Πέμπτη 23 Αυγούστου 2012

νταρκτζαζ νυχτες

δεν ήθελε να καταλάβει
δηλαδη; δηλαδη;
επαναλάμβανε σαν ηλίθιος τις ίδιες λέξεις
δηλαδή;θα φύγουμε τόσο νωρίς;
πότε θα φύγουμε;
τωρα;
αυριο;
δεν ήθελε καν να κοιτάξει
ευθεία μπροστά
κι όλες αυτές οι παύσεις
οι παύσεις προπάντων
με πέθαιναν.
με περίμενε, πάντα εκεί.
στο ίδιο μέρος
με την ίδια μελωδία ραμμένη
στο κορμί, την ίδια ανάμνηση
με τον ίδιο διαλυμένο θρίαμβο στα μάτια
προσμονή
μέχρι να του δώσω εγώ το όνειρο πίσω
κοίταγε τα παπούτσια του
αγάπαγε τα παπούτσια του
του άρεσε πολύ να κοιτάζει
συνεχώς
τα παπούτσια του.
όταν ούρλιαζε εγώ
ήθελα να μετράω ζωές
να ρίχνω σαΐτες στ' αστέρια
ή να κάνω ένα τσιγάρο στο μπαλκόνι
με καλό ποτό
με καλό ποτό και καλή μουσική
και να μην φτάνω
ποτέ να μην φτάνω, μα να 'μαι ακόμα δεκαοκτω
κοιτάζοντας ένα ρολόι
να λέω η ζωή είναι γαμάτη
αγαπώ τη ζωή, μην πιστέψετε τίποτ' άλλο απο μένα
και να παίρνω αυτό το σατανικό χαμόγελο
που με κάνει ανίκητη
και γκρίζα.
κούρνιασε πλάι μου
έγειρε, ξάπλωσε
μου είπε, πόσο όμορφο είναι το φωτιστικό απέναντι
το ανοιχτό παράθυρο, οι γρύλοι, η ησυχία, τ' αστέρια
γιατί μου λέει κλαίμε; 
γιατί να κλαίμε Δέσποινά μου άδικα κλαίμε! 
μ' ένα χαμόγελο μου μίλαγε, και μάτια ζωηρά
τρεμάμενα,
μου είπε πόσο όμορφη είμαι γω
πόσο θαμπή σαν φωτογραφία
σαν κάτι που δεν θα ξεχάσει
δηλαδή;
δηλαδή θα φύγουμε τόσο νωρίς;
γιατί να φύγουμε τόσο νωρίς;
σαν θεατρίνοι προσπερνάμε, φεύγουμε
δεν δίνουμε δεκάρα και ξεχνάμε, αδιαφορούμε, δεν αγαπάμε
εκεί που όλα έχουν τελειώσει λες: δεν γίνεται, δεν είναι δυνατόν
και μετά μ' αγαπάς πάλι, και τους ξεγελάμε όλους 
και τους ξεγελάσαμε όλους, κάνει σαν παιδί πάλι
συνεχίζει
και φεύγουμε, χανόμαστε, και λες δεν γίνεται αυτό
και μετά με βρίσκεις ξανά
κάνει μια παύση
με βρίσκεις ξανά
κι είναι όμορφο αυτό.
αυτό είναι ομορφιά.
σε ζω, με ζεις, κι ανήκουμε πάλι στο σύμπαν.

Τρίτη 14 Αυγούστου 2012

όχι ακόμη!

δεν είμαι ακόμα Εγώ
δεν είμαι ακόμα
μα όταν θα φτάσω να είμαι Εγώ

χυδαία νοήματα θα εκραγούν
θα λιώσουν οι δεσμοί και τα νετρόνια θα ξεπετάγονται
όλα θα έχουν ειπωθεί
τα πάντα για μια ιδέα - καμιά ιδεολογία τότε
ούτε ανάλυση, φωλιές αγγέλων κι ερπετών
φωνές χαμένων
λυσσασμένων μικρών κοριτσιών
ανάσκελα θα στέκουν
οι άντρες γυμνοί μισοφαγωμένοι, υγροί
γεμάτοι ήλιο και καπνό, χωρίς
χωρίς να δίνονται, να μη χρειάζεται να δίνονται
οι πουτάνες, να μην βαραίνουν τα διαστροφικά μυαλά τους
να σκοτώνουν χωρίς άλλη σκέψη
χωρίς φαρμάκι, έλεγαν πως είχαν το φαρμάκι
μα δεν θα μένει τίποτα πια να τους μετουσιώσει
ενώσεις αδερφών, λέπια εκστατικών ροφών με σημασία
η γλύκα
του να φλέγεται κανείς από άποψη
δεν είμαι ακόμα Χρόνος
τότε που όλα θα χουν γίνει ένα, μια διπλή ανάμνηση
διπλή και κατοπτρική μονάδα
με ανθρώπους που δεν ξεχώριζαν
που πριν φύγουν στάθηκαν για λίγο
που ποτέ δεν κατάλαβαν το λόγο της απουσίας
τον βαθύτερο λόγο της απουσίας τους
τις έννοιες δίχως άκρη, δίχως σύνορα
τα παραπληγικά τους δάχτυλα, τα μεταμεσονύχτια γαμήσια
άφραγκοι από όνειρο, δεν είμαι ακόμα Εγώ
το Εγώ που θα 'ρθει, θα με βρει, θα με ταυτίσει με το όριο
το σύμπαν θα σωπάσει, θα 'ναι η ώρα περασμένη
δύσκολα, πολύ δύσκολα κι αμετανόητα θα διαβεί
το πέρασμα το Εγώ,
θα αντισταθεί, μα θα κατανοήσει, θα κατανοήσει
τα εγκόσμια, θα υποκλιθεί στην απάτη
θα υψωθεί
σε βράχια αδιάβατα και
θα ΄ναι η ώρα περασμένη μα ιερή
οι λέξεις θα αποκτούν υπόσταση και θα καταβροχθίζουν τα ανθρώπινα
συντρίμμια, θα μασούν καλά τα υπολείμματα
μιας ανθρώπινης ανάμνησης
και τότε εκείνες οι γυναίκες με τα μαύρα στολίδια
και τις πλεξούδες, με τα μαραμένα δάκτυλα
θα χύσουν αίμα προσμονής, θα ουρλιάξουν φως
θα 'ναι γεμάτες, φουσκωμένες, έγκυοι!
και στα τυφλά θα γεννηθούν οι θρήνοι μιας θυσίας
που κάποτε ωρίμασε, και σάπισε, και πάει
και τότε θα χαθούν έχοντας πάντα στο κεφάλι το όραμα του τέλους
του τέλους του Εγώ που ολοκληρώθηκε
ευτυχία στο Εγώ που έφτασε να εκπέμψει φως, ευτυχία!
κι οι άνθρωποι μισότρελοι και μισοπεθαμένοι
θα συνουσιάζονται στον ύπνο τους με τ' όνειρο
πως κάποτε θα φτάσουν, θα ρθει και γι αυτούς η ώρα
η ώρα που δεν έφτασε ποτέ
μα θα 'ναι όμορφη, γαλήνια, λυτρωτική
θα 'ναι το ψέμα που δεν χόρτασαν να ακούνε
οι άνθρωποι.

μοιάζω με το χορό ενός ηλίθιου ξεπεσμένου αρλεκίνου
που άθελά του ζύγισε τη γη
τη βρήκε λίγη
ζύγισε το νου, τον βρήκε ελάχιστο
που την ψυχή του δεν τη βρήκε ακόμη
που γνώρισε το φως, του φάνηκε έρημο
και το σκοτάδι άδειο
τα πόδια του τρεκλίζουν, άθελά του
αιμορραγεί και ξεψυχάει ανίκητος
που επιμένει να σωθεί, να σηκωθεί
μόνο μην πέσει πάλι κάτω, όχι ακόμη!
να κουνά τα απεγνωσμένα του μέλη
μανιακά και εύθυμα,
ένα ακόμη βήμα
αριστερά
μια στροφή
η μέση να λυγίζει
λίγο
όσο πρέπει...

Τετάρτη 1 Αυγούστου 2012

για τα ανώδυνα ποιήματα

τα πιο ανώδυνα ποιήματα
όλα εκείνα τα ακίνδυνα
τα γνώριμα
τα τρυφερά, τα γλυκόπικρα
που συνοψίζουν τις ζωές μας
που μιλούν για όλους εμάς
που αναλύουν την ύπαρξη
που κολακεύουν
που παρηγορούν
που προσφέρουν συντροφιά
με στοχασμό, με ειλικρίνεια
και σεβασμό προς τον αναγνώστη
όλα αυτά τα κίβδηλα ποιήματα
τα δήθεν απαισιόδοξα με νόημα
αυτά που γράφτηκαν με σκοπό
συγκεκριμένο, να πουν κάτι, να (επί)δείξουν
να διδάξουν τη ζωή
να αυτοθαυμαστούν και να προσφέρουν
να προσφερθούν σε όλους
να συνοψίσουν, να μεταδώσουν την Αλήθεια
με προσοχή στην κάθε λέξη, την κάθε συλλαβή
τα χιλιοδιαβασμένα, μην και ξεφύγει κάτι που δεν έπρεπε
κάτι δίχως νόημα, κάτι λάθος, τα ποιήματα με αυτοπεποίθηση
και αυτογνωσία, τα πιο ανώδυνα

ω πόσο με αηδιάζουν!
με μια απέχθεια που δίχως να την επιλέξω
με διέπει, με προκαλεί να την αντέξω
χωρίς να βρίσκω τίποτα σε αυτά ακατανόητο
αιχμηρό, δύστροπο, ιδιαίτερο
κάποιο έστω παραλήρημα
κάποιο παραστράτημα του λόγου
ένα σπάσιμο στη φωνή, ένα τσαλάκωμα ψυχής
μια αιμορραγία, ή τουλάχιστον ένα ορθογραφικό λάθος
ένα ακατάστατο μυαλό που φθείρεται
που αποζητά απελπισμένα να ακουστεί
που δύσκολα κανείς θα προσεγγίσει
μα εκείνο επιμένει να αραδιάζει τις ακαταστασίες του
έτσι όπως του δόθηκαν, έτσι όπως είναι ατόφιες
πόσο με αηδιάζει οι στημένη, οι επεξεργασμένη ποίηση
αυτή που αρνείται τη φθορά, που αρνείται τον άνθρωπο
-και κυρίως- που αποδιώχνει το λάθος
πόσο φτηνά αποδιώχνει το λάθος
πόσο φτηνά εκλογικεύει
πόσο φτηνά φτύνει την ύπαρξη

αγαπώ την ακατάδεχτη ποίηση
αυτή που κατά πρόσωπο ορμά, και σπάζει
αυτή που δεν χρειάζεται να αποδείξει τίποτε
ή να δώσει εξηγήσεις
αυτή που γράφεται επεδή το χάος το απαιτεί
επειδή οι μέρες είναι μετρημένες,
αυτή που ο χρόνος την γεννά
αυτή που δεν μπόρεσε να είναι αλλιώς
που πνίγεται μέσα στις ίδιες της τις λέξεις
που πεθαίνει εκείνη ακριβώς τη στιγμή
που χαράζει αιωνιότητες, που ζει γνωρίζοντας
την οδυνηρή μοίρα του ανθρώπου
την ιδιοτροπία αυτή της μοναξιάς,
που αγκάλιασε χίλιες αλήθειες
την κυνική ποίηση
που δεν έχει όρια
που ζει τις αντιθέσεις και δεν τις καμουφλάρει
για να επιβάλει μια επιφανειακή τελειότητα
που κάλπασε πέρα από τις μικρότητες
τους συμβιβασμούς, που ξεσκέπασε πρόσωπα
ξερίζωσε αντιλήψεις, φραγμούς, στερεότυπα, μύθους
που ξέσκισε με λύσσα το χρόνο που παρέλυσε μπροστά στο μεγαλείο που της δόθηκε
που υποκλίθηκε σε μια διεστραμμένη παραίσθηση, μια αυταπάτη
που το ίδιο της το σώμα την αναιρεί και την απελευθερώνει
που αποδέχτηκε την εγγενή σχιζοφρένεια
ως απολύτως φυσική τάση του ανθρώπου
την παράνοια, το έρεβος
-μα επιτέλους κανείς δεν το βλέπει πως πλανιόμαστε στα σκοτεινά δίχως έλεος-
που έτσι ξερά και απροκάλυπτα
ξεστομίζει, όσο πιο χυδαία μπορεί
απάνω στον άνθρωπο
το χειρότερό του
φόβο
το θάνατο
"φαίνεται ότι οι πραγματικά μεγάλοι άνθρωποι πρέπει να νιώθουν σ' αυτό τον κόσμο μια πολύ μεγάλη θλίψη"
Ντοστογιέφσκι, Έγκλημα και Τιμωρία

Τετάρτη 25 Ιουλίου 2012

Κυριακή 15 Ιουλίου 2012

πλύση εγκεφάλου

ξεθωριασμ.ενο
σούρουπο στον εγκέφαλό μου
οι ενοχές
ρυτίδες σκέψεις
κλειστοφοβικές αντιλήψεις
κι όλα μέσα στο αιδοίο
\μο.υ
να καίνε ψηλαφώντας το χρόνο
κάτι που άρχισαν οι άνθρωποι
κάτι σαν
ΠΑΙΧΝΊΔΙ
και το παλεύουν πολύ και
είναι σαν ξεθυμασμένο
ταξίδι σε έρημες πόλεις
έρημα χνώτα
έρημες λέξεις
ψυχές
.κορμιά
αναμ.νήσεις
αιτίες . , και όλα έτσι
αποχαυνωμένα
να με κοιτούν
κατασκοπεύοντας τη νιότη μου
οι ταράτσες που ζήσαμε
που ζήσαμε σε πόλεις, σε σπίτια φίλων/ γνωστών
που σακατέψαμε τα όνειρα
και είχε πλάκα
και είχε πολύ πλάκα αυτή η ζωή και γελάσαμε
γελάσαμε πολύ
(οι γελασμένοι)
και φύγαμε για έρωτες
για απάτες
για ζω.ές άλλες
πλύναμε τα τομάρια μας με wash and gο
με ιστορίες άλλων
και κοιμηθήκαμε πάνω σε παραθυρόφυλλα
έχοντας πάντα ζωντανό το απομεσήμερο
εκείνο το υπέροχο δώρο
το απομεσήμερο
και τα πλοκάμια ενός απρόσιτου θριάμβου
μέσα στα φυλλώματα του απλώναμε
χέρια και λέξεις να στεγνώνουν
με τα δάκρυα
.
και για να μη λέτε
πως εγώ γεννήθηκα για να ζω τους θανάτους σας
μες τη βοή την τέφρα μου ξερνάω
οχλοβοή, κοσμοπλημμύρα
μοίρα δική μου: το ακατόρθωτο,
μέσα σε σπίτια φίλων
στον καναπέ ή στην κουζίνα, λες
"ειμαστε χαρούμενοι / παίρνουμε ναρκωτικά
χα χα χα χα χα χα χα χα χα χαχα"
και δεν είχε τέλος το πανηγύρι αυτό
το πορτατίφ άναψα δυο λεπτά
να δω εκείνο τον άντρα που παραμιλούσε μέσα μου καιρό
μα τα τσιγάρα είχαν τελειώσει και
δεν υπήρχε κανείς
να μου πει πως
οι χελιδονοφωλιές για τα θηρία
γκρεμίστηκαν και,
ο εγκέφαλος αδειάζει αδειάζει
λεκάνες αίμα, λεκάνες ιδέες, πόρνες νεκρές
αναμνήσεις, κουράγιο, διαστροφικές αλήθειες, δ.έσμιες

να τα στύψεις καλά μου είπαν στο καθαριστήριο,
δεν θα χει νόημα αλλιώς/ πώς αλλιώς;
"να ζήσετε!, να ζή.σετε να τα θυμάστε. . ."

Τετάρτη 4 Ιουλίου 2012

Πέμπτη 28 Ιουνίου 2012

το παράπονο της Δώρας

ναι ήταν ωραία όλα αυτά
και μετα χωρίς να νιωθω τίποτα
αλήθεια σου λέω, εγώ δεν τον ήξερα τον τύπο.
αυτός ήρθε και με βρήκε
και άρχισε να μου λέει κάτι κουλά για την ηλικία μου
τον έσπρωξα λιγάκι και αγρίεψε
κι εμένα αυτό μου άρεσε
γινόταν της πουτάνας εκεί μέσα
μόνο εκείνοι ήξεραν τι έκαναν όλοι αυτοί
σε κείνο το κωλόμπαρο το πέντε επί πέντε
σαν καβλωμένα πτώματα γυρνούσαν
κι αυτός αγρίεψε που λες
αυτό, δεν είπαμε κάτι άλλο μέχρι που πήγα να φύγω
ήθελα να ξεράσω τον εαυτό μου στα πατώματα
εκεί μέσα, πώς το άντεχα ούτε εγώ ξέρω
και οι μαλάκες δεν λέγαν να ξεκαβλώσουν
αυτός μ' έπιασε πάλι απ' το μπράτσο
έξω είχε παγωνιά
μου λέει έλα να σου πω
έκανα πως δεν άκουσα και πήγα να φύγω
"χτίζεις νομίζεις ερπετά στη ζωή σου
χάμω όλα αυτά που θες
να δεις, ποιος νοιάζεται για σένα"
ασυναρτησίες ήταν και φτιαγμένος
άλλη τρέλα αυτός άλλη εγώ
ήταν γύρω στα πενήντα
με κόκκινο μαλλί φυσικό και μούσι πλούσιο κόκκινο
πήγα να χύσω μόλις είδα αυτο το χρώμα στο φως της λάμπας
του δρόμου, αλλά ήμουν πτώμα και δεν τον άφησα να πει πολλά
του λέω, θες να γαμήσεις; πάνε μέσα, εγώ γι' αλλού πορεύομαι
ήταν πανέμορφος ο πούστης
αν και πενηντάρης, εγώ είχα πολλά αποθημένα
με κοκκινιάρηδες σαν και του λόγου του
όμως αυτός δεν μ' άφηνε
μου λέει έλα μέσα, του τραβληχτηκα
τότε κι αυτός αγρίεψε πάλι, με παράτησε και πήγε μέσα

κάθισε, και μια άρχισε να του τρίβεται
ήταν πρόστυχη, όπως κι εγώ μικρή, τώρα δεν είμαι, τώρα είμαι περισσότερο μια
παρατημένη σκύλα που οδηγάει αμάξια αλλονών και τους πηγαίνει σπίτι να ξεράσουν το ποτό
και τους παραμυθιάζει, τους ξελογιάζει, μέχρι να πέσουν κάτω
να την ικετεύσουν
και ύστερα τους κοιμίζει με τραγούδια που κανείς ποτέ δεν άκουσε.
Τελικά πήγα σπίτι, και ξέρεις κάτι, όλοι να γαμήσουνε θέλουνε
κι εγώ δεν τα γουστάρω αυτά
μ' αρέσουν οι άντρες δεν λέω, αλλά όταν το βλέμμα τους είναι απόκοσμο
και σ' έχουν καρφωμένη στο σταυρό
απάνω ως κάτω
να σε γδέρνουν, να σε γλείφουν σ' ότι έχεις και δεν έχεις
εγώ δεν τα γουστάρω έτσι, ξέρεις θα
μ' άρεσε πολύ να ρθεις και να μου πεις
ΡΕ μαλάκα Δώρα, σε γουστάρω ρε φίλε, δεν θέλω να πηδήξω
δεν εννοώ ερωτικά και μαλακίες, ίσως και λίγο ερωτικά
αλλά αλλιώς ρε παιδάκι μου, εγώ,
γουστάρω να σε ακούω να μιλάς ρε φίλε, να μιλάς να μιλάς
να λες όλες αυτές τις μαλακίες που σου κατεβαίνουν
και που σε κάποιον άλλο δεν θα λεγαν τίποτα
μα εμένα μου γκρεμίζουν κόσμους μέσα μου
τα λόγια σου, με ηδονίζουν, με καβλώνουν, και σε θέλω να μου μιλάς συνέχεια
γιατί σε βρίσκω τέλεια ρε Δώρα, και τις υστερίες σου
και τις καταθλιάσεις σου, και τις μαλακίες σου, και όλα αυτά
που έχεις στο μυαλό σου, με κάνουν θεό
μόνο αυτό, και σε γουστάρω, χωρίς να θέλω ποτέ να σε αγγίξω ρε παιδάκι μου,
χωρίς να με νοιάζει πως είναι τα βυζιά σου τοποθετημένα, χωρίς να σε φαντάζομαι γυμνή
σε γουστάρω ατόφια, σε γουστάρω, κι αυτό μου φτάνει, είναι για μένα ο κόσμος
κι εγώ να σε κοιτούσα τόσο εξτατικά όταν θα μου έλεγες
χέσε το γαμήσι, έλα να υποσχεθούμε πως δεν θα γαμηθούμε ποτέ
έλα να το πούμε τώρα, να μην φοβάσαι να γελάς μαζί μου
έλα να το υποσχεθούμε και μετά να χεστούμε στο γέλιο
έτσι να μου έλεγες θα σ' έπαιρνα στα σοβαρά
ξέρεις ποιές είναι οι ωραίες φάσεις
αυτές που τίποτα δεν σε πιάνει
αυτές που έχεις τους κάφρους φίλους σου στο μπαλκόνι με καλό ποτό
και του γαμάτε τη μάνα και δεν μπορείτε να κρατηθείτε απ' το γέλιο
αυτές είναι οι ωραίες φάσεις, που τίποτα δεν έχει σημασία
ούτε οι σκιές πια, ούτε οι αμαρίες
κι εσύ είσαι χειροπιαστή, υπαρκτή, ω ναι
χωρίς να σε νοιάζει τι στο διάολο του ετοιμάζει η ζωή
ή πως θα στα φέρει, απελευθερώνεσαι, φεύγεις μαζί τους στ αστέρια
αυτές είναι οι ωραίες φάσεις, κι εγώ από τέτοια δεν έχω εμπειρίες
δεν έχω τίποτα απ' αυτά εγώ βουλιάζω στη βάρκα-δωμάτιό μου όλη μέρα
και βάζω φωτιά στα παππούτσια που δεν μου κάνουν πια
εγώ ντύνομαι πιο μαύρη απ το φως, εγώ ανατριχιάζω, αναγουλιάζω, ξερνάω
πηγαίνω σε κωλόμπαρα που κανείς δεν με καταλαβαίνει
φοράω περούκες και πίνω μέχρι να βγάλω από μέσα μου το διάολο
εγώ δεν έχω μόνο ιδέες έχω και μερικά γαμημένα αισθήματα
κι εσύ τα παίρνεις και τα γαμάς όλα για πάρτη σου
ξέρεις γιατι δεν πήγαινα ποτέ σε πάρτυ; σου έχω πει;
επειδή εκεί πηγαίνουν οι ΠΑΡΤΑΚΗΔΕΣ, αυτοί
που ότι κανουν το κάνουν για την πάρτη τους κι εγώ
δεν είμαι απ' αυτούς τους τύπους
εγώ ξέρω να δίνω και να δίνομαι
γι αυτό έχω καταντήσει έτσι θα μου πεις
αλλά
δεν βαριέσαι
ποιός διάολος θέλησε μ' εμένα να ζήσει, να κατοικήσει το κορμί μου
μέσα, εγώ δεν τους χαλούσα χατήρι, κι ο κοκκινομάλλης με τα ωραία μούσια
και τα πενήντα χρόνια
δεν με ξαναείδε, ξέρεις
πήγα άλλες τρεις φορές στο κωλόμπαρο
την πρώτη δεν έγινε τίποτα, δεν είδα κανέναν, και υπέφερα
τη δεύτερη είδα την τύπισσα που του τριβόταν τις προάλλες
πήγα κοντά, τη ρώτησα ποιος ήταν, πού έμενε, εκείνη έκανε πως δεν άκουγε,
μετά μου είπε πως δεν ήξερε για ποιον μιλούσα, που να θυμόταν
της είπα ότι είχε κόκκινο μαλλί, αυτό το υπέροχο που είναι καροτί και μούσια πολλά και τα ρέστα
αλλά μου είπε ότι δεν φαίνεται τίποτα στο σκοτάδι, εγώ τον είχα δει στο φως της λάμπας του δρόμου
και έτσι δεν βγάλαμε άκρη, οπότε αυτή άρχισε να μου τρίβεται,
της τρίφτικα κι εγώ, κάναμε κάτι σαν λεσβιακό, δεν θυμάμαι τι ακριβώς,
να σου πω την αλήθεια δεν με νοιάζει κιόλας, ήταν χάλια, έφυγα,
αλλά το πιο ωραίο ήταν την τρίτη φορά που πήγα
δεν τον είδα βέβαια, ενώ ήμουν σίγουρη ότι θα ήταν εκεί
κι έτσι έμπηξα τα κλάματα
έμπηξα τα κλάματα και δεν με έβλεπε κανείς μες τα σκοτάδια και το χαμό
μέχρι που ένας τύπος με πρόσεξε, με βούτηξε και πήγαμε έξω
τον είδα στο φως, είχε γκρίζο βλέμμα και δεν ήθελε να γαμήσει
μου έκανε μια αγκαλιά, παίζει να ήταν η πιο υπέροχη στιγμή της ζωής μου
η αγκαλιά μας κράτησε κανα τέταρτο προς μισάωρο
κι εγώ είχα στεγνώσει πια απ' τα κλάμματα, ήταν ότι πιο όμορφο είχα νιώσει στη ζωή μου όλη
μα το θεό δεν σου κάνω πλάκα.

πρόσεξέ με.
εγώ δεν σου είπα ποτέ μαλακία σου είπα;
όχι. μόνο εγώ ξέρω πώς τ αντέχω και δεν σου δίνω μια να πας στο διάολο
αλλά σε παρακαλώ, μην το πεις σε κανέναν εντάξει;
δεν ξέρω αν υπάρχει τρόπος να χαθώ από δω μέσα, μάλλον θα υπάρχει.
τι υπάρχει;
τι υπάρχει γαμώτο μου έξω από δω που το χα χαμένο για χρόνια
μαλακίες και ενοχές και γαμήσια με νόημα, ήταν όλα όσα, εγώ η ίδια δεν συγκράτησα
από μένα, απ' τη ζωή μου, από μέσα το κλάμα να βγαίνει ατόφιο
να μην με πειράζει, να ΜΗ ΔΙΝΩ ΔΕΚΑΡΑ για το πώς φαίνομαι
για το τί βλέπεις εσύ, οι άλλοι, εγώ δεν τ' άντεχα έτσι
εγώ τη ζωή μου στα σκυλιά έδωσα, για μια καταραμένη ενοχή!
τόσο ηλίθια, που κάποιος μου την έραψε στους ώμους, για να κοιτάζω πάντα πίσω
και να λέω ρε μαλάκες, έτσι όπως είμαι, τώρα, πηγαίντε με στο διάολο να ησυχάσουμε όλοι...

Παρασκευή 8 Ιουνίου 2012

L'Etranger


L'Etranger

I was born today

There were strangers there

Cut me off

and left me in a chloroformed cell

I yelled and i yelled

But nobody cared

First day of school

I lost my front teeth

Boys beat me up cause

I wasn't one of them

I fought til i bled

and everyone was scared

Yeah everyone was scared

It isn't my fault

That i'm strange

I wasn't good at kickball

I wasn't good at girls

I used to make a habit of peeing in my pants

Cause i was scared and i could'nt dance

and nobody cared but i learned

Today i'm glad to say

I'm just like to rest

Anonyme is best

Anonyme is best

and life grows stranger every day

Has anybody dared to be more than dead

It isn't my faul

That i'm strange

Mother died today

Or maybe yesterday

I don't know i don't know i don't know

Got to ask my boss to let me go

At the funeral they expected me to cry

Well i did'nt

I don't know

I don't know

Everybody's staring at me now

What's gone to their heads

It isn't my fault

That i'm strange

I'm strange i'm strange i'm strange

I'm the stranger

Τετάρτη 6 Ιουνίου 2012

Κρυστάλλινα Πλοία

διαδρομές

κοίτα μαμά
πώς φεύγουν τ' ανεμόπλοια
φεύγουν και μ αφήνουν μόνη πίσω
πάντα μόνη
με τις ιστορίες μου
που δεν ενδιαφέρουν κανέναν
με τα λάθη μου
που δεν ενδιαφέρουν κανέναν
με τον κανέναν μου
έναν άντρα ψηλό που ξέρει να γελά δυνατά
και να μ αγκαλιάζει όπως του έδειξαν τα όνειρα
με μια γεύση στο στόμα που τη νιώθω χωρίς να του γλείφω τη γλώσσα
που ποτέ δεν μπόρεσα να περιγράψω

κοίτα μαμά
πώς φεύγουν οι λέξεις
είναι όλες τους όμορφες, πιο όμορφες από μένα
φτιάχτηκαν για να με θυμώνουν
να γελούν μαζί μου
κάτι ηλίθιες νότες παίζουν στο κεφάλι μου
κάθε μέρα την ίδια μελωδία
μια μελωδία που δεν γράφτηκε ποτέ
με σιχαμένες συγχοδρίες, σε κλίμακες αηδιαστικές
άρυθμα παίζουν κάθε νύχτα στο κεφάλι μου
και δεν μ αφήνουν να ζήσω το ζηλευτό θάνατο
που κάθε φορά με παρατάει στην άκρη του γκρεμού
δίχως να με ρίχνει, μόνο να στέκω εκεί μ' αρέσει
μ' αρέσει που ο ορίζοντας είναι μαύρος και απέραντος
κι όταν περπατά μέσα μου, η γλώσσα μου αχρηστεύεται
και μπορώ μόνο να το νιώθω να με τρυπά απαλά.

κοίτα μαμά
πώς φεύγουν οι άνθρωποι
οι άνθρωποι με τα πελώρια χέρια και πόδια, αυτοί που σιωπηλά
προχωρούσαν μπροστά μου, και μ' άφηναν πίσω τους
αυτοί που μίσησα πιο πολύ κι απ' τον άνεμο
που μ' έσπρωχνε ηδονικά στο βάλτο
που χόρευε μαζί μου σαρκαστικά στο πιο ηλίθιο αστείο
που δεν μπόρεσα να δημιουργήσω
που πάντα πλάνταζε μέσα μου δίχως κανείς να το αγγίζει
έστω με τ' ακροδάκτυλα
που ήταν πάντα δικό μου, που παθολογικά τ' αγάπησα
που του 'δειξα στοργή, εγώ τώρα
το βλέπω μπροστά μου να τους ακολουθεί
όλους εκείνους που δεν έβγαζαν άχνα
μαμά κάνε τους να γυρίσουν, έστω μια ματιά να του ρίξουν
δεν θα χω άλλη μιλιά τώρα για τίποτα, θέλω να απομείνω έτσι
στεγνή κι απρόσωπη, χωρίς φωνή, χωρίς ελπίδα
θέλω ν' απομείνω απόκοσμη, σαν θάνατος εγώ η ίδια πια
να κλείσω τις κουρτίνες και να πω ευγενικά
σε όλους
τις τελευταίες μου λέξεις.

κοίτα μαμά
πώς φεύγουν οι μέρες
όλες αυτές οι μέρες που μου χαρίστηκαν
τόσο απλόχερα, εγώ με τα ίδια χέρια τις τελειώνω
με τα ίδια μάτια τις βλέπω τώρα όλες μπροστά μου
ελάχιστες μικρούλες μέρες φυλακές για αγρίμια
και πάλι αυτό που με τυραννάει, το βασανάκι μου
πώς μου τρυπάει το δέρμα, το σκάβει ηδονικά, να το βλέπουν
όλοι όσοι μ αγγίζουν, να με κάνει Θεό, χωρίς να το ξέρω
εγώ πώς αλλάζω, πώς αλλάζουν εκείνοι που κάποτε μου θύμισαν εμένα
μου θύμισαν εκείνο τον παράξενο θάνατο πως χάθηκαν μέσα στα ποιήματα
τόσο άδοξα, πως σκοντάφταν μέσα στις τελίτσε μου, στα κόματα,
σκοτώθηκαν χωρίς να το ξέρω, όπως όλα άλλαξαν
γιατί θα έπρεπε να φύγει κι ο κανένας μου
εκείνος δεν μπορούσε να φύγει, ήταν δεμένος με μάγια με φιλήματα
που ποτέ δεν του χάρησα, που τον έδεσα με σχοινιά και
με σκότωνα. Τώρα μόνο ν' αγαπώ, μόνο. Μόνο ν αγαπώ
το χάος, τα χαμοπούλια. τ ανεμόπλοια, τη θάλασσα μέσα μου
τις φουρτούνες γύρω μου, τους λύκους και αυτούς που μ' έκαναν να κλάψω.
να πονέσω. μακάρι να μην είχα λαλιά. Να μην μπορούσα να μιλήσω για τίποτα.
όλα μοιάζουν φτηνά όταν τα λες. όλα μοιάζουν φτηνά μα δεν είναι.

κοίτα μαμά
πώς φεύγουν τ' ανεμόπλοια
πώς φεύγει η ψυχή μου μέσα απ' αυτό το βούρκο.
πώς φτάνει στη θάλασσα πώς ξεφεύγει απ' τα δάση.
διαδρομές που δεν έγιναν, σε μέρη άβατα, εκεί που δεν μπόρεσα να ορίσω
τον τόπο ακριβώς, το χρόνο να υποθέσω, ξεφεύγει απ' τα δάση, φτάνει στην άγνωστη γη
εκεί που πρωτουπήρξα, κάτι από μένα που δεν υπάρχει πια.
εγώ είμαι εκεί. εγώ φεύγω. για πρώτη φορά και για πάντα, φεύγω πρώτη εγώ. 

Σάββατο 26 Μαΐου 2012

όμορφα

να υπάρξω
να ουρλιάξω
να σταθώ πάνω μου
να στερεώσω το χρόνο
ένας άντρας εκεί
με φωνή βραχνή
απεγνωσμένη
ήξερε μόνο να λέει
"αγαπώ το φως και τις στοές που μου δείχνει"
στο δέρμα μου απάνω
είχε στάχτη στα μάτια
σχοινιά που σέρναν τα πελώρια δέντρα






εγώ εγώ
ήθελα μόνο να τρέχω
και να φωνάζω
"μαλάκεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεες μου γαμάτε τη ζωή"
και να γελάσω σαν ουράνια τρέλα ή αματρία
ή άνθ(ρωπ)ος με πέταλα μαύρα
άσκοπα να με σέρνω από στενό σε στενό
να παραμιλώ, να μιλώ για τις μέρες
που θα ρθουν
να αγαπώ
χωρίς να
είμαι εκεί
επάνω στ' όνειρο
το μόνο που μπορεί τώρα
να με ησυχάσει
είναι
η φωνή μου να λέει
"πεθαίνεις αργά
ασθενικέ φραγμέ της ύπαρξής μου"
κι όλα να μοιάζουν οικεία
κι όλα γνώριμα κάπου εκεί
στη φθορά
στη φθορά
δεν πονάω πια
  δεν πονάω ρε
 δεν πονάω πια
     δεν πονάω πια
δεν πονάω πια
   δεν πονάω πια
 δεν πονάω πια
δεν πονάω πια
   δεν πονάω πια
      δεν πονάω πια
   δεν πονάω πια
 δεν πονάω πια
        δεν πονάω πια
           δεν πονάω πια
       δεν πονάω πια
        δεν πονάω πια
           δεν πονάω πια
    δεν πονάω πια δεν πονάω ρε
             δεν πονάω πια
                   ..δεν πονάω πια
           δεν πονάω πια
                δεν πονάω πια
 δεν πονάω πια
            δεν πονάω πια
                δεν πονάω πια
             δεν πονάω πια
               δεν πονάω πια
           δεν πονάω πια
                     δεν πονάω πια
           δεν πονάω πια
             δεν πονάω πια
      δεν πονάω πια
           δεν πονάω πια
     δεν
               ...ρε
     δεν.....μαλάκες
            στο διάολο
                 ειναι όμορφα.



Παύλος Σιδηρόπουλος - Blues (Live) [12]






Κρυμένη θα 'ναι η ψυχή
κι αυτό το βράδυ,
ιδρώτας, βρίσκεις αγκαλιά ερωτική.
Χαρακτηριστικά γνωστά,
μα άγνωστο χάδι,
σε κάποιο μπαρ, σε κάποιο μαγαζί.

Τις περισσότερες φορές
το περπατάς μονάχος,
μα τούτη η νύχτα
είναι δύσκολη να βγει.
Διαλέξεις σε διαλέξουνε,
δεν θα υπάρχει λάθος,
ίδιο νερό άλλη πηγή.

Μ' ένα σουγιά, άγρια μεσάνυχτα,
χωρίς πολλά πολλά γιατί.
Χωρίζεις τα όμορφα απ' τα άσχημα,
αφού για σένανε η πλάστιγγα
θα γέρνει πάντα προς τη γη.

Τη ζωή σου στην πασάρανε,
αυτή είναι κι αν σ' αρέσει,
τυχαίο σπέρμα αισθάνεσαι
απρόσωπου γονιού.
Γυναίκα μοιάζει ο θάνατος
που σ' έχει προκαλέσει,
κι έτσι τον κυνηγάς παντού.

Αχ δεν ξέρεις πότε έρχεται
ή φεύγει μια ευκαιρία.
Για σένα οι πλούσιοι είν' έξυπνοι
και βλάκες οι φτωχοί.
Κόβεις το γόρδιο δεσμό
για ασήμαντη αιτία,
μήπως πιστέψεις τη ζωή σου
πως την κυβερνάς εσύ.

Μ' ένα σουγιά, άγρια μεσάνυχτα,
χωρίς πολλά πολλά γιατί.
Χωρίζεις τα όμορφα απ' τα άσχημα,
αφού για σένανε η πλάστιγγα
θα γέρνει πάντα προς τη γη.

Κυριακή 6 Μαΐου 2012

κουρελάκι

στον Ν.
και μετά
ήταν ζωντανός / η
κι αν εσύ
 γράφεις
εγώ μιλώ
μιλώ για σένα
μη λιποθυμήσεις!
στ' αλήθεια
η φυγή συνέβη
χωρίς αναλγητικά
χωρίς ιστορίες με περίστροφα
οι άνθρωποι
που δε συνάντησα ακόμη
ήταν άνθρωποι
μπορεί να σε στεναχωρήσω
να σε προδόσω
να σε κολλήσω στον τοίχο και
να σε σκοτώσω
ή να αφήσω να
μου κάνεις έρωτα.
ζαλισμένη κενη
άδεια
της μοίρας ειναι
χωρίς εμένα
παλεύω με χίμαιρες
γαμώτο μου
και κανείς δεν βλέπει
ασθενής
ασθενικός
ασμένων
ασταμάτητος σπασμός
διαστρεβλώνομαι
μετανιώνω
(κι αν
οπισθοχωρίσω;)
δε θα φταίω
με κάνεις να νιώθω τραγικα!
χωρίς να φταίς για τις ιστορίες
εσύ ποτέ δεν έφταιγες
και η βάρκα
και οι ζωγραφιές στον τοίχο σου
και οι σφαγές που κάναμε
πριν με γνωρίσεις
και με ρωτήσεις
πόσες φορές πεθαίνω κάθε μερα
εγώ ήξερα τι είναι η μοναξιά
και ήξερα τι είναι να σ αγαπούν
εγώ ήξερα πώς τ αντεχω
εγώ ήξερα πώς τα καταφέρνω κι επιβιώνω
κάθε φορά
εγώ δεν έχω καπνίσει ποτέ καρέλια
μόνο κουρέλια
και άλλες ιστορίες
εγώ είμαι γεμάτη τσιμπούρια
βδέλλες και άλλες σιχαμερές
αναμνήσεις κουβαλάω
χωρίς να ξεχωρίζει κάτι από μενα
μονο που είσαι
είμαι
ΘΝΗΤΉ
και αγαπημενη
του σκοταδιού
χωρίς, χωρίς να το ξέρω
τι είμαι, τι ήσουν
προσκύνησε με!
ή εγώ ή εσύ
ή ο κόσμος
ένιωσα στ αλήθεια ηλίθια
χωρίς να πονέσω
ή πολύ νούμερο
μάλλον νούμερο
με είχες κατακτήσει
ή καταντήσει
ή εμείς ή η ηδονη
διάλεξε το πιο ανώδυνο
να ξελιγώσεις τη νύχτα σου
και το μυαλό σου με το γέλιο μου
μια ανάσα μακρύτερα απ το χάος της άγριας εφηβίας
ποιος ξέρει ποιος με ξέρει
θα πεθάνω μόνη, πνιγμένη από μέσα
τιληγμένη με το δέρμα των αδερφών σου
δε με ήξεραν οι χειμώνες σου τότε
αντικαταθλιπτικό για 18χρονους
που ξέρουν να εκτιμούν την απουσία του άλλου
έχω κι εγώ νεκροθάφτες
που μου τραγουδουν τις νυχτες...
έχω κι εγώ ενοχοποιητικά στοιχεία
που θα μπορούσαν να σε κάνουν να με χαιδέψεις
και μετά να είναι όλα σαν πεθαμένο μαγνητόφωνο
όμως έχω και μια
αναισθησία άλλο πράγμα!
είμαι όμως πολύ όμορφη μου είπαν
κι αυτό με σώζει απ την καταστροφή 
σ έχω ανάγκη
αλλά εσύ μ έχεις περισσότερο.

Νιώσε με δε νιώθω τίποτα!
η ζωή είναι γαμάτη
κι έχω μερικά κουρελάκια να τα δένω γυρω απ το λαιμό μου
έτσι, για να θυμάμαι που και που τους θεατές μας
τα σκηνικά και τις μεγάλες κουρτίνες
μαζί θα υποκλιθούμε
και μαζί θα χαμογελάσουμε και θα παραδεχτούμε
το μεγαλύτερό μας φόβο:
τα παρασκήνια.

μαζί δε βρήκαμε τους εαυτούς μας
βρηκαμε έναν ανάπηρο.

Δευτέρα 30 Απριλίου 2012

Τρυπες - Το Τρενο

Όταν θα'ρθείς να με ξεθάψεις απ'τις στάχτες
και διώξεις από πάνω μου όλη τη σκουριά
και ξαναβάλεις τις ρόδες μου σε ράγες
και εγώ αχίσω να κυλάω ξανά

Τότε οι λύπες θα με ψάχνουν
και άνεργες θα θρηνούν
Θα πέφτουν μανιασμένες οι βροχές
και θα ρωτούν

Τι έγινε εκείνο το τρένο που έβλεπε
τα άλλα τρένα να περνούν...