Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2012

για τους φίλους που δεν γνώρισα

είναι όπως
οι χαμένοι ποιητές και
τα χαμένα, σοβαρά τους ποιήματα
είναι όπως οι φυάλες, τα αναλγητικά
είναι σαν τα πεταμένα εντόσθια
του σκύλου στους δρόμους
και τις σαπισμένες αιμοσφαιρίνες
εγώ τους μιλάω πού και πού
τους περιμένω στο υπόγειο γλέντι μου
φοράω τα καλά μου ρούχα, τα μαβιά
και έχω μια άσπρη διάφανη ανεμώνη
να μυρίζω αναμένοντας, τις κρύες ανατριχίλες τους.

ξέρω πως δεν θα ΄ρθουν
μα εγώ τους περιμένω
με παγωμένα χέρια και μαλλιά ανάκατα
χλομά περιστρεφόμενα πρόσωπα
επαναστατημένα κι άσχημα κορμιά
κατεργασμένα
λαμπιρίζουν, ξεφυσούν, κι αναγουλιάζουν
προσκυνούν το αύριο - ως αύριο να αντηχούν
να ξεμακραίνουν
ερπετά, εκτάσεις απονευρωμένες
από γη, άνθρωποι φτιαγμένοι από γρανίτη
βιαστικοί και φιλάσθενοι
νωχελικοί
και μόνιμα μανταλωμένοι στα μπράτσα μου
σα νυχτερίδες.

τους περιμένω
όπως ο χειμώνας τις πυρκαγιές
όπως η γη  τους πλανήτες
πώς ζουν χωρίς εμένα
κι εγώ νιώθοντας πως υπάρχουν;
ξέρω πως δεν θα 'ρθουν
μα έχω ετοιμάσει το τραπέζι
έχω βαφεί, έχω στολιστεί
και μια φορά αναπάντεχα
οι άγνωστοι φίλοι θα διαβούν
θα περπατούν βουβά και υπερήφανα
δίπλα μου θα καθίσουν
και θα με δουν
πώς ανατέλλω
πώς βαραίνω
και πώς χάνομαι.

Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2012

Socos & The Live Project Band - Κοκαίνη

                                   Κουράστηκες να ακούς μακρόσυρτες ευχές,
μικρές σποραδικές βροχές, να κυνηγάς εχθρούς

Και θες να ονειρευτείς, ξανά να ερωτευτείς
να σ' αγκαλιάσουν σαν σε βρουν οι άγνωστοι της γης

Στο παραμύθι αυτό νεράιδες δεν υπάρχουν
κι οι ήρωες που θα ΄ρθουν θα σ' έχουν για νεκρό

Και σαν θα κοιμηθείς σφιχτά θα σ' αγκαλιάσω
για σένα θα τρομάξω τους αγνωστους της γης...

Απ' την κραιπάλη που με πλάκωσε βαρειά,
παράλυτος μ' εκφυλισμένα μάτια,
ποιος θά 'ρθει να με ελευθερώσει μια νυχτιά;

Οραματίζομαι συχνά μιαν ύπαρξη
μια κόρη με τα κάλλη τα περίσσια
που θα με φέρει στην αλήθεια, ίσια
που θα με βγάλει απ' τον έκλυτό μου βίο...
Αντίο...

Θα βρω μια θεία ξεκούραση στα χέρια της,
και στο κορμί μου θ' απλωθεί αθάνατος
βαρύς και μελαγχολικός ο θάνατος.

Ω, τι γλυκά που ζει κανείς στο πέλαγος
των αναμνήσεων, έξω των ορίων
των γνώριμών μας των περιθωρίων
που κυβερνούν εχθροί και φίλοι-πίθηκοι,
ανήθικοι,
στο βάθος βυθισμένοι των οργίων...

Μέσα στην αγκαλιά σου, με κατάνυξη
βλέπω δειλά να μου χαμογελάς σαν άνοιξη
γεμάτη ανθούς και μύρα στολισμένη
Αγαπημένη...

Γύρε σιμά, έλα κοντά και δως μου το χεράκι σου
να τ' ακουμπήσω λίγο στην καρδιά μου

Απ' την κραιπάλη που με πλάκωσε βαρειά
και που στεγνά τη φθείρει τη Ζωή μου
εσύ θα ' ρθείς, Θεά μου εξωτικιά
να σώσεις τη χαμένη ύπαρξή μου

Η απόλαυσή σου έντονη σα βέλος
ας έρθει να μου δώσει ένα τέλος.

στα πρόχειρα...

1.
όλα ενώνονται μέσα μου
κι όμως διχάζομαι.

2.
κύηση ανεξερεύνητων βυθισμένων τοπίων
γέννα πρόωρη, θανατηφόρα

3.
χώρος μικρός, ζεστός, κρυώνω
και έτσι το φως σκοτώνω
με όπλο ονειρικό
ο στόχος: το ακατόρθωτο.

4.
πλήξη καλοκαιρινή
μαστουρωμένο το ρολόι
από πότε; από πάντα...

5.
πριν όλα ήταν μαύρα
ενώ τώρα όλα είναι μπλε!

6.
παρανοϊκές σιωπές
ήχοι ευκολονόητοι.

7.
οδυνηρές αλήθειες
λάθη ανώδυνα,
ωστόσο υπάρχουμε
ακόμη.

8.
νιώσε με, δεν νιώθω τίποτε
και ίσα που συνειδητοποιώ την απουσία σου.

9.
ο καπνός τελείωσε
και δεν έχουμε άλλη ασχολία
απ' το να αναπωλούμε
τον καπνό που τελείωσε.

10.
σ' αγαπώ πρόχειρα
με παίζεις σκόπιμα
δεν σ' έχω
άη πνίξου

Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2012

Ζωή, την άλλη φορά [απόσπασμα]

Σήκωνε πότε-πότε το κεφάλι, και κοίταγε ψηλά στον ουρανό ένα φεγγάρι θολό, που έφευγε πίσω απ' τα σύννεφα, κι έλεγε από μέσα του. Δεν θα πάω σπίτι, έλεγε.Δεν πρόκειται να πάω. Θα μείνω έξω και θα καπνίζω όλη νύχτα.

Έτσι είπε ο Βασιλάκης και τη νύχτα εκείνη, την πέρασε στους δρόμους. Πήγε και κάτω στο σταθμό.

Αργά πήγε, πολύ μετά απ’ τα μεσάνυχτα. Ανέβηκε απάνω στη γέφυρα και κοίταγε τα βαγόνια. Τις γραμμές τις σιδερένιες έβλεπε, που κράταγαν το φως του φεγγαριού και γυάλιζαν, και τον τοίχο, εκείνο τον τοίχο, που έμοιαζε σαν γκρεμός, κι όλος μαζί κατέβαινε απότομα, με κάτι σκάλες προς το δρόμο.

Κι ύστερα τον έπιασε ένα κρύο, εκεί απάνω που ήταν. Ρίγος τον έπιασε και μια τρεμούλα, γιατ’ ένιωσε άξαφνα, πως ήταν ξεκομμένος• απ’ όλο τον κόσμο ξεκομμένος. Ξένος και μονάχος του σε τόπο ξένο.

Ένας αέρας σιγανός τον φύσαγε, και κάτι που μύριζε σαν την καπνιά, κόλλαγε στα ρουθούνια του και τα ‘καιγε. Κάτι σαν ερημιά μύριζε… Κι αυτή η ερημιά, του φάνηκε πως ερχόταν απ’ τα σπίτια• από τα σπίτια τα πολλά, που έφταναν ως πέρα μακριά. Γιατί τα σπίτια αυτά που έβλεπε, ήταν σαν να ‘χαν μέσα τους ανθρώπους: απ’ όλη την Ελλάδα ανθρώπους, ναρκωμένους: γυναίκες, άντρες και παιδιά. Γερόντια απ’ το Βόλο κι απ’ την Ξάνθη• απ’ την Κομοτηνή από την Κρήτη κι απ’ τα νησιά• και μια κίτρινη σκόνη τα σκέπαζε, όπως σκεπάζει τον πεθαμένο το σεντόνι.

Νίκος Χουλιαράς

φάρσα στο 203828748301

είσαι η ανάμνηση μιας συντριβής
που ακόμα δεν έζησα
είσαι η σκιά που παραμιλά
όταν σωπαίνω
είσαι τα παγωμένα συναισθήματα
ο πληγωμένος εγωισμός μου
μια στιγμή αδύναμη, μια στιγμή άδεια
είσαι τα χρόνια, οι μέρες
είσαι το κενό μου σώμα
είσαι το άπληστο μυαλό μου
οι κλειστοφοβικές μου συνήθειες
οι παρανοϊκές μου εκλάμψεις
είσαι ο θόρυβος των αυτοκινήτων
στις μεγάλες λεωφόρους των αβύσσων μου
μια άχρηστη μα εθιστική ανάγκη
είσαι η ζωή που δεν έζησα
τα λόγια μου τα ασυνάρτητα
οι εφιάλτες και τα αστεία μου
τα δεκαεφτά χιλιάδες κοριτσάκια
που εκτρέφω μέσα στα στήθια μου
είσαι η φωνή μου η τρεμάμενη
και η αγρύπνια
είσαι οι λέξεις που αγάπησα
και οι πράξεις μου που μίσησα
είσαι το άπειρο, το άτακτο σύμπαν μου
είσαι η κίνηση, η τελειότητα, η ανυπόφορη έλξη
η σφαγή σε σκίτσο το δωμάτιό μου
είσαι το σκοτάδι που μ' ανάθρεψε
είσαι η θύμηση που μ' αναζητά
είσαι το μαργαριτάρι το μαύρο
το κρυμμένο μέσα μου βαθιά
είσαι η ανυπομονησία μου
για τη ζωή την άλλη
η ανάγκη μου για φως
τα σκορπισμένα μου δάκρυα
οι τσαλακωμένες μου ανάσες
οι λύκοι κάτω απ' το κρεβάτι μου
το πτώμα μέσα στη ντουλάπα μου
τα ρούχα μου τα μάλλινα, τα βαμβακερά
τα παπούτσια μου τα πολυφορεμένα
τα βιβλία μου, το κρεβάτι μου, το πορτατίφ μου
η μανία που με πιάνει από μέρα σε μέρα
οι κρίσεις μου, η μανιοκατάθλιψή μου
είσαι ο θάνατος, είσαι το σουτιέν μου
το πανωφόρι μου, το κατωσέντονό μου
είσαι η αρρώστια όλη που έχω μαζεμένη
είσαι όλα αυτά που πάλευα καιρό να αφήσω πίσω μου
μα τώρα ξέρω πως σαν όνειρα μαύρα
θα στέκονται πάντα ένα βήμα μπροστά από μένα
είσαι όλα αυτά που με ορίζουν
και ξέρεις κάτι
θες να μάθεις κάτι;
θες να σου πω τι πραγματικα -

η κλήση σας προωθείται, παρακαλούμε μην κλείσετε αν δεν ακούσετε σήμα κατειλημμένο
 τουτ τουτ
τουτ

το άψυχο σώμα μου
γελάει.


Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2012

ηχόχρωμα

καπνός διάφανος
αλόβητη ψυχή
και χέρια άδεια
ανάποδη τροχιά
σώμα γυμνό, ερειπωμένο
αρχιστράτηγοι νερκοί
παιδιάστικα αστεία
εθελοντές ονείρων
σκορπισμένα όλα
στο μαγικό κουτί μου.

δε σ' αγγίζω

μόνο το ηχόχρωμα της φωνής σου
αναγνωρίζω
και ίσως κάτι
πάνω σου δικό μου.

Δευτέρα 10 Σεπτεμβρίου 2012

ρε!

 αυτοι που πηραν τη φωτια δε μιλουσαν πολυ, ειχαν διάφανα πρόσωπα και, κάτι σαν αιμάτινα ακροδάκτυλα. μου αρεσε να τους χαζευω

ειναι να τους μιλάς, σαν να μην είσαι εκει, κι ολοι να υπαρχουνε ακουσια, στο πανηγυρι αυτό δεν θα χει φαντασματα. εγω απουσιασα απ' τη ζωη μου εφτά χρόνια, κι ήταν σαν να έζησα πρόσωπα δειλά, σαν να τρόμαζα χείμαιρες. εγώ είχα δάκτυλα ζογκλέρ.

δεν είμαι καλά ρε!

μια σκοτεινή απειλητική κραυγή δε με αφήνει σε ησυχία, έχω μικρούς θεούς, νεκρούς εκκωφαντικους σπασμους και δυστυχώς απουσιάζω πάντα.

Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2012

a light so dim





there are no trains that leave from the maze
my only chance was a ship to escape
 

if you are the light house in the storm
I'll be the ship with a thousand dead souls
 

how long will they believe in a light so dim
down in the gallows the darkness glows
 

it was hard to see in the hearts of them
if you see a light call down below
 

I'll be moving and sorting out our fears
how long will we believe in a light so dim
 

cause time is all we have so make the time
throw down the line I'll see to climb
 

if it's held close it may just work
if you are the light house in the storm
 

I'll be the ship filled with a thousand dead souls
and time is all we have so take the time
 

to make the time and make time to take the time



The Black Heart Procession lyrics

Σάββατο 8 Σεπτεμβρίου 2012

Πέμπτη 6 Σεπτεμβρίου 2012

για τη νεότητα

τι αηδία
που με πιάνει πάντα
τι αηδία.

για μένα νεότητα είναι
ήχοι διαμελισμένων σωμάτων
χέρια που βαρούν μανιακά παλαμάκια
μάτια θεόρατα, ανοιχτά και φιλήδονα
βήχας ανάλγητος και κομμάτια κρέας
κομμάτια κρέας, ερασιτέχνες εραστες
θόρυβοι πρόστυχοι, τσιγάρα αφόρητα
ρούχα βαμμένα το χρώμα του μίσους
σφαγμένες λέξεις
ανθισμένες σε στοές
κι οι φίλοι νεκροί στο κέλυφος
μιας άγριας φάλαινας, τυφλής κατα προτίμηση.

μόνο εκεί να ξερνούν, να προστάζουν
να ομολογούν, να αισθάνονται
κι η πόλη να ενοχλείται απ' τις ονειρώξεις
απ' τις φιάλες, φαρμακεία κλειστά, εποχές
μπαρ ερείπια, μπαρ κατακρεουργημένοι φύλακες
το χάος, μια λησμονιά
να μυρίζει λάσπη, και καπνός και μπαρούτι
να βράζει ζωή σαν έκρηξη θανάτου
φως λειψό καστανοκίτρινο φεγγάρι
γνωρίζει ο ιερός, γνωρίζει τα ερπετά του
όπως αρμόζει, όπως είναι μπρούμυτα

πλασμένος για τη γη
διψασμένος για ουράνια σώματα
σώμα δέσμιο, πνεύμα ερημικό.

τι αηδία
που με πιάνει πάντα
τι αηδία.

Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2012

dead-end

δύσκολα
οι λέξεις ανασταίνουν
δύσκολα υπάρχουμε
εκτρέφοντας εκκωφαντικές σιωπές


και παραπέρα
ένα πικρό αβάσταχτο κενό
μια ιαχή
ονείρων περάσματα
δύκολα πρόσωπα
δύσκολες μέρες, απροσπέραστες
σκάνε σα βλήματα
οι ιδέες

τίποτα δεν υπάρχει
μέχρι να εννοηθεί

τίποτα δεν αξίζει
μέχρι να γραφτεί

"what is the end of / my troubled mind"


Σάββατο 1 Σεπτεμβρίου 2012

πριν χαθούμε


"Γλιστράμε και περνούμε
κι αν μένει κάτι εδώ,
είναι το φως, που μας χαρίστηκε να δούμε,
μεσ' τη ζωή 
εσύ 
κι εγώ."
 


να μπερδευτούμε
να στερέψουμε
να πούμε
και σε ποιον
να γράψουμε
για τις φωνές μας και
μικρές φωτιές
αναμενόμενα
όσα πούμε
μόνο να υπάρξουμε
να υπάρξει
κάτι από μας 
λειψό
κι αγριεμένο
πεθαίνοντας
κάθε μέρα
ανάμεσα στους ανθρώπους
ασθμαίνοντας
κάθε νύχτα
πάνω στη σκηνή
περήφανα
και ό,τι αξίζει από μας
ας γίνει
γέμιση για κανελόνια. 





να αγαπηθούμε
είπες,
πριν χαθούμε.






"Τα χρόνια θα μας λιώσουν
κι αν μείνει κάτι εδώ,
θα 'ναι το φως, που είχαν οι μέρες πριν τελειώσουν,
μόνο το φως
 
το φως"


http://www.youtube.com/watch?v=yHNTWGMKQkk

Τετάρτη 29 Αυγούστου 2012

Sara - θανάσης παπακωσταντίνου



Κι όμως εσύ Sara
Δε φοβάσαι τα φρούτα του πάθους
Κυλά το δηλητήριο στο σώμα σου,Sara
Κι όπου να 'ναι σου χαρίζει τα μαύρα φτερά.

Ντύνεσαι νύχτα ανάλαφρη,Sara
Δεν ξέρω σε ποιους τόπους γυρνάς
Με τέσσερα φεγγάρια στην πλάτη σου,Sara
Τέσσερα γαλήνια ξέφωτα.

Το σκουλήκι της γνώσης ζήλεψε,Sara
Γόνιμη ομορφιά, ζιζάνιο
Φωλιάζει στη χλόη του στέρνου μου, Sara
Και περιμένει τα δώρα απ' το κυάνιο.

Μπορεί στα φεγγάρια των Σιου,Sara
Μπορεί και στον Σμόλικα,
Κάνει τις πέτρες να σκιρτάνε,Sara
Σπάζοντας τον άγνωστο κώδικα.

Πέμπτη 23 Αυγούστου 2012

νταρκτζαζ νυχτες

δεν ήθελε να καταλάβει
δηλαδη; δηλαδη;
επαναλάμβανε σαν ηλίθιος τις ίδιες λέξεις
δηλαδή;θα φύγουμε τόσο νωρίς;
πότε θα φύγουμε;
τωρα;
αυριο;
δεν ήθελε καν να κοιτάξει
ευθεία μπροστά
κι όλες αυτές οι παύσεις
οι παύσεις προπάντων
με πέθαιναν.
με περίμενε, πάντα εκεί.
στο ίδιο μέρος
με την ίδια μελωδία ραμμένη
στο κορμί, την ίδια ανάμνηση
με τον ίδιο διαλυμένο θρίαμβο στα μάτια
προσμονή
μέχρι να του δώσω εγώ το όνειρο πίσω
κοίταγε τα παπούτσια του
αγάπαγε τα παπούτσια του
του άρεσε πολύ να κοιτάζει
συνεχώς
τα παπούτσια του.
όταν ούρλιαζε εγώ
ήθελα να μετράω ζωές
να ρίχνω σαΐτες στ' αστέρια
ή να κάνω ένα τσιγάρο στο μπαλκόνι
με καλό ποτό
με καλό ποτό και καλή μουσική
και να μην φτάνω
ποτέ να μην φτάνω, μα να 'μαι ακόμα δεκαοκτω
κοιτάζοντας ένα ρολόι
να λέω η ζωή είναι γαμάτη
αγαπώ τη ζωή, μην πιστέψετε τίποτ' άλλο απο μένα
και να παίρνω αυτό το σατανικό χαμόγελο
που με κάνει ανίκητη
και γκρίζα.
κούρνιασε πλάι μου
έγειρε, ξάπλωσε
μου είπε, πόσο όμορφο είναι το φωτιστικό απέναντι
το ανοιχτό παράθυρο, οι γρύλοι, η ησυχία, τ' αστέρια
γιατί μου λέει κλαίμε; 
γιατί να κλαίμε Δέσποινά μου άδικα κλαίμε! 
μ' ένα χαμόγελο μου μίλαγε, και μάτια ζωηρά
τρεμάμενα,
μου είπε πόσο όμορφη είμαι γω
πόσο θαμπή σαν φωτογραφία
σαν κάτι που δεν θα ξεχάσει
δηλαδή;
δηλαδή θα φύγουμε τόσο νωρίς;
γιατί να φύγουμε τόσο νωρίς;
σαν θεατρίνοι προσπερνάμε, φεύγουμε
δεν δίνουμε δεκάρα και ξεχνάμε, αδιαφορούμε, δεν αγαπάμε
εκεί που όλα έχουν τελειώσει λες: δεν γίνεται, δεν είναι δυνατόν
και μετά μ' αγαπάς πάλι, και τους ξεγελάμε όλους 
και τους ξεγελάσαμε όλους, κάνει σαν παιδί πάλι
συνεχίζει
και φεύγουμε, χανόμαστε, και λες δεν γίνεται αυτό
και μετά με βρίσκεις ξανά
κάνει μια παύση
με βρίσκεις ξανά
κι είναι όμορφο αυτό.
αυτό είναι ομορφιά.
σε ζω, με ζεις, κι ανήκουμε πάλι στο σύμπαν.

Τρίτη 14 Αυγούστου 2012

όχι ακόμη!

δεν είμαι ακόμα Εγώ
δεν είμαι ακόμα
μα όταν θα φτάσω να είμαι Εγώ

χυδαία νοήματα θα εκραγούν
θα λιώσουν οι δεσμοί και τα νετρόνια θα ξεπετάγονται
όλα θα έχουν ειπωθεί
τα πάντα για μια ιδέα - καμιά ιδεολογία τότε
ούτε ανάλυση, φωλιές αγγέλων κι ερπετών
φωνές χαμένων
λυσσασμένων μικρών κοριτσιών
ανάσκελα θα στέκουν
οι άντρες γυμνοί μισοφαγωμένοι, υγροί
γεμάτοι ήλιο και καπνό, χωρίς
χωρίς να δίνονται, να μη χρειάζεται να δίνονται
οι πουτάνες, να μην βαραίνουν τα διαστροφικά μυαλά τους
να σκοτώνουν χωρίς άλλη σκέψη
χωρίς φαρμάκι, έλεγαν πως είχαν το φαρμάκι
μα δεν θα μένει τίποτα πια να τους μετουσιώσει
ενώσεις αδερφών, λέπια εκστατικών ροφών με σημασία
η γλύκα
του να φλέγεται κανείς από άποψη
δεν είμαι ακόμα Χρόνος
τότε που όλα θα χουν γίνει ένα, μια διπλή ανάμνηση
διπλή και κατοπτρική μονάδα
με ανθρώπους που δεν ξεχώριζαν
που πριν φύγουν στάθηκαν για λίγο
που ποτέ δεν κατάλαβαν το λόγο της απουσίας
τον βαθύτερο λόγο της απουσίας τους
τις έννοιες δίχως άκρη, δίχως σύνορα
τα παραπληγικά τους δάχτυλα, τα μεταμεσονύχτια γαμήσια
άφραγκοι από όνειρο, δεν είμαι ακόμα Εγώ
το Εγώ που θα 'ρθει, θα με βρει, θα με ταυτίσει με το όριο
το σύμπαν θα σωπάσει, θα 'ναι η ώρα περασμένη
δύσκολα, πολύ δύσκολα κι αμετανόητα θα διαβεί
το πέρασμα το Εγώ,
θα αντισταθεί, μα θα κατανοήσει, θα κατανοήσει
τα εγκόσμια, θα υποκλιθεί στην απάτη
θα υψωθεί
σε βράχια αδιάβατα και
θα ΄ναι η ώρα περασμένη μα ιερή
οι λέξεις θα αποκτούν υπόσταση και θα καταβροχθίζουν τα ανθρώπινα
συντρίμμια, θα μασούν καλά τα υπολείμματα
μιας ανθρώπινης ανάμνησης
και τότε εκείνες οι γυναίκες με τα μαύρα στολίδια
και τις πλεξούδες, με τα μαραμένα δάκτυλα
θα χύσουν αίμα προσμονής, θα ουρλιάξουν φως
θα 'ναι γεμάτες, φουσκωμένες, έγκυοι!
και στα τυφλά θα γεννηθούν οι θρήνοι μιας θυσίας
που κάποτε ωρίμασε, και σάπισε, και πάει
και τότε θα χαθούν έχοντας πάντα στο κεφάλι το όραμα του τέλους
του τέλους του Εγώ που ολοκληρώθηκε
ευτυχία στο Εγώ που έφτασε να εκπέμψει φως, ευτυχία!
κι οι άνθρωποι μισότρελοι και μισοπεθαμένοι
θα συνουσιάζονται στον ύπνο τους με τ' όνειρο
πως κάποτε θα φτάσουν, θα ρθει και γι αυτούς η ώρα
η ώρα που δεν έφτασε ποτέ
μα θα 'ναι όμορφη, γαλήνια, λυτρωτική
θα 'ναι το ψέμα που δεν χόρτασαν να ακούνε
οι άνθρωποι.

μοιάζω με το χορό ενός ηλίθιου ξεπεσμένου αρλεκίνου
που άθελά του ζύγισε τη γη
τη βρήκε λίγη
ζύγισε το νου, τον βρήκε ελάχιστο
που την ψυχή του δεν τη βρήκε ακόμη
που γνώρισε το φως, του φάνηκε έρημο
και το σκοτάδι άδειο
τα πόδια του τρεκλίζουν, άθελά του
αιμορραγεί και ξεψυχάει ανίκητος
που επιμένει να σωθεί, να σηκωθεί
μόνο μην πέσει πάλι κάτω, όχι ακόμη!
να κουνά τα απεγνωσμένα του μέλη
μανιακά και εύθυμα,
ένα ακόμη βήμα
αριστερά
μια στροφή
η μέση να λυγίζει
λίγο
όσο πρέπει...