στα όνειρά μου
για ένα χάδι
φώτιση
βγαλμένη απ’ το σκοτάδι
Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2012
δαμάζοντας θύελλες
αυτοκτονικά σχεδόν
χαιδεύω τους γλουτούς σου
και πίσω μου καράβια
παραπατώ σ' ένα κενό αδιανόητο
επαναλαμβάνω
τον άπειρο κι άγνωστο φόβο
των άπειρων κι άγνωστων σκοταδιών
που κουβαλάω
χαιδεύω τους γλουτούς σου
και πίσω μου καράβια
παραπατώ σ' ένα κενό αδιανόητο
επαναλαμβάνω
τον άπειρο κι άγνωστο φόβο
των άπειρων κι άγνωστων σκοταδιών
που κουβαλάω
Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2012
για τους φίλους που δεν γνώρισα
είναι όπως
οι χαμένοι ποιητές και
τα χαμένα, σοβαρά τους ποιήματα
είναι όπως οι φυάλες, τα αναλγητικά
είναι σαν τα πεταμένα εντόσθια
του σκύλου στους δρόμους
και τις σαπισμένες αιμοσφαιρίνες
εγώ τους μιλάω πού και πού
τους περιμένω στο υπόγειο γλέντι μου
φοράω τα καλά μου ρούχα, τα μαβιά
και έχω μια άσπρη διάφανη ανεμώνη
να μυρίζω αναμένοντας, τις κρύες ανατριχίλες τους.
ξέρω πως δεν θα ΄ρθουν
μα εγώ τους περιμένω
με παγωμένα χέρια και μαλλιά ανάκατα
χλομά περιστρεφόμενα πρόσωπα
επαναστατημένα κι άσχημα κορμιά
κατεργασμένα
λαμπιρίζουν, ξεφυσούν, κι αναγουλιάζουν
προσκυνούν το αύριο - ως αύριο να αντηχούν
να ξεμακραίνουν
ερπετά, εκτάσεις απονευρωμένες
από γη, άνθρωποι φτιαγμένοι από γρανίτη
βιαστικοί και φιλάσθενοι
νωχελικοί
και μόνιμα μανταλωμένοι στα μπράτσα μου
σα νυχτερίδες.
τους περιμένω
όπως ο χειμώνας τις πυρκαγιές
όπως η γη τους πλανήτες
πώς ζουν χωρίς εμένα
κι εγώ νιώθοντας πως υπάρχουν;
ξέρω πως δεν θα 'ρθουν
μα έχω ετοιμάσει το τραπέζι
έχω βαφεί, έχω στολιστεί
και μια φορά αναπάντεχα
οι άγνωστοι φίλοι θα διαβούν
θα περπατούν βουβά και υπερήφανα
δίπλα μου θα καθίσουν
και θα με δουν
πώς ανατέλλω
πώς βαραίνω
και πώς χάνομαι.
οι χαμένοι ποιητές και
τα χαμένα, σοβαρά τους ποιήματα
είναι όπως οι φυάλες, τα αναλγητικά
είναι σαν τα πεταμένα εντόσθια
του σκύλου στους δρόμους
και τις σαπισμένες αιμοσφαιρίνες
εγώ τους μιλάω πού και πού
τους περιμένω στο υπόγειο γλέντι μου
φοράω τα καλά μου ρούχα, τα μαβιά
και έχω μια άσπρη διάφανη ανεμώνη
να μυρίζω αναμένοντας, τις κρύες ανατριχίλες τους.
ξέρω πως δεν θα ΄ρθουν
μα εγώ τους περιμένω
με παγωμένα χέρια και μαλλιά ανάκατα
χλομά περιστρεφόμενα πρόσωπα
επαναστατημένα κι άσχημα κορμιά
κατεργασμένα
λαμπιρίζουν, ξεφυσούν, κι αναγουλιάζουν
προσκυνούν το αύριο - ως αύριο να αντηχούν
να ξεμακραίνουν
ερπετά, εκτάσεις απονευρωμένες
από γη, άνθρωποι φτιαγμένοι από γρανίτη
βιαστικοί και φιλάσθενοι
νωχελικοί
και μόνιμα μανταλωμένοι στα μπράτσα μου
σα νυχτερίδες.
τους περιμένω
όπως ο χειμώνας τις πυρκαγιές
όπως η γη τους πλανήτες
πώς ζουν χωρίς εμένα
κι εγώ νιώθοντας πως υπάρχουν;
ξέρω πως δεν θα 'ρθουν
μα έχω ετοιμάσει το τραπέζι
έχω βαφεί, έχω στολιστεί
και μια φορά αναπάντεχα
οι άγνωστοι φίλοι θα διαβούν
θα περπατούν βουβά και υπερήφανα
δίπλα μου θα καθίσουν
και θα με δουν
πώς ανατέλλω
πώς βαραίνω
και πώς χάνομαι.
Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2012
Socos & The Live Project Band - Κοκαίνη
Κουράστηκες να ακούς μακρόσυρτες ευχές,
μικρές σποραδικές βροχές, να κυνηγάς εχθρούς
Και θες να ονειρευτείς, ξανά να ερωτευτείς
να σ' αγκαλιάσουν σαν σε βρουν οι άγνωστοι της γης
Στο παραμύθι αυτό νεράιδες δεν υπάρχουν
κι οι ήρωες που θα ΄ρθουν θα σ' έχουν για νεκρό
Και σαν θα κοιμηθείς σφιχτά θα σ' αγκαλιάσω
για σένα θα τρομάξω τους αγνωστους της γης...
Απ' την κραιπάλη που με πλάκωσε βαρειά,
παράλυτος μ' εκφυλισμένα μάτια,
ποιος θά 'ρθει να με ελευθερώσει μια νυχτιά;
Οραματίζομαι συχνά μιαν ύπαρξη
μια κόρη με τα κάλλη τα περίσσια
που θα με φέρει στην αλήθεια, ίσια
που θα με βγάλει απ' τον έκλυτό μου βίο...
Αντίο...
Θα βρω μια θεία ξεκούραση στα χέρια της,
και στο κορμί μου θ' απλωθεί αθάνατος
βαρύς και μελαγχολικός ο θάνατος.
Ω, τι γλυκά που ζει κανείς στο πέλαγος
των αναμνήσεων, έξω των ορίων
των γνώριμών μας των περιθωρίων
που κυβερνούν εχθροί και φίλοι-πίθηκοι,
ανήθικοι,
στο βάθος βυθισμένοι των οργίων...
Μέσα στην αγκαλιά σου, με κατάνυξη
βλέπω δειλά να μου χαμογελάς σαν άνοιξη
γεμάτη ανθούς και μύρα στολισμένη
Αγαπημένη...
Γύρε σιμά, έλα κοντά και δως μου το χεράκι σου
να τ' ακουμπήσω λίγο στην καρδιά μου
Απ' την κραιπάλη που με πλάκωσε βαρειά
και που στεγνά τη φθείρει τη Ζωή μου
εσύ θα ' ρθείς, Θεά μου εξωτικιά
να σώσεις τη χαμένη ύπαρξή μου
Η απόλαυσή σου έντονη σα βέλος
ας έρθει να μου δώσει ένα τέλος.
μικρές σποραδικές βροχές, να κυνηγάς εχθρούς
Και θες να ονειρευτείς, ξανά να ερωτευτείς
να σ' αγκαλιάσουν σαν σε βρουν οι άγνωστοι της γης
Στο παραμύθι αυτό νεράιδες δεν υπάρχουν
κι οι ήρωες που θα ΄ρθουν θα σ' έχουν για νεκρό
Και σαν θα κοιμηθείς σφιχτά θα σ' αγκαλιάσω
για σένα θα τρομάξω τους αγνωστους της γης...
Απ' την κραιπάλη που με πλάκωσε βαρειά,
παράλυτος μ' εκφυλισμένα μάτια,
ποιος θά 'ρθει να με ελευθερώσει μια νυχτιά;
Οραματίζομαι συχνά μιαν ύπαρξη
μια κόρη με τα κάλλη τα περίσσια
που θα με φέρει στην αλήθεια, ίσια
που θα με βγάλει απ' τον έκλυτό μου βίο...
Αντίο...
Θα βρω μια θεία ξεκούραση στα χέρια της,
και στο κορμί μου θ' απλωθεί αθάνατος
βαρύς και μελαγχολικός ο θάνατος.
Ω, τι γλυκά που ζει κανείς στο πέλαγος
των αναμνήσεων, έξω των ορίων
των γνώριμών μας των περιθωρίων
που κυβερνούν εχθροί και φίλοι-πίθηκοι,
ανήθικοι,
στο βάθος βυθισμένοι των οργίων...
Μέσα στην αγκαλιά σου, με κατάνυξη
βλέπω δειλά να μου χαμογελάς σαν άνοιξη
γεμάτη ανθούς και μύρα στολισμένη
Αγαπημένη...
Γύρε σιμά, έλα κοντά και δως μου το χεράκι σου
να τ' ακουμπήσω λίγο στην καρδιά μου
Απ' την κραιπάλη που με πλάκωσε βαρειά
και που στεγνά τη φθείρει τη Ζωή μου
εσύ θα ' ρθείς, Θεά μου εξωτικιά
να σώσεις τη χαμένη ύπαρξή μου
Η απόλαυσή σου έντονη σα βέλος
ας έρθει να μου δώσει ένα τέλος.
στα πρόχειρα...
1.
όλα ενώνονται μέσα μου
κι όμως διχάζομαι.
2.
κύηση ανεξερεύνητων βυθισμένων τοπίων
γέννα πρόωρη, θανατηφόρα
3.
χώρος μικρός, ζεστός, κρυώνω
και έτσι το φως σκοτώνω
με όπλο ονειρικό
ο στόχος: το ακατόρθωτο.
4.
πλήξη καλοκαιρινή
μαστουρωμένο το ρολόι
από πότε; από πάντα...
5.
πριν όλα ήταν μαύρα
ενώ τώρα όλα είναι μπλε!
6.
παρανοϊκές σιωπές
ήχοι ευκολονόητοι.
7.
οδυνηρές αλήθειες
λάθη ανώδυνα,
ωστόσο υπάρχουμε
ακόμη.
8.
νιώσε με, δεν νιώθω τίποτε
και ίσα που συνειδητοποιώ την απουσία σου.
9.
ο καπνός τελείωσε
και δεν έχουμε άλλη ασχολία
απ' το να αναπωλούμε
τον καπνό που τελείωσε.
10.
σ' αγαπώ πρόχειρα
με παίζεις σκόπιμα
δεν σ' έχω
άη πνίξου
όλα ενώνονται μέσα μου
κι όμως διχάζομαι.
2.
κύηση ανεξερεύνητων βυθισμένων τοπίων
γέννα πρόωρη, θανατηφόρα
3.
χώρος μικρός, ζεστός, κρυώνω
και έτσι το φως σκοτώνω
με όπλο ονειρικό
ο στόχος: το ακατόρθωτο.
4.
πλήξη καλοκαιρινή
μαστουρωμένο το ρολόι
από πότε; από πάντα...
5.
πριν όλα ήταν μαύρα
ενώ τώρα όλα είναι μπλε!
6.
παρανοϊκές σιωπές
ήχοι ευκολονόητοι.
7.
οδυνηρές αλήθειες
λάθη ανώδυνα,
ωστόσο υπάρχουμε
ακόμη.
8.
νιώσε με, δεν νιώθω τίποτε
και ίσα που συνειδητοποιώ την απουσία σου.
9.
ο καπνός τελείωσε
και δεν έχουμε άλλη ασχολία
απ' το να αναπωλούμε
τον καπνό που τελείωσε.
10.
σ' αγαπώ πρόχειρα
με παίζεις σκόπιμα
δεν σ' έχω
άη πνίξου
Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2012
Ζωή, την άλλη φορά [απόσπασμα]
Σήκωνε πότε-πότε το κεφάλι, και κοίταγε ψηλά στον ουρανό ένα φεγγάρι θολό, που έφευγε πίσω απ' τα σύννεφα, κι έλεγε από μέσα του. Δεν θα πάω σπίτι, έλεγε.Δεν πρόκειται να πάω. Θα μείνω έξω και θα καπνίζω όλη νύχτα.
Έτσι είπε ο Βασιλάκης και τη νύχτα εκείνη, την πέρασε στους δρόμους. Πήγε και κάτω στο σταθμό.
Αργά πήγε, πολύ μετά απ’ τα μεσάνυχτα. Ανέβηκε απάνω στη γέφυρα και κοίταγε τα βαγόνια. Τις γραμμές τις σιδερένιες έβλεπε, που κράταγαν το φως του φεγγαριού και γυάλιζαν, και τον τοίχο, εκείνο τον τοίχο, που έμοιαζε σαν γκρεμός, κι όλος μαζί κατέβαινε απότομα, με κάτι σκάλες προς το δρόμο.
Κι ύστερα τον έπιασε ένα κρύο, εκεί απάνω που ήταν. Ρίγος τον έπιασε και μια τρεμούλα, γιατ’ ένιωσε άξαφνα, πως ήταν ξεκομμένος• απ’ όλο τον κόσμο ξεκομμένος. Ξένος και μονάχος του σε τόπο ξένο.
Ένας αέρας σιγανός τον φύσαγε, και κάτι που μύριζε σαν την καπνιά, κόλλαγε στα ρουθούνια του και τα ‘καιγε. Κάτι σαν ερημιά μύριζε… Κι αυτή η ερημιά, του φάνηκε πως ερχόταν απ’ τα σπίτια• από τα σπίτια τα πολλά, που έφταναν ως πέρα μακριά. Γιατί τα σπίτια αυτά που έβλεπε, ήταν σαν να ‘χαν μέσα τους ανθρώπους: απ’ όλη την Ελλάδα ανθρώπους, ναρκωμένους: γυναίκες, άντρες και παιδιά. Γερόντια απ’ το Βόλο κι απ’ την Ξάνθη• απ’ την Κομοτηνή από την Κρήτη κι απ’ τα νησιά• και μια κίτρινη σκόνη τα σκέπαζε, όπως σκεπάζει τον πεθαμένο το σεντόνι.
Νίκος Χουλιαράς
Έτσι είπε ο Βασιλάκης και τη νύχτα εκείνη, την πέρασε στους δρόμους. Πήγε και κάτω στο σταθμό.
Αργά πήγε, πολύ μετά απ’ τα μεσάνυχτα. Ανέβηκε απάνω στη γέφυρα και κοίταγε τα βαγόνια. Τις γραμμές τις σιδερένιες έβλεπε, που κράταγαν το φως του φεγγαριού και γυάλιζαν, και τον τοίχο, εκείνο τον τοίχο, που έμοιαζε σαν γκρεμός, κι όλος μαζί κατέβαινε απότομα, με κάτι σκάλες προς το δρόμο.
Κι ύστερα τον έπιασε ένα κρύο, εκεί απάνω που ήταν. Ρίγος τον έπιασε και μια τρεμούλα, γιατ’ ένιωσε άξαφνα, πως ήταν ξεκομμένος• απ’ όλο τον κόσμο ξεκομμένος. Ξένος και μονάχος του σε τόπο ξένο.
Ένας αέρας σιγανός τον φύσαγε, και κάτι που μύριζε σαν την καπνιά, κόλλαγε στα ρουθούνια του και τα ‘καιγε. Κάτι σαν ερημιά μύριζε… Κι αυτή η ερημιά, του φάνηκε πως ερχόταν απ’ τα σπίτια• από τα σπίτια τα πολλά, που έφταναν ως πέρα μακριά. Γιατί τα σπίτια αυτά που έβλεπε, ήταν σαν να ‘χαν μέσα τους ανθρώπους: απ’ όλη την Ελλάδα ανθρώπους, ναρκωμένους: γυναίκες, άντρες και παιδιά. Γερόντια απ’ το Βόλο κι απ’ την Ξάνθη• απ’ την Κομοτηνή από την Κρήτη κι απ’ τα νησιά• και μια κίτρινη σκόνη τα σκέπαζε, όπως σκεπάζει τον πεθαμένο το σεντόνι.
Νίκος Χουλιαράς
φάρσα στο 203828748301
είσαι η ανάμνηση μιας συντριβής
που ακόμα δεν έζησα
είσαι η σκιά που παραμιλά
όταν σωπαίνω
είσαι τα παγωμένα συναισθήματα
ο πληγωμένος εγωισμός μου
μια στιγμή αδύναμη, μια στιγμή άδεια
είσαι τα χρόνια, οι μέρες
είσαι το κενό μου σώμα
είσαι το άπληστο μυαλό μου
οι κλειστοφοβικές μου συνήθειες
οι παρανοϊκές μου εκλάμψεις
είσαι ο θόρυβος των αυτοκινήτων
στις μεγάλες λεωφόρους των αβύσσων μου
μια άχρηστη μα εθιστική ανάγκη
είσαι η ζωή που δεν έζησα
τα λόγια μου τα ασυνάρτητα
οι εφιάλτες και τα αστεία μου
τα δεκαεφτά χιλιάδες κοριτσάκια
που εκτρέφω μέσα στα στήθια μου
είσαι η φωνή μου η τρεμάμενη
και η αγρύπνια
είσαι οι λέξεις που αγάπησα
και οι πράξεις μου που μίσησα
είσαι το άπειρο, το άτακτο σύμπαν μου
είσαι η κίνηση, η τελειότητα, η ανυπόφορη έλξη
η σφαγή σε σκίτσο το δωμάτιό μου
είσαι το σκοτάδι που μ' ανάθρεψε
είσαι η θύμηση που μ' αναζητά
είσαι το μαργαριτάρι το μαύρο
το κρυμμένο μέσα μου βαθιά
είσαι η ανυπομονησία μου
για τη ζωή την άλλη
η ανάγκη μου για φως
τα σκορπισμένα μου δάκρυα
οι τσαλακωμένες μου ανάσες
οι λύκοι κάτω απ' το κρεβάτι μου
το πτώμα μέσα στη ντουλάπα μου
τα ρούχα μου τα μάλλινα, τα βαμβακερά
τα παπούτσια μου τα πολυφορεμένα
τα βιβλία μου, το κρεβάτι μου, το πορτατίφ μου
η μανία που με πιάνει από μέρα σε μέρα
οι κρίσεις μου, η μανιοκατάθλιψή μου
είσαι ο θάνατος, είσαι το σουτιέν μου
το πανωφόρι μου, το κατωσέντονό μου
είσαι η αρρώστια όλη που έχω μαζεμένη
είσαι όλα αυτά που πάλευα καιρό να αφήσω πίσω μου
μα τώρα ξέρω πως σαν όνειρα μαύρα
θα στέκονται πάντα ένα βήμα μπροστά από μένα
είσαι όλα αυτά που με ορίζουν
και ξέρεις κάτι
θες να μάθεις κάτι;
θες να σου πω τι πραγματικα -
η κλήση σας προωθείται, παρακαλούμε μην κλείσετε αν δεν ακούσετε σήμα κατειλημμένο
τουτ τουτ
τουτ
το άψυχο σώμα μου
γελάει.
που ακόμα δεν έζησα
είσαι η σκιά που παραμιλά
όταν σωπαίνω
είσαι τα παγωμένα συναισθήματα
ο πληγωμένος εγωισμός μου
μια στιγμή αδύναμη, μια στιγμή άδεια
είσαι τα χρόνια, οι μέρες
είσαι το κενό μου σώμα
είσαι το άπληστο μυαλό μου
οι κλειστοφοβικές μου συνήθειες
οι παρανοϊκές μου εκλάμψεις
είσαι ο θόρυβος των αυτοκινήτων
στις μεγάλες λεωφόρους των αβύσσων μου
μια άχρηστη μα εθιστική ανάγκη
είσαι η ζωή που δεν έζησα
τα λόγια μου τα ασυνάρτητα
οι εφιάλτες και τα αστεία μου
τα δεκαεφτά χιλιάδες κοριτσάκια
που εκτρέφω μέσα στα στήθια μου
είσαι η φωνή μου η τρεμάμενη
και η αγρύπνια
είσαι οι λέξεις που αγάπησα
και οι πράξεις μου που μίσησα
είσαι το άπειρο, το άτακτο σύμπαν μου
είσαι η κίνηση, η τελειότητα, η ανυπόφορη έλξη
η σφαγή σε σκίτσο το δωμάτιό μου
είσαι το σκοτάδι που μ' ανάθρεψε
είσαι η θύμηση που μ' αναζητά
είσαι το μαργαριτάρι το μαύρο
το κρυμμένο μέσα μου βαθιά
είσαι η ανυπομονησία μου
για τη ζωή την άλλη
η ανάγκη μου για φως
τα σκορπισμένα μου δάκρυα
οι τσαλακωμένες μου ανάσες
οι λύκοι κάτω απ' το κρεβάτι μου
το πτώμα μέσα στη ντουλάπα μου
τα ρούχα μου τα μάλλινα, τα βαμβακερά
τα παπούτσια μου τα πολυφορεμένα
τα βιβλία μου, το κρεβάτι μου, το πορτατίφ μου
η μανία που με πιάνει από μέρα σε μέρα
οι κρίσεις μου, η μανιοκατάθλιψή μου
είσαι ο θάνατος, είσαι το σουτιέν μου
το πανωφόρι μου, το κατωσέντονό μου
είσαι η αρρώστια όλη που έχω μαζεμένη
είσαι όλα αυτά που πάλευα καιρό να αφήσω πίσω μου
μα τώρα ξέρω πως σαν όνειρα μαύρα
θα στέκονται πάντα ένα βήμα μπροστά από μένα
είσαι όλα αυτά που με ορίζουν
και ξέρεις κάτι
θες να μάθεις κάτι;
θες να σου πω τι πραγματικα -
η κλήση σας προωθείται, παρακαλούμε μην κλείσετε αν δεν ακούσετε σήμα κατειλημμένο
τουτ τουτ
τουτ
το άψυχο σώμα μου
γελάει.
Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2012
ηχόχρωμα
καπνός διάφανος
αλόβητη ψυχή
και χέρια άδεια
ανάποδη τροχιά
σώμα γυμνό, ερειπωμένο
αρχιστράτηγοι νερκοί
παιδιάστικα αστεία
εθελοντές ονείρων
σκορπισμένα όλα
στο μαγικό κουτί μου.
δε σ' αγγίζω
μόνο το ηχόχρωμα της φωνής σου
αναγνωρίζω
και ίσως κάτι
πάνω σου δικό μου.
αλόβητη ψυχή
και χέρια άδεια
ανάποδη τροχιά
σώμα γυμνό, ερειπωμένο
αρχιστράτηγοι νερκοί
παιδιάστικα αστεία
εθελοντές ονείρων
σκορπισμένα όλα
στο μαγικό κουτί μου.
δε σ' αγγίζω
μόνο το ηχόχρωμα της φωνής σου
αναγνωρίζω
και ίσως κάτι
πάνω σου δικό μου.
Δευτέρα 10 Σεπτεμβρίου 2012
ρε!
αυτοι που πηραν τη φωτια δε μιλουσαν πολυ, ειχαν διάφανα πρόσωπα και, κάτι σαν αιμάτινα ακροδάκτυλα. μου αρεσε να τους χαζευω
ειναι να τους μιλάς, σαν να μην είσαι εκει, κι ολοι να υπαρχουνε ακουσια, στο πανηγυρι αυτό δεν θα χει φαντασματα. εγω απουσιασα απ' τη ζωη μου εφτά χρόνια, κι ήταν σαν να έζησα πρόσωπα δειλά, σαν να τρόμαζα χείμαιρες. εγώ είχα δάκτυλα ζογκλέρ.
δεν είμαι καλά ρε!
μια σκοτεινή απειλητική κραυγή δε με αφήνει σε ησυχία, έχω μικρούς θεούς, νεκρούς εκκωφαντικους σπασμους και δυστυχώς απουσιάζω πάντα.
ειναι να τους μιλάς, σαν να μην είσαι εκει, κι ολοι να υπαρχουνε ακουσια, στο πανηγυρι αυτό δεν θα χει φαντασματα. εγω απουσιασα απ' τη ζωη μου εφτά χρόνια, κι ήταν σαν να έζησα πρόσωπα δειλά, σαν να τρόμαζα χείμαιρες. εγώ είχα δάκτυλα ζογκλέρ.
δεν είμαι καλά ρε!
μια σκοτεινή απειλητική κραυγή δε με αφήνει σε ησυχία, έχω μικρούς θεούς, νεκρούς εκκωφαντικους σπασμους και δυστυχώς απουσιάζω πάντα.
Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2012
a light so dim
there are no trains that leave from the maze
my only chance was a ship to escape
if you are the light house in the storm
I'll be the ship with a thousand dead souls
how long will they believe in a light so dim
down in the gallows the darkness glows
it was hard to see in the hearts of them
if you see a light call down below
I'll be moving and sorting out our fears
how long will we believe in a light so dim
cause time is all we have so make the time
throw down the line I'll see to climb
if it's held close it may just work
if you are the light house in the storm
I'll be the ship filled with a thousand dead souls
and time is all we have so take the time
to make the time and make time to take the time
The Black Heart Procession lyrics
Σάββατο 8 Σεπτεμβρίου 2012
Πέμπτη 6 Σεπτεμβρίου 2012
για τη νεότητα
τι αηδία
που με πιάνει πάντα
τι αηδία.
για μένα νεότητα είναι
ήχοι διαμελισμένων σωμάτων
χέρια που βαρούν μανιακά παλαμάκια
μάτια θεόρατα, ανοιχτά και φιλήδονα
βήχας ανάλγητος και κομμάτια κρέας
κομμάτια κρέας, ερασιτέχνες εραστες
θόρυβοι πρόστυχοι, τσιγάρα αφόρητα
ρούχα βαμμένα το χρώμα του μίσους
σφαγμένες λέξεις
ανθισμένες σε στοές
κι οι φίλοι νεκροί στο κέλυφος
μιας άγριας φάλαινας, τυφλής κατα προτίμηση.
μόνο εκεί να ξερνούν, να προστάζουν
να ομολογούν, να αισθάνονται
κι η πόλη να ενοχλείται απ' τις ονειρώξεις
απ' τις φιάλες, φαρμακεία κλειστά, εποχές
μπαρ ερείπια, μπαρ κατακρεουργημένοι φύλακες
το χάος, μια λησμονιά
να μυρίζει λάσπη, και καπνός και μπαρούτι
να βράζει ζωή σαν έκρηξη θανάτου
φως λειψό καστανοκίτρινο φεγγάρι
γνωρίζει ο ιερός, γνωρίζει τα ερπετά του
όπως αρμόζει, όπως είναι μπρούμυτα
πλασμένος για τη γη
διψασμένος για ουράνια σώματα
σώμα δέσμιο, πνεύμα ερημικό.
τι αηδία
που με πιάνει πάντα
τι αηδία.
που με πιάνει πάντα
τι αηδία.
για μένα νεότητα είναι
ήχοι διαμελισμένων σωμάτων
χέρια που βαρούν μανιακά παλαμάκια
μάτια θεόρατα, ανοιχτά και φιλήδονα
βήχας ανάλγητος και κομμάτια κρέας
κομμάτια κρέας, ερασιτέχνες εραστες
θόρυβοι πρόστυχοι, τσιγάρα αφόρητα
ρούχα βαμμένα το χρώμα του μίσους
σφαγμένες λέξεις
ανθισμένες σε στοές
κι οι φίλοι νεκροί στο κέλυφος
μιας άγριας φάλαινας, τυφλής κατα προτίμηση.
μόνο εκεί να ξερνούν, να προστάζουν
να ομολογούν, να αισθάνονται
κι η πόλη να ενοχλείται απ' τις ονειρώξεις
απ' τις φιάλες, φαρμακεία κλειστά, εποχές
μπαρ ερείπια, μπαρ κατακρεουργημένοι φύλακες
το χάος, μια λησμονιά
να μυρίζει λάσπη, και καπνός και μπαρούτι
να βράζει ζωή σαν έκρηξη θανάτου
φως λειψό καστανοκίτρινο φεγγάρι
γνωρίζει ο ιερός, γνωρίζει τα ερπετά του
όπως αρμόζει, όπως είναι μπρούμυτα
πλασμένος για τη γη
διψασμένος για ουράνια σώματα
σώμα δέσμιο, πνεύμα ερημικό.
τι αηδία
που με πιάνει πάντα
τι αηδία.
Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2012
dead-end
δύσκολα
οι λέξεις ανασταίνουν
δύσκολα υπάρχουμε
εκτρέφοντας εκκωφαντικές σιωπές
και παραπέρα
ένα πικρό αβάσταχτο κενό
μια ιαχή
ονείρων περάσματα
δύκολα πρόσωπα
δύσκολες μέρες, απροσπέραστες
σκάνε σα βλήματα
οι ιδέες
τίποτα δεν υπάρχει
μέχρι να εννοηθεί
τίποτα δεν αξίζει
μέχρι να γραφτεί
"what is the end of / my troubled mind"
οι λέξεις ανασταίνουν
δύσκολα υπάρχουμε
εκτρέφοντας εκκωφαντικές σιωπές
και παραπέρα
ένα πικρό αβάσταχτο κενό
μια ιαχή
ονείρων περάσματα
δύκολα πρόσωπα
δύσκολες μέρες, απροσπέραστες
σκάνε σα βλήματα
οι ιδέες
τίποτα δεν υπάρχει
μέχρι να εννοηθεί
τίποτα δεν αξίζει
μέχρι να γραφτεί
"what is the end of / my troubled mind"
Σάββατο 1 Σεπτεμβρίου 2012
πριν χαθούμε
"Γλιστράμε και περνούμε
κι αν μένει κάτι εδώ,
είναι το φως, που μας χαρίστηκε να δούμε,
μεσ' τη ζωή
κι αν μένει κάτι εδώ,
είναι το φως, που μας χαρίστηκε να δούμε,
μεσ' τη ζωή
εσύ
κι εγώ."
να μπερδευτούμε
να στερέψουμε
να πούμε
και σε ποιον
να γράψουμε
για τις φωνές μας και
μικρές φωτιές
αναμενόμενα
όσα πούμε
μόνο να υπάρξουμε
να υπάρξει
κάτι από μας
λειψό
κι αγριεμένο
πεθαίνοντας
κάθε μέρα
ανάμεσα στους ανθρώπους
ασθμαίνοντας
κάθε νύχτα
πάνω στη σκηνή
περήφανα
και ό,τι αξίζει από μας
ας γίνει
γέμιση για κανελόνια.
να αγαπηθούμε
είπες,
πριν χαθούμε.
"Τα χρόνια θα μας λιώσουν
κι αν μείνει κάτι εδώ,
θα 'ναι το φως, που είχαν οι μέρες πριν τελειώσουν,
μόνο το φως
το φως"
http://www.youtube.com/watch?v=yHNTWGMKQkk
Τετάρτη 29 Αυγούστου 2012
Sara - θανάσης παπακωσταντίνου
Κι όμως εσύ Sara
Δε φοβάσαι τα φρούτα του πάθους
Κυλά το δηλητήριο στο σώμα σου,Sara
Κι όπου να 'ναι σου χαρίζει τα μαύρα φτερά.
Ντύνεσαι νύχτα ανάλαφρη,Sara
Δεν ξέρω σε ποιους τόπους γυρνάς
Με τέσσερα φεγγάρια στην πλάτη σου,Sara
Τέσσερα γαλήνια ξέφωτα.
Το σκουλήκι της γνώσης ζήλεψε,Sara
Γόνιμη ομορφιά, ζιζάνιο
Φωλιάζει στη χλόη του στέρνου μου, Sara
Και περιμένει τα δώρα απ' το κυάνιο.
Μπορεί στα φεγγάρια των Σιου,Sara
Μπορεί και στον Σμόλικα,
Κάνει τις πέτρες να σκιρτάνε,Sara
Σπάζοντας τον άγνωστο κώδικα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
