Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2012

κανείς

μη φοβάσαι
κανείς δεν θα μάθει ποτέ για όσα ζήσαμε
κυρίως όμως
δεν θα μάθει κανείς για όσα δεν ζήσαμε

γι αυτό μη φοβάσαι
έχω καλά φυλαγμένες στην πιο απόμερη σιωπή του εγκεφάλου μου
όλες μας τις ανύπαρκτες στιγμές

Σάββατο 10 Νοεμβρίου 2012

The Tiger Lillies - Her Room


Where are the fun times? 
Where are the rum times? 
Where is the sunshine  
In her room

Looking for dog-ends 
Picking up her friend  
Looking for the end  
In her room

Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2012

mysery and mystery

ρε
δες με
τι θλιμμένη που είμαι
και πόσο θλιμμένα καπνίζω
αυτό το τσιγάρο
μες τη θλίψη
κοίταζέ με
πόσο θλιμμένα
βάζω τα ακουστικά
του mp3
στα αυτιά μου
και πόσο κενό
και θλιμμένο είναι
το βλέμμα μου!

ρε, κοίταζέ με επίμονα
σαν να είμαι
ότι πιο δικό σου
ότι σε πόνεσε
και σ' έκανε να λυγίσεις
σαν να 'μαι
όλη σου η θλίψη
μαζεμένη σ' ένα γυναικείο σώμα
σαν να μαι εσύ.

ρε
γάμα με όσο
θλιμμένα και οδυνηρά μπορείς
κι αγάπα με
όσο πιο άρρωστα κι απαίσια θέλεις
σκίσε με μες τις νύχτες των ματιών σου
κάνε με σκόνη απόκοσμη
κλείσε με στη θλίψη
στη μιζέρια
και τη μυστήρια μορφή σου
άσε με να ανιχνεύω
κάθε σπιθαμή του
αλλότριου εαυτού σου
να παρατηρώ τις άκρες των
δακτύλων σου
τις ιστορίες σου άσε με να μαντεύω
να σε μαντεύω
και να μαγεύω κάθε κρυφή
σπιθαμή του μυαλού, του κορμιού σου
να μαγειρεύω με σκοτάδι
τα ονειρά σου
τα ουρλιαχτά σου
να αγκαλιάζω
κι όλα όσα αγάπησες
να γίνομαι
φριχτά και πένθιμα
δικιά σου.

ω, δες με
γαμώτο μου
κοίταζέ με
με πόση θλίψη
περιμένω το λεωφορείο
με πόση θλίψη ανεβαίνω στο λεωφορείο
όπου όλοι είναι κόκκινοι
κι αναβοσβήνουν
σα λαμπάκια χαρμόσυνα
μέχρι να εκραγούν
και άπειρα, τα άπειρα
τα τρύπια γράμματα
ποιητές δεν υπάρχουν
ούτε θλιμμένοι ποιητές
ούτε άνθρωποι που είναι θλιμμένοι
ούτε συ, ούτε γω
με καυλώνεις
έτσι όπως στέκεις ανύπαρκτος
σαν δημιούργημα
του πιο αδέξιου φόβου μου
που δεν μ' αφήνει
να σ' αφήσω να με σώσεις

δες με
καύλωσέ με
γάμα με αγαπα με
κατάλαβέ με
νιώσε με
μύρισέ με
σκίσε με
ζωγράφισέ με
φύσα με να βγω
απ' αυτό το βάλτο
ταρακούνησέ με
να ξυπνήσω
απ' αυτή την άνευρη
σιωπή
που μας κυκλώνει σέρνοντας πάνω μας
τα ουρλιαχτά της
διαπέρασέ με
διαμέλισε το χρόνο μέσα μου
πίεσε τα γεννητικά μου όργανα
μάτωσέ με
χωρίς να έχω
κιόλας πεθάνει
σε κοίταζα
που έφευγες
δεν είχα τίποτα να σου δώσω
μόνο σε κοίταζα
κι απόδιωχνα το θάνατο
και πέθαιναν μέσα μου οι λέξεις
μια μια κατέρρεαν
πυροβολούσαν μέσα μου
οι σκιές η μια την άλλη
ανασταίνονταν κροταλίες
ασταμάτητες χαραυγές
απανωτά μερόνυχτα
κυλούσαν οι χρόνοι
έσκουζαν
κι εγώ βαριά σε ήθελα
να σ' έχω, να μη λυπάσαι για τίποτα πια
να κάθεσαι στα πόδια μου
πιο όμορφος απ' όλους τους γρίφους
της γης αυτής
κι αργά
κι ευλαβικά
να σ' ανασταίνω.


κλειτορίδα

ε;
τι;
πες
μου
εελα
μωρή
κάργια
να πάμε
διακοπές
αμερικάνο
φίλαθλο για
δες να σε δει
παρελθόν σου 
λέει μετά ξέρω
είσαι πολύ χαζό
και παραπληγικό
αλλά γι αυτό σε
αγαπώ, σαν να
σε γαμώ χωρίς
προφυλάξεις
αηδιαστικό
και δεν μ'
αρέσεις
χωρίς
κώλο
να το
ξες
τι;
ε;

Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2012

πεθαίνω σαν χώρα

Όνειρο στον άλλο κόσμο

Η εικόνα ξεπροβάλλει στιγμιαία και χάνεται.
Σε ουράνιους εμφανίζεται κήπους
ανάποδος φωταγωγός.

Τα μουσικά τοπία, οι ακατανόητες πτυχές
εκπομπές του βελούδου
μια ντουφεκιά από την κάνη της γαλήνης
σκορπίζει φτερά.

Ανάσκελα, δίπλα σε μερμηγκοφωλιές
μπολιάζοντας το σύννεφο με ρέμβη
πολύκαρπος
μ' ένα κομμάτι ουρανό, μ' ένα παγούρι θάλασσα
σ' αιώνια εκδρομή
σε δενδροκρέβατα επάνω
με εικόνες απ' τους κύκλους που σε πνίγουν.

Και γέρνεις κλαδί φορτωμένο το φως
και στ' αυτιά μου ο λόγος
ότι θα ρθεις στη χλιαρή γη
όπου θα έζησες κάποτε
που τόση αγάπη άφησε και αναβλύζει
μες στην ψυχή σου.
 

Αλλά μπροστά σου βούιζε ο θάνατος. Ο άλλος θά-
        νατος.
Κάτι σαν λεπίδια σμίλες του αέρα.
Στους κόκκινους εξώστες, σημαίες της παράφορης 
        στιγμής. 
Κι η μάνα σου λιγνή σ' αγκάλιαζε
κυρτή, λες πεθαμένη.
Κίτρινα, ραγισμένα πουλιά
ανέβαιναν συνέχεια προς τη γη.
Με μια ρομβική κίνηση ανέβαιναν.
Κι η ησυχία
μαρμαρωμένη λίγο πριν απ' τη βροχή
πιωμένη φωτιές και υγρούς ήχους
με το ρυθμό φοβισμένης φτερούγας, 
ανάσαινε.

Και τότε έπαψες σιγά-σιγά να μιλάς και να γράφεις.
Και γέμιζες μέσα σου νόημα και μουσική.
Συνέχεια γέμιζες



Θέμης Τασούλης

σε μωβ ελάσσονα

Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2012

μια μαλακισμένη ανάρτηση

κελιά.

απλώθηκαν μπροστά κελιά
ασήμαντα εκκολαπτόμενα κελιά
κι ο διεστραμμένος χρόνος
ανεστραμμένος
δείκτης ευφυΐας

(του μυαλού λέει είναι όλα)

κλειδοκύμβαλο
μίσος για τα βράδια που δεν έγινε τίποτα

μίσος για τη γη που μας κρατάει
μίσος για το φως που αναστέλλεται
και παραμορφώνει
το δέρμα του πιθηκανθρώπου
του πιο λάγνου
του πιο λάγνου, λέω, Εωσφόρος.

σκατά.

σκατά και μίσος
στις συμπεριφορές, στα πάθη, στα καφέ-μπαρ
ένα, δύο. τρία,
πήγα στην κυρία
μήλο ματωμένο
κι αηδία
μαλακία
κρεατοελιά.

κελιά
χιλιάδες αναπόσπαστα
εγκεφαλικά κύτταρα, χωρίς επιτήρηση
ανομοιόμορφες παροτρύνσεις
και παιχνίδια, και παραμορφωμένα κουμπιά,
και σκατά.

τρίγωνα πανοράματος

τι κι αν ζουν
τι κι αν πέθαναν
οι αλήθειες
οι ελπίδες
οι αναμνήσεις

γαμημένα τρίγωνα πανοράματος
τρώμε
και θεατρίνοι είμαστε
και θα είμαστε
αιώνια ελεύθεροι
και δέσμιοι
των εαυτών μας

η ευφυΐα μας
μας τρώει
ενώ τρώμε
τρίγωνα πανοράματος

Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2012

κι οι μέρες
μελαγχολικές στοές
στις άκρες των δακτύλων
μιας πόρνης
που άτσαλα ατσαλώθηκε
και ρίμαξε φωνές τριγύρω
μέσα απόκοσμη σιωπή
κι ας έρθει, ποιός να έρθει
να ξεκόψει απ' τη φυγή
το λυτρωμό του θέρους
άβολες θύμισες
του χθες συντρίμια
και του μεθαύριο στεναγμοί
κι υπόκωφες ελπίδες
ανακααααλώ
μια μέρα, μια οχιά με μάτια
άσπρα
δίκοπα δάκτυλα που απλώνουν
δύστροπα τις λέξεις
σε σελίδες ετοιμόρροπες
λεπτές, φοινικοδέντρου
κι αφήνεται βουβή κι ασάλευτη
η λέξη "αγγίζω"
τριχοτομία, δηλαδή
ενός λεπτού σφαγή
ανάκατη ασπιρίνη
με μαρτίνι
διαστροφή
και σκούρα έντομα
θολά στο μάτι
στροβιλίζονται
και σκάνε μες τ' απομεσήμερο.

Τρίτη 30 Οκτωβρίου 2012

καταδίκη

γραπώθηκε άτσαλα
στο ασθενικό κορμί μου
ιαχές ξεχείλιζαν
απ' τις αρθρώσεις
ενίοτε ξένοι, ενίοτε δέσμιοι
και τόσο αλλόκοτοι
κλειστοί κι ασύμβατοι.
ο χρόνος κύλησε
ανάμεσα στα στήθια της
ερημικό τοπίο, συμπαντικό
 «
λέξεις δεν έχω να σου δώσω,
μοίρα μου πένθιμη
με αστραγάλους λιονταριού,
η γνώριμη μορφή σου
σέρνεται καιρό 
στις πιο απόμακρες στοές 
του εγκεφάλου μου
αφήνοντας τοπία άφταστα
γυμνή απ' όλα
κι από αίμα
στεγνή σαν θάνατος
καθώς βουβά εκρήγνυσαι
μπροστά να μου χιμήξεις
κι εγώ δειλιάζω, άρρητα
φωνάζω, και σου λέω πρέπει
πρέπει το χρόνο να δαμάσω
τώρα, χωρίς περιστροφές
ή άλλα αινίγματα, εγώ
στο χώμα ανακαλώ ζωές
στη γη κοιτάζω, κι αναιρώ 
τη λήθη, τη δικάζω
κι εσύ θολή, ανεξιχνίαστη, 
λεπτή με σώμα ερειπωμένο από 
ζωή, με καταδιώκεις
πάθος στη λάσπη, στον αέρα
αναταράζεις το εγκόσμιο 
δέρμα μου, και σιωπηλά
ουρλιάζεις, μέσα μου το ζώο
να υπερβεί τις πύλες του
θνητού εαυτού μου
και να διαβεί, σ' άγριες
σε εκκωφαντικές ονειρώξεις
ίσως,...
ίσως να είσαι η σκιά
που έμπηξε τα νύχια της
στην απουσία μου
και να διατάζεις θυμωμένη
τα φτερά σου να διαλύουν
να τρυπούν τ' άθλια πέλματά μου
να μην υπάρχουν πια τα 
πόδια μου, η γη να μην υπάρχει
στο διάφανο τοπίο, του μυαλού μου
ψιλαφώ μια ανεπαίσθητη εφορία
και ξαφνικά
ήλιοι κομματιαστοί
και μαύρες κόρες
των ματιών σου ολάνοιχτες
με διάτρητα φτερά
υψώνομαι και φεύγω
με βάρος άκαμπτο
κι αιώνια λαχτάρα
μοναχικός κι υπέροχος
νεκρός κι αθάνατος
με σώμα άδειο κι ασαφές
απόκοσμο και πρόχειρα 
δοσμένο, σ' ανείπωτους σπασμούς
γήινους θρήνους
κι άπειρα κελιά απρόσιτα, φωνές
κι ύστερα σπάζεις, 
δεν υπάρχεις κι αναιρείσαι.

ίσως, να είσαι η σκιά
που έμπηξε τα νύχια της
στην απουσία μου
αφού νωρίς, νωχελικά 
θα φτάσεις σε κάτι 
 απρόσμενα γνωστό 
θα με διαβείς, θα με 
λυγίσεις, και θα μου πεις
πως όλα τέλειωσαν
γλυκά, θα με κοιμίσεις
και θα 'σαι συ
παυσίπονος θεός
κι ανυπαρξία
»

Δευτέρα 29 Οκτωβρίου 2012

του μυαλού

ίσια, χώμα μπροστά, γη στραβή
και φύλλα άοσμα, ξερά
κοίτα πώς είσαι
ανέμενε. να ξεχαστείς
στα πένθιμα κατάρτια
να αφεθείς
κοιτάξου λίγο σοβαρά
στο τζάμι του μυαλού
χορός γυρτός
σφαγμένες μελωδίες
κι αναβοσβήνουν κάποτε τα φώτα
θόρυβος και θρίαμβος
εκρήξεις των χεριών
οι εκδρομές σ' αδειάζουνε
πια, ο αγέρας στα μαλλιά σου
αναστατώθηκε, λυτρώθηκε
η κρύα καρδιά, ελαφρυντικά
κι η καταδίκη λίγη κι άπειρη
για σένα, μόνο ήχοι και ξεσπάσματα
τους δρόμους κοίτα πώς κοιτούν
κι εκμυστηρεύονται
το ψέμα της ζωής
όχι δεν πάνε παραπέρα - σ' αγαπάω
κι έθαβα μέσα μου την Αποκάλυψη
καιρό, κι οι άνθρωποι με λύπηση
με προσπερνούσαν
κι ήταν οι λέξεις μου βαριές
και το κορμί μου αβάσταχτο
το χώμα που πατάς δεν σε αγγίζει
εσύ μ' αγγίζεις
γάμα τους δρόμους
που δεν τελειώνουν
κι έλα να σφάξουμε τον καιρό
το χρόνο να δαμάσουμε
κι εσύ να προσπερνάς σαν θύελλα
τ' άσπρα δαιμόνια.

Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2012

ασυμμετρίες

διάτρητες πόρτες
διάτρητα μυαλά
χυμένα
που στην ουσία
είναι ένα
ένα σελοφάν
που λάτρεψα
όταν δεν είχα άλλα
χρόνια να λησμονήσω
με βλέμμα επίμονο
διαστρικό
για μέρες, πέρασαν μέρες
κάτω απ' τα υπόστεγα
τσαλακωμένα χέρια
και έρχεσαι εσύ
και λες
"υπάρχω!"
και γελάς, γελάμε
ακατανόητα όλα, λες
ακατανόητα
και τόσο τετριμμένα
τόσο προσδοκώμενα
λες και ψάχνεις γκόμενα
χιλιάδες αποσιωπητικά
τι θα τα κάνουμε
τόσα αποσιωπητικά
χωρίς μια φιγούρα
τρυπημένη, ξεφούσκωτη
άσχημα δάκτυλα
στο παντελόνι ακουμπούν
χέρια ικανά μέχρι
και να σκοτώσουν
άσχημα χέρια
άδεια χέρια
φλύαρα χέρια
πολλά υποσχόμενα
λες και
ψάχνεις γκόμενα
γελάς, γελάμε
και κλαις
παρατηρώ τα μάτια σου
υγρά και τόσο
δύσκολα
γνώριμα, μπορώ να τ' αγγίξω
να τ' αγγίξω
μα δεν τ' αγγίζω
σου λέω, εγώ παρατηρώ
το ρολόι
περασμένο στον καρπό σου
διάτρητες πόρτες
άνθρωποι γνώριμοι
λευκοί
περνούν
μυαλά διάτρητα κι αυτά
απονευρωμένα
άσχημα χέρια
άδεια και απάνθρωπα
ικανά για τα πάντα
και για τίποτα
τίποτα κακό
τίποτα διάφανο
διαστροφικό
περιστροφικές κινήσεις
γαλαξίες, έτσι ορίστηκε
να είναι
να είναι εσύ
όπως κοιτάζεις, τώρα
τώρα γι αυτή τη στιγμή
που κοιτάζεις
με σφαγμένα μάτια
σαν να μου λες
"τώρα, τώρα
γι' αυτή τη στιγμή
φτιάχτηκε ο κόσμος" 
σαν να σε βλέπω
κατοπτρικά
κι αφύσικα λευκή
και αμόλυντη, ασαφή
κι αόριστη έτσι όπως κοιτάζεις
διάτρητα μυαλά
τα μυαλά μου
χυμένα στα πόδια σου
σελοφάν να τυλίξεις
τα ονειρά σου
κρύψε τις σκιές τους στη ντουλάπα σου
καθάρισε τα αίματα
απ' τ' άσπιλα κορμιά τους
φρόντισέ τα
διάτρητες λέξεις
αφύσικα λευκές
ανομοιόμορφες
δε βρήκα
μα το Θεό
καμία συμμετρία
σε τίποτα
μα το Διάολο
έχω τόσο άσχημα χέρια!
διάτρητες πόρτες
διάτρητα μυαλά
άνθρωποι και αποσιωπητικά
μορφές αλώβητες
στο χρόνο βολεμένες
κι απέραντες
τόσο που σκάνε στους τοίχους
με πάταγο
άνθρωποι ξένοι
ξένα γαμήσια
απονευρωμένες μαστουρωμένες πολιτείες
κι άκου
αυτή η στιγμή
άκου. . .
τώρα,
ξέρεις
γι' αυτή τη στιγμη φτιάχτηκε ο κόσμος.

Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2012

γαμημένες ώρες

ρε ξεκόλλα
τίποτα δεν καθορίζεται
όλα δαγκώνουν το αναποδιασμένο σώμα
όμως, άλλη μέρα θα είναι
πιο νωρίς
ο μεθυσμένος θίασος θα εξιλεωθεί
θα τρεκλίσει στο χάραμα ο τρελός θίασος
οι δρόμοι θα αναμένουν
τις ρόδες των ποδηλάτων μας
τίποτα δεν θα αντηχεί
δεν θα αντιγυρίζει, με μασημένες συλλαβές
πίσω απ' τις λέξεις, κι αγγίζω τώρα
το κενό
ταπεινά και φλερτάρω
το μαστούρη ήλιο
πόσες φορές στο είπα;
πόσες φορές είπα να μην μου γαμάς την ψυχολογία;
γάμα εμένα καλύτερα
θα σου έρθει φτηνότερα
και θα είναι πιο ανώδυνο
και πιο θλιβερό
περπάτησες και
τα βήματά αυτά ξύπνησαν μέσα μου την διάνοια
των πιο απομακρυσμένων λέξεων
των άρρητων φόβων, ξέρεις
ρε
ανθίζουν κάποιες μέρες, ανατέλλουν
κάτι παράξενα πρόσωπα μέσα μου, επικίνδυνα όμορφα
και ακανόνιστα
και ανατέλλουν
γιατί τόσες χιλιάδες φορές πνίγηκαν και πάλι ανατέλλουν
δεν είναι ωραιο;
και τόσο μα τόσο ψυχοφθόρο
και μοιραίο,
άφραγος καιρός, περπατάει με τα χέρια στις τσέπες
κι αποζητά, τις μέρες που δεν ζήσαμε και πέρασαν
και πέρασαν!
γιατί είναι ωραίο ρε
οι άνθρωποι να σου θυμίζουν τοπία
και τα τοπία να θυμίζουν ανθρώπους
- προσέγγιση εκατοστού
στο φαινόμενο της ζωής -
ζούμε χαραμίζοντας λέξεις
για άγραφα ποιήματα
κι οι ώρες εκδικητικές ξανθιές, αλύπητες γκόμενες
μαλακισμένες και γαμημένες
και ξέρεις ρε
αυτές τις ώρες
είναι ωραίο να με μισείς, να με βρίζεις να
ακροβατείς
στα ναυάγια των νευροκυττάρων μου
ξέρεις
πώς όλα ήταν ωραία πριν εξαφανιστούν
πώς τίποτα δεν μεταβάλλεται
στη γαμημένη ζωή μας
το μόνο που αλλάζει θέση είναι ο λεπτοδείκτης
και γουστάρεις τη μέρα που όλα θα είναι μπλε
γουστάρεις να με δεις να σου μαγειρεύω γυμνή
και να υπογράφω την καταδίκη μας
με γκρίζα μάτια
και δολοφονημένους μαστούς.

Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2012

"kafka"


Έχω μια ανίατη αρρώστια
στην ντουλάπα μου κλεισμένη
μια μοναξιά
που μες στη δόξα της
γυμνή σε περιμένει
κι έχω μια τρύπα στο κεφάλι
για να βλέπω
ό,τι βλέπουνε και οι άλλοι
φώτιση
βγαλμένη απ’ το σκοτάδι
κι είναι η ανάγκη που με τρέφει μια ζάλη
ακόμα κι απ’ τη τρέλα
του παράλογου του λόγου
πιο μεγάλη
κι είναι οι κραυγές τους κάθε βράδυ
νανούρισμα στ’ αυτιά μου
αγωνία στα όνειρά μου
για ένα χάδι
φώτιση
βγαλμένη απ’ το σκοτάδι

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2012

δαμάζοντας θύελλες

αυτοκτονικά σχεδόν
χαιδεύω τους γλουτούς σου
και πίσω μου καράβια
παραπατώ σ' ένα κενό αδιανόητο
επαναλαμβάνω
τον άπειρο κι άγνωστο φόβο
των άπειρων κι άγνωστων σκοταδιών
που κουβαλάω