Δευτέρα 19 Μαΐου 2014

απομόνωση

η φλέβα μου
είχε πάντα κάτι
υπολείμματα
απ' τους ορούς των νοσοκομείων

οι σωλήνες
βρώμισαν καπνίλα
στα πνευμόνια
ουρλιάζει η πίσσα

νιώθω σαν υπόδικος
σε λάθος δικαστήριο

μια τελευταία ματιά σου
με κατέλυσε
απ' τα κόκαλα ως τη σπλήνα μου
κατέρρευσα

να ξαναορίσεις την τρέλα
να μην εννοείται όπως στις ταινίες
αλλά μια δεύτερη μορφή ύπαρξης

πνίγομαι σ' έναν κόσμο
αδικημένων αισθήσεων 
η φύση μου με ξεπερνά

κάτι μέσα μου θέλει
εκκωφαντικά
να βγει απ' το δέρμα μου

κι όλο ζητάω τη λύτρωση 
κι όλο με στήνει

παρά τέταρτο
και τέταρτο
και είκοσι

είκοσι χρόνια 
σελίδες βιβλίων μετέωρων
εικόνες άγραφες
πρόχειρα διατυπωμένες στιγμές
για κάποιο λόγο
πάντα ανολοκλήρωτες
που δεν ανήκαν σε καμιά πραγματικότητα

προσπαθώ να θυμηθώ τα γεγονότα
όπως έγιναν
και δεν μπορώ να το συλλάβω.

ίσως ποτέ να μην έζησα αυτό που συνέβη
μα πάντα θάμπωνε το βλέμμα μέσα από κατοπρτικό γυαλί
και όλα διαστρικά και υποσυνείδητα ζούσαν
μακριά μου

ίσως οι εικόνες που συγκράτησα
να ήταν μέρος ενός σχεδίου κάποιου αόρατου ξένου
να μένουν πάντα θαμπές κι ανολοκλήρωτες
διαστρεβλωμένες

ίσως η μνήμη μου επιλεκτικά 
με έκανε να μοιάζω παραμορφωμένη
στα μάτια μου

ίσως τα μάτια μου
αδυνατούσαν να συλλάβουν τη λογική του κόσμου

ότι εκφράστηκε στο παρελθόν
με τόση πίστη και πάθος
πλέον το χλευάζω 
γελώντας με την τύφλωσή μου

πώς είναι δυνατόν τότε να έβλεπα έτσι;

να ξεσκίσω τη σάρκα μου
να βγω.

να βγω.

πώς είναι δυνατόν να έγιναν έτσι όλα
γιατί έτσι...

δεν θα μπορούσε ας πούμε
να μην γράφω ποιήματα
να είμαι κάποια πόρνη
τη δεκαετία του 70'
και να γλεντάω με τις άλλες πόρνες
πίνοντας ουίσκι
δεν θα μπορούσε ας πούμε
να μου άρεσε το ουίσκι;

χάθηκα πάλι
στις διακλαδωμένες πιθανότητες
προς το παρόν
ξέρω πως το αίμα στις φλέβες μου κυλάει πυχτό

βγαίνω έξω απ΄το βιβλίο μου
η σελίδα μου σπαρταράει
έξω απ' το κείμενο

κλείνω τα μάτια στον κόσμο
τα μάτια κυλάνε πυχτά
στον κόσμο
μετέωρος ο νους
διχάζεται ξανά

κλείνω τα μάτια στη ζωή
έτσι κι αλλιώς κι αυτή 
κυλάει παράτερα

κλείνω τα μάτια στους γονείς
στους γνωστούς
στους θεατές

και κλείνομαι.





Σάββατο 17 Μαΐου 2014

όλα με δείχνουν γελώντας
παραμιλώντας
αγκομαχώντας
ασθμαίνοντας

τα χέρια μου διαχωρίζονται
διαχωρίζονται!

το ένα δείχνει
το κενό
το άλλο
τα πάντα

έντεκα εκατοστά
μακριά
από μένα

λήθαργος

τι να σου πω και σήμερα
σαν όλα να συμβαίνουν
κάπου αλλού
κι εγώ αμέτοχη
πίσω από ένα παραβάν
να τα παρακολουθώ

καμιά φορά κλαίω
αλλά ακόμα και το ξέπσασμά μου
συμβαίνει πίσω από ένα γυαλί
αδυνατώ να επαναπροσδιορίσω
την ένταση
τη φυγή
την υπόσταση

ακόμα και η απληστία μου
ενσωματώθηκε πλέον
στα μέτρα μιας εγκληματικής λογικής
με νοήματα που δεν φανερώνονται
παρά μόνο πίσω και έξω από μένα
χωρίς να καταβάλει την παραμικρή προσπάθεια
ο οργανισμός μου
να τα συλλάβει

οι κινήσεις μου
περιορίζονται σε μια ευθεία γραμμή
με στόχο μια ανάγκη που παραπατάει

τα μεγάλα μου όνειρα
οι σπαραγμοί, οι έντονοι σπασμοί
τα υπέρμετρα θέλω μου
η ποίηση των φόβων μου
με εγκατέλειψαν πια
ξέμειναν μόνο κάτι παρορμήσεις
της στιγμής
ιστορικά στοιχεία

όσο προχωράω
χάνομαι όλο και πιο βαθιά
στη σχιζοφρένεια των χαμένων δευτερολέπτων
η απομόνωση αντί να με δαμάσει
με έχει καταδικάσει στην αποσύνθεση
κι όλα αχνοφαίνονται στο βάθος
σαν πεθαμένη ανάμνηση
ο χρόνος διασκορπίζεται
τα δευτερόλεπτα χορεύουν μπροστά μου
κι εγώ με μάτια σχεδόν κλειστά
τα παρακολουθώ ανίκανη να αντιδράσω

κάποτε πίστευα πολλά
είχα φωτιές μες το κεφάλι
κι αυτή την απροσμέτρητη αγωνία
να τα κατακτήσω όλα.

τώρα χάνομαι όλο και πιο βαθιά
στην πιο σάπια απόχρωση του λευκού
κι η δυνατότητα υπέρβασης
είναι αντιστρόφως ανάλογη
του χρόνου που κυλάει

ένας χρόνος χαρισμένος
σε μια ατέρμονη παράνοια που
τρώει και τρώγεται
και που σπάνια προσπαθώ πια
να πολεμήσω

παραδομένη στο λήθαργο
χάνω τη ζωή μου
χαμογελώντας στο ρολόι
ξεσπώντας στις μέρες
που δεν λυτρωθήκαν
ξερνώντας στους τοίχους
στιγμές που χαθήκαν
ξεχνώντας
λίγο λίγο
τον εαυτό μου
στα σκουπίδια

ξεσπάω
ξερνάω
ξεχνάω
χωρίς ποτέ
στ' αλήθεια
να ξυπνάω.
συντηρώντας την ανυπαρξία
με τη φοβία
πως όλα θα ξαναϋπάρξουν
παραλληλίζοντας

με την ελπίδα
της δυτικής μετάνοιας.

ο δυϊκός εαυτός αυτοδιαιρείται.

Τρίτη 13 Μαΐου 2014

για την Γιουδήθ

έφυγες και δεν πρόλαβα να σου πω τίποτα πάλι!
όσο εισπνέω, τιθασεύω τ' αυτονόητα, γεμίζω απ' τον κόσμο.
η εκπνοή μου, ξέρασμα και χολή στ' απόβλητα που ρίχνουν
και ξεβγάζουν μ' αυτό την εικόνα μας.
οι σκέψεις αποκτήσαν υπόσταση και με βαρύναν
ο όγκος τους μου ζουλάει τον εγκέφαλό  και οι στιγμές μ' ευνουχίζουν.
περπατάω στον άδειο δρόμο
χωρίς να είμαι σίγουρη ακριβώς αν με βλέπουν στ' αλήθεια.
.
όλοι βγάζουν φωτογραφίες εδώ και ρωτάνε
"πώς φαίνομαι;"

εγώ φαίνομαι;
ή όλα μου τα κύτταρα διασκορπίστηκαν σ' ένα σύμπαν
αδιανόητο;

αδυνατώ να συλλάβω την έννοια της κίνησης
όταν ακροβατούν μέσα μου οι λέξεις χωρίς 
συγκεκριμένη μορφή

και .

ήταν κρίμα που όλα κατανοήθηκαν γρήγορα.
όλα εκφράστηκαν ήδη από τρίτους
και ο εαυτός μου δυσπιστεί ακόμα
για το ποσοστό της ανυπαρξίας μου.

οι ομορφιές στη σκιά
πάλλονται στα χέρια σου
σαν φυλαχτό.

οι μέρες στη σκιά
πυροβολούν τη νιότη μας 
κι εμείς γελάμε
ξέροντας πως ζούμε δοκιμαστικά
κρατώντας το σπίρτο της ανάφλεξης
των παιδικών μας δώρων.

αλυχτώντας
ο φλεγόμενος εαυτός
στα πέρατα
της γης

προσκαλώντας 
ο κούφιος
το τίποτα 
να μας δικάσει

έχω φωνές.
έχω χιλιάδες φωνές
στο ριπλέι να παίζουν
το ρέκβιεμ του εγκλωβισμένου εαυτού.

κάποτε έλεγα.
πως όλα αυτά θα μου φέρουν τη λύτρωση
από κάπου μακριά θα την φέρουν
σ' ένα κουτί τυλιγμένη
θα μου φέρουν τη λύτρωση

κάποτε έλεγα πως ότι συμβαίνει δε χάνεται
όλα αποθηκεύονται στο μαγικό κουτί
ενός χρόνου ανάστροφου
πως όλα θα σμίξουν μια μέρα.
να με γιορτάσουν.

κάποτε έλεγα πως τίποτα δεν ευνουχίζεται
πως άμα η ψυχή σπαρταράει
θα ανασάνει ολάκερη
κάποτε.

πάντα ένα βήμα πριν από μένα
δικάζω 
δαμάζω 
διατάζω
εμένα.

ένα βήμα πριν το χρόνο
εκβιάζω και προκαταβάλλω
το αύριο.

οι  ψυχαναγκαστικές μου φοβίες
στραγγαλίζουν όλες τις αυτοσχέδιες στιγμές
και μου προσφέρουν
μια πολύ καλά σχεδιασμένη αποτυχία.

κι αν η ζωή βρίσκεται
σ' αυτές τις αυτοσχέδιες στιγμές
μέσα απ' τον κινηματογράφο πώς συμβαίνουν
σχεδιασμένα αυτοσχέδιες;

ίσως σε μια ζωή "σαν ταινία"
εκκολάπτονται περισσότερες ομορφιές
πώς μπορεί όμως αυτό να συμβεί;
θέλει ταλέντο η ζωή;

ίσως θέλει να μπορείς να δέχεσαι
πάντα να δέχεσαι αυτό που έρχεται 
και να μην το προδικάζεις.


με τόση επιμονή θέλησα
να αυτοσχεδιάσω όπως ακριβώς το είχα στο κεφάλι μου

οι αντιφάσεις
με ρουφάνε σκόπιμα.

η τυχαιότητα που εγκυμονεί την απολυτότητα

το χάος που αναθρέφει στους άπειρους μαστούς του
την τάξη.

η τρέλα 
όχι για την τρέλα 
δεν θα μιλήσω.

είναι ένα αδιόρατο φράγμα
που κάπως σχετίζεται με την λέξη "επιστροφή"
αν το υπερβείς.
δεν θυμάμαι τώρα.

κάπου διάβασα πως η τέχνη
είναι ένα μέσο 
προς κάτι που θέλουμε

κι όταν αυτό επιτευχθεί 
η τέχνη χάνει την αξία της.

κάπου άκουσα
πως 
η τέχνη δεν ψάχνει λύσεις
η τέχνη ανέκαθεν έψαχνε έβρισκε και συντηρούσε αδιέξοδα.

μια αρρώστια η τέχνη.
ένα κενό που διατηρείται ζωντανό με σωλήνες
μια κραυγή στο μεγάφωνο 
ένα σωρός από μισοπεθαμένα συναισθήματα
που πάλλονται να (δια)σωθούν 
λίγο πριν τα τινάξουμε.

κι εδώ ρωτάω:
να σωθούν ή να διασωθούν;

κάποτε έλεγα 
πως ο λόγος που ακόμα ανασαίνω
είναι η ιδέα της ακόμα αδιαμόρφωτης δημιουργίας
μια βαριά ανάσα, ένας τελευταίος λυγμός
που ακόμη δεν βγήκε.
σαν να περιμένω αυτή τη στιγμή πριν σβήσω.

η τέχνη.
(που δεν μ αρέσει καν το όνομα
θέλω με άλλο τρόπο να το προσδιορίσω)
είναι για μένα
αυτή η ύστατη προσπάθεια υπεκφυγής απ' την απόλυτη συντριβή
ακόμα κι όταν γνωρίζεις ότι αυτό είναι αναπόφευκτο
για μερικά δευτερόλεπτα 
αυτή η κίβδηλη αίσθηση της απελευθέρωσης.

δεν ξέρω γιατί συνεχίζω να γράφω
τα χέρια μου επαναστατούν εναντίον μου
και μου ορμάνε.
πώς να στο πω;

μοιάζουμε.
κι αυτό αυτόματα
μας δίνει την ψευδαίσθηση
ότι πυροβολάμε τη μοναξιά
με δανεικό περίστροφο.









Τρίτη 6 Μαΐου 2014

όλα υπάρχουν
κι εσύ τα διατάζεις
με μια σύριγγα και μια κλωστή
με διχάζεις
με δόσεις φυγής
με σκεπάζεις
λες και θα μπορούσα
ποτέ να μην σ' έχω

τις ώρες που
χώρες αλλιώτικες
και βουνά φλογισμένα
μου τάζεις
εκκωφαντικά
και αργά με σπαράζεις
γελάς
τσουρουφλίζοντας πάντα
στα χείλη μου
το πικρό δώρο
του αποχωρισμού


Δευτέρα 31 Μαρτίου 2014

συμβαίνω

συμβαίνω
κι όταν συμβαίνω
γίνομαι κομμάτι
μιας αμφίρροπης
πραγματικότητας
αποκομμένο
ξένο
σ' ένα κλουβί
συμβαίνω
με ρυθμό
άτσαλο
απορυθμισμένο
τα μάτια
των νεκρών
απολυμαίνω
ανασταίνω
άρρωστημένα κύτταρα
σώμα λειψό
απονευρωμένο
τ' όνειρο το λευκό
το ξεπλυμμένο
περιμένω
κι όταν συμβαίνω
ανεβαίνω
και χλομή διχάζομαι
κοχλάζω
κατεβαίνω
στη βουή
χολαίνω
παραβαίνω
νόμους μιας σιωπής
τις σκέψεις των νεκρών
καταλαβαίνω
στην κόλαση διαβαίνω
παραμένω
σκόπιμα άσκοπη
σ ένα χορό πνιγμένο
και αποβαίνω
πάντα ανώφελη
κάθε πρωί
αλλιώτικα
κουτσαίνω
χάραμα σέρνομαι
και βγαίνω
πάντα δεύτερη
αναμένω
τη γη να με ρουφήξει
να με πνίξει
στην ενόραση
μαύρο θεριό βυζαίνω
ένα θεόρατο
ποτέ και
απομένω
πάντα στο τίποτα
βουβα κι
απάνθρωπα
γλυκαίνω
ψάχνω να βρω
το πρώτο εκείνο
άγγιγμα
το ξαναμένο
μένει χαμένο
έχοντας πάντα
μια πνοή
αργοπεθαίνω
από τις πύλες
τις αβύσσου
ξαναβγαίνω
απ' τ άδυτα χωρίς
χωρίς ποτέ
στ' αλήθεια
να συμβαίνω.

Πέμπτη 20 Μαρτίου 2014

μαξιλαροπόλεμος

η ζωή είναι η μικρή μου αδερφή
για πλάκα μου βαράει μπουνιές
κι εγώ μουτρωμένη τη σπάω στο ξύλο
ύστερα μουτρωμένες κι οι δυο
παίζουμε μαξιλαροπόλεμο

ανάπαυση

τις πρόχειρες απαντήσεις
που δίνουμε στους εαυτούς μας
τις ώρες που είμαστε
ντυμένοι πρόχειρα
μετρώντας τα νύχια των δράκων
αψηφώντας το αβάσταχτο αύριο
κι εκλιπαρώντας το λάθος
να μας αναγνωρίσει
ως θετά -έστω- παιδιά του.

τις πρόχειρες απαντήσεις
εκείνες που δίνουμε για να ξεχάσουμε
τις γρήγορες βόλτες μας στο υποσυνείδητο χθες
τους φοράμε πάμπερς και τρέχουμε
άσκοπα ν' ανταμωθούμε με το ατέρμονο τώρα
μ' ένα γυμνό, κίβδηλο αντίο
στα ποτέ μας.

Τετάρτη 19 Μαρτίου 2014

το ψέμα

εν αρχή ήν το χάος.

και ο άνθρωπος είπε.
ας φτιάξουμε ένα τιγάνι!
να μάθουμε να τρώμε σαν άνθρωποι
και ο άνθρωπος είπε
ας δημιουργήσουμε μια χέστρα!
να μάθουμε να κατουράμε σαν άνθρωποι
και ο άνθρωπος είπε
ας κατασκευάσουμε ένα κρεβάτι!
να μάθουμε να κοιμόμαστε σαν άνθρωποι
κι ο άνθρωπος είπε
ας κατακρεουργήσουμε το χάος
να μάθουμε να ζούμε σαν άνθρωποι
κι όλα έγιναν αργά κι η ιστορία μεγάλωνε
κι ήθελε εκδίκηση.
και είπε ο άνθρωπος
ας χτίσουμε σχολεία
να μορφωθούμε σαν άνθρωποι
πρέπει το χάος να δαμάσουμε
να χτίσουμε σχολεία!
κι έτσι ξεκίνησε το ψέμα.
πρέπει ο άνθρωπος να μορφωθεί δεν είναι ζώο.
η γνώση είναι προνόμιο είναι πηγή!
πρέπει ο άνθρωπος να μορφωθεί 
ας του φτιάξουμε βιβλία 
ας του δώσουμε κάποιον ειδήμονα 
να του τα βάλει στο κεφάλι
ας τον κλείσουμε και σε τέσσερις τοίχους 
να μάθει σαν άνθρωπος 
ας βάλουμε μέσα κι άλλα 30-35 μπάσταρδα 
για να μη γίνεται αυτό 30 φορές ξεχωριστά 
ας του δώσουμε κι ένα κίνητρο
έναν καλό βαθμό ας πούμε
να συμβιβαστεί με το δημιούργημά μας
ας τον ποτίσουμε και λίγο ψέμα 
λίγες βασικές αρχές, λίγη ιδεολογία
ας τον παινέψουμε και λίγο μπας και τιθασεύσουμε
το ζώο μέσα του
κι ας τον μπολιάσουμε με λίγη ευταξία!

κι ύστερα ήρθε η επανάσταση να φέρει την αλήθεια
ζωής κουτόχορτο που μας γεμίζουν
μας χειρουργούν ειρωνικά 
με ημερομηνία λήξεως χαπάκια
και μας ξαπλώνουν τακτικά 
κι αδίστακτα στον κόσμο
μπουρδέλο οι σκέψεις
και ανάκατες
-πώς να τις νιώσεις;-
όταν νεκροί και θλιβεροί
αυτοί που στις μπουκώνουν;

κι όλα γυρίζουν προς τα μας
το δάχτυλο σ' εμάς κοιτάζει
πόσο μικροί και θλιβεροί που χτίσαμε σε λάθος ψέμα!
και μας φουσκώσαν με μάταιες φιλοδοξίες
πως τάχα γιατρός ή χειρουργός θα γίνεις
ή δικηγόρος ξακουστός 
το ψέμα να ξορκίζεις.
και χειρουργούν βαθύτερα
το ψέμα και το σκάβουν
βυθομετρούν την ύπαρξη 
σε μια ονειροπαγίδα
νεκρώνουν τη συνείδηση
και κάθε λογής δάκρυ
είναι βουβό και κίβδηλο
μπροστά στις εξετάσεις!

και εκεί ξεσπά η επανάσταση.
κι εκεί αυτοαναιρείται
κι εκεί που λες πια τίποτα απ' αυτά που σε μπουκώνουν
δεν σου κάνει
εκεί που νιώθεις πως γι' αλλού η ψυχή σου ταξιδεύει
κι εκεί που χάνεται κάθε είδους κάλπικη ευτυχία
όλα σ' εσένα γυρίζουνε κι όλα
σ' εσένα δείχνουν
κι απ' την αρχή αναζητάς το νήμα να διαλύσεις
και λες δεν γίνεται θα υπάρχει κι άλλος δρόμος
κι όμως πάντα σε κάποιο ψέμα θα πατήσεις για να ζήσεις
γιατί 
δεν υπάρχει άνθρωπος στον κόσμο που να μην έχει πιστέψει σε ένα ψέμα
είναι φυσική τάση του να πιστέψει σε κάτι ψεύτικο αλλά απλό και κατανοητό για να χτίσει πάνω του έναν κόσμο ευταξίας
αυτό αυτόματα του δημιουργεί την ελπίδα
για μια "ευτυχισμένη ζωή"
που όμως χτίζεται σε βάσεις σαθρές
κι όχι στέρεες
μα τον βοηθά να ζήσει

δεν υπάρχει η άρνηση των πάντων
για να αντιταχθείς σε κάτι
πάντα με κάτι άλλο θα συμβιβαστείς
αρνούμαι τον κόσμο
και θέλω να ζήσω έξω απ' αυτόν
μα όμως έτσι συμβιβάζομαι με την μοναξιά
αρνούμαι την υπάρχουσα δομή της κοινωνίας
θα συμβιβαστώ με το κόμμα που πιστεύω ότι θα το πετύχει
κι έτσι όλα καταλήγουν πυρετωδώς
στον φαύλο κύκλο μιας παράνοιας χωρίς τέλος
εν τέλει δεν υπάρχει σωστό ή λάθος
όλα είναι θέμα επιλογών
κι οι πεποιθήσεις βασίζονται σε ψέματα που ντύνονται αλήθειες 
επειδή έχουν χτιστεί 
πάνω σε άλλα ψέματα.

να αντιταχθείς στο ίδιο σου τον εαυτό
που τον ανέχεσαι που ανέχεται τέτοιο ψέμα
αφού αυτός ο κόσμος χτίζεται πάνω στο λίθαργο
του ζώου που αργοπεθαίνει
η ανάγκη για ευτυχία
την ανάγκη για ευταξία
η ανάγκη για ευταξία
τόσοι θεσμοί τόσοι φορείς
που οι απώλειες υπερτερούν τα ωφέλη
σαν τα χαπάκια που οι παρενέργειες
είναι περισσότερες απ' τη γιατριά τους
τόσα κουτάκια
μέσα σ' αυτά τα κουτάκια κοιμούνται
τα ένστικτα
και βασιλεύει τελικά
αυτό που θέλαμε να αποφύγουμε
και μάταια, και μάταια με ψέματα αποδιώχναμε
το χ ά ο ς.

Σάββατο 15 Μαρτίου 2014

η κηδεία των χαμένων ποιημάτων

όχι άλλα δάκρια
για όσα δεν γράφτηκαν ποτέ
για όσα δεν φτάσαν ποτέ οι λέξεις
να μετουσιώσουν

είναι στιγμές αφόρητες και γκρίζες
στο μεσοδιάστημα απ' τη γέννηση
ως το θάνατο
μέσα σε λευκές σελίδες
μικρά αποτυπώματα

υπάρχουν ως μουτζούρες
σε γυμνά τετράδια
στις στέγες και στα δάση
ως χαμένα οράματα
στους άγνωστους της γης
αυτής
στον κρότο
του εδάφους όταν σχίζεται
στου νου τη λήθη

τ' αποδομώ
και τα χλευάζω ως ασήμαντα
κι άλλοτε πάλι
τα πιο σπουδαία αριστουργήματα
που ασφυκτιούσαν έξω απ' τον κόσμο αυτό

τ' άκουγα πότε πότε ν' ανασαίνουν
βαριά
και παραπονεμένα να ζητούν εισητήριο
άλλα θέλησαν να εισβάλλουν
κι όπως τους έκλεινα την πόρτα
σχίζονταν στη μέση
κι έμπαιναν μισά και στραπατσαρισμένα
τσαλακωμένα κι άμορφα
κουρελάκια χωρίς καμιά δύναμη

κι όλο τα παρηγορώ
λέγοντάς τους πως κάποτε θα τους χαρίσω
τη θέση που τους αξίζει
κι ο χρόνος κυλά
και μαζεύονται
και πληθαίνουν
και με κατηγορούν
σαν παραπανίσιοι θεατές
που δεν τους άφησαν να δουν την παράσταση
γιατί δεν χώραγαν
ή δεν είχαν λεφτά
κι όμως
κάποιοι απ' αυτούς
ίσως είχαν πολύ μεγαλύτερη ανάγκη να δουν το έργο.

όπως και να χει
όχι άλλα δάκρια
κάποια γεννήθηκαν σε μέρες δυσβάσταχτες
και δεν κατάφερα να τους χαρίσω ζωή
τα σκότωνα μηχανικά
σαν μια μάνα που έχει μάθει πια
να σκοτώνει τα παιδιά της

αν έπρεπε να ζήσουν θα φανούν
κάποτε μες το γκρίζο του πρωινού
θα γυρίσουν καταρακωμένα
και θα κουρνιάσουν στην πόρτα μου
και λίγο πριν ξεψυχήσουν
θα μου ζητήσουν να τα αναστήσω
ευλαβικά και πένθιμα
κι ίσως τότε
μπορεί μες τις χιλιάδες όψεις του χειμερινού απομεσήμερου
οι πιθανότητες να αλληλοσφαχτούν κι οι
μέρες να ουρλιάξουν
κι όλες εκείνες οι στιγμές που δεν αποτυπώθηκαν ποτέ
να ξαναγίνουν αίμα
και να κυλήσουν σαν χείμαροι λυσσασμένοι
πάνω στο χαρτί
και τα κορμάκια τους να βρουν τις λέξεις
και να κουρνιάσουν ήσυχα σαν το μεδούλι μέσα τους
τότε ίσως
ν' αναπαυτούν εν ειρήνη
στην αιωνιότητα.

Πέμπτη 13 Μαρτίου 2014

Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2014

στην άκρη

μας
υποπτεύονται
για φυγόκεντρους
για σχιζοφρενείς
για φοβισμένους

λένε πως θα μας πιάσουνε
με το αδίκημα της απραξίας.

στην οροφή
σε θυμάμαι που χόρευες
ξόρκιζες μέσα μου την αμαρτία

λύγιζες πότε τη μέση
και πότε τα πόδια σου
κι ήσουν αθάνατη για δυο λεπτά.

σε λίγο θα έρθουν
να μας πιάσουνε
με το αδίκημα της απραξίας.

δεν δοκιμάσαμε, λέει,
αρκετά
τις δυνάμεις μας.

δεν φτάσαμε τ' άφταστα
γι αυτό θα μας πιάσουν.

κι όπως χόρευες
χάιδευες νοητά την ψυχούλα μου
μ' άφηνες παράλυτο
κι εκστατικό

κι όπως σε θαύμαζα
δάμαζα την ακινησία
κι οι σκέψεις μου ανάλαφρες
αυτοκτονούσαν χορεύοντας
απ' την ταράτσα.

σε λίγο θα έρθουν
όπως σου είπα, να μας πιάσουνε
αγαπημένη μου.

τόσο εύθραυστη αυτή η σιωπή τώρα
τόσο ιερή
και πένθιμη

πόσο μεγάλη κι αρχοντική
αυτή η κίβδηλη σιωπή
πριν το τέλος.

ησύχασε αγάπη μου
μην κλαις, μη λυγίζεις
μια ζωή χάσαμε μόνο.

απαλά σου χαιδεύω τα μάτια
πορσελάνινη και μαραμένη
σαν κρίνος,
σαν φωτογραφία

μην κλαις αγαπημένη μου

σε θυμάμαι που χόρευες
και γέλαγες και φούντωνες
κι αναστέναζες κι όλα τα ήθελες
και μ' όλα ερωτευόσουν
και μ' όλα τέλειωνες

χαραμίσαμε.
τη ζωή μας λατρεμένη μου.
σκορπίσαμε τις δυνάμεις μας
στον άνεμο.
μ' ένα χαμόγελο και μια ελαφράδα
σαν να σκορπούσαμε σκόνη

μας
υποπτεύονται
για φυγόκεντρους
για σχιζοφρενείς
για φοβισμένους

λένε πως θα μας πιάσουνε
με το αδίκημα της απραξίας.

έρχονται βλέπεις;
όμως δες, είμαστε ψηλά, γύρω αέρας πάνω ουρανός.
δες αγάπη μου όσο
και να προσπαθήσουν
δεν θα φτάσουν, είμαστε ψηλά.

ψέματα

  δες έρχονται.

δυο λεπτά.

δευτερόλεπτα.

σε κοιτάζω και απογειώνομαι

  έρχονται

σε κοιτάζω βουβός κι ανασταίνομαι
  έρχονται
σε κοιτάζω ξανά
για τελευταία φορά
στην άκρη του τίποτα.

error708

κάπου κολλήσαμε.
κάπου βρήκαμε, κάνε όπισθεν

όπισθεν.

κάπου βρήκαμε, σου λέω γάμα το.
γαμησέ το.

να βγω να δω;
κάτσε εκεί που κάθεσαι.

να βγω να δω; μπορεί να χάλασε τ' αμάξι.
όχι σου λέω, σκάσε.

κάνε όπισθεν
όπισθεν.
να βγω να δω, κάπου κολλήσαμε.

τι είναι;
δεν ξέρω δεν μπορώ να δω.
δεν βλέπω, κάτι έπαθαν τα μάτια μου

βγες να δεις.
δεν βλέπω τώρα

σταμάτα
κάνε όπισθεν
δεν μπορώ σου λέω τα μάτια μου
κάνε όπισθεν!
που θα πάμε;

πού πάμε;

χαθήκαμε
πού παμε;
πού είμαστε;

και σου είπα μαλακισμένη
να βγεις να δεις

δεν βλέπω τίποτα

τώρα γάμα το.
γαμησέ το σου λέω.

μου είπες όπισθεν.
όπισθεν κάνω.
χέσε μας.

κάτι έπαθε το αμάξι
τι έγινε;
δεν ξέρω δεν μπορώ να δω

βοήθεια.
φέρε κάποιον, ένα γιατρό
σκάσε.
δεν αντέχω σε παρακαλώ!

σκάσε
όπισθεν.
όχι σου λέω πονάω!
άστο
όχι φύγε!
άστο
παράτα με!
γαμιόλη
βούλωσ' το

πνίγομαι
άστο
όχι πνίγομαι σου λέω.
άστο
μου πιέζεις την κοιλιά
μη
άσε με
μη με σπρώχνεις
σταμάτα το.
όχι άλλο
θα τελειώσουν τα καύσιμα.

πού είμαστε;

και σου είπα.
δεν φταίω εγώ.

ποιος φταίει
κοίτα τι έκανες.

εσύ μου είπες να κάνω όπισθεν.

καριόλα.
παράτα με.
πνίγομαι.
χέστηκα.
πνίγομαι.
στο διάολο, φέρε εδώ.
άσε με
σταμάτα.
στο διάολο, κοίτα τι έκανες
μη με πιέζεις, πνίγομαι!
με κούρασες, βάλε μπρος.
δεν μπορώ θέλω να κάνω εμετό
ξεκίνα το το γαμημένο, κοίτα τι έκανες
πού είμαστε;
μαλακισμένη κοίτα τι έκανες.
άσε με φύγε!
ηλίθια δες πως τα κατάφερες
φύγε!

κραυγή
κραυγή
κραυγή

πώς φτάσα
με εδ
ώ...
το άφησες.
πώς έγ
ινε, εγώ..

όπισθεν.
πόσο πια;
πόσο ακόμα;
όχι άλλο
όπισθεν.
όπισθεν.
όπισθεν.
θέλω να ζήσω.
προχώρα.
πνίγομαι.
όπισθεν.


τελειώσαμε.

error

κάτι σέρνεται
ανάμεσα
και τρώει

οι ρώγες σου
μου ανατινάζουν το μυαλό.

κάτι τραυλίζει
εκκωφαντικά.

το λάθος
με μετράει