Τρίτη 24 Απριλίου 2012

ψυχανθός



Γύριζε στους δρόμους ο τρελός λαγός
γύριζε στους δρόμους
ξέφευγε απ' τα σύρματα ο τρελός λαγός
έπεφτε στις λάσπες

Φέγγαν τα χαράματα ο τρελός λαγός
άνοιγε η νύχτα
στάζαν αίμα οι καρδιές ο τρελός λαγός
έφεγγε ο κόσμος

Bούρκωναν τα μάτια του ο τρελός λαγός
πρήσκονταν η γλώσσα
βόγγαε μαύρο έντομο ο τρελός λαγός
θάνατος στο στόμα

Μίλτος Σαχτούρης
(Ι)
οι φλεβάρηδες
τα λεωφορεία
και λίγος θάνατος
για κείνους που ξοδεύτηκαν άσκοπα
μακριά απ' όλους
που δεν τους έφτασε τίποτα
για κείνους που απ τους λιγμούς τους
ξεχύλιζαν ιστορίες για λύκους
για όλα αυτά που νοστάλγησαν
σ' ένα σκουπιδοτενεκέ
που χιμήξαν να κατασπαράξουν
οι αιώνες.

(ΙΙ)
οι δύσεκτοι χρόνοι
οι πιο δύσκολοι
και λίγος θάνατος
στο στόμα του λαγού
ή του Σαχτούρη
στα χέρια του ποιητή
στην αίθουσα προσμονής
εισητήρια ονείρων για όσους πληρώνουν
για όσους ελπίζουν
ελπίδες και ενοχές αναπήρων
για όσα δεν μπόρεσαν να υπάρξουν
ασθενικούς ψυχανθούς
που δεν κλαδεύτηκαν σωστά
ή στην ώρα τους
τρόποι να έχω
τρόποι να πεθαίνω
και να γλείφω το σαράκι απ' τη σάρκα σου
για να σου δείξω πως δεν αξίζει
δεν αξίζει να ζητάς ζωή εφεδρική
για λίγες ηδονικές λέξεις
για κάτι που δεν γράφτηκε
κι ούτε που θα μπορέσει
ποτέ να γραφτεί.

(ΙΙΙ)
οι εφηβικές μέρες
μέσα από κάκτους μολυσμένους
αιώνια συνδιαλλαγή με το εφήμερο
κάπως να οριστεί να μην ξαναυπάρξουμε
να ευνουχίσουμε όσα μας χαρίστηκαν απλόχερα και βίαια
τόσο βίαια
χωρίς περιθώρια πένθους
εμείς θα εφέυρουμε τα περιθώρια Νίκο
ένα με το φως
ένα με τη ζωή
αφού θα έχουμε δαμάσει
χίλιους θανάτους.

Σάββατο 21 Απριλίου 2012

à côté de la silhouette

ίσως
να είμαι η σκιά
που έμπηξε τα νύχια της
στην απουσία μου


Κυριακή 15 Απριλίου 2012

είμαι αυτός
που όλοι θα έλεγαν
"ευτυχώς που δεν είμαι αυτός"
μέσα απ το μαύρο
θ' αναδυθώ
σαν νεκρική φυγή
δώρο στο σύμπαν

Τετάρτη 11 Απριλίου 2012

ασε με μένα


Βαριά μου τύχανε
άρρωστο μπόλι
κι ας μην υπήρχανε
τα είδαν όλοι.
Βαριά τ' ανύπαρκτα
και ριζωμένα.
Κάτσε και κοίτα τα
κι άσε με μένα .

Άσε με μένα
κλαδί γυρτό.
άσε με μένα,
δε βρίσκω ίσκιο να κρυφτώ.

άδικα φύγανε·
έφταιγες ψεύτη.
Κι άδικα ήρθανε
σε χρόνο κλέφτη.
Όσα μας είπανε
τα 'χαμε μάθει
κι όσα ξεμείνανε
τα 'χουμε πάθει.

Άσε με μένα
είναι γραφτό .
άσε με μένα,
σε ξένο χώμα θα θαφτώ.

Δευτέρα 9 Απριλίου 2012

μονο σκοτάδι μονο

ξερετε γιατρέ
δεν γραφει πια
δεν πινει δεν καπνίζει
δεν κανει ερωτα με αγνωστους
δεν βγαινει έξω
δεν μιλαει
σχεδον ποτέ
σχεδον δεν ανασαίνει
γιατρέ
ξέρετε
πόσες χιλιάδες ζωές
θα είχαμε ζήσει
ως τωρα
αν ήταν. .
αν δείτε
πώς κλείνεται
πώς δεν ακούει
καλά καλά
δεν αντιδρά
δεν ξέρω
τι αντιλαμβάνεται
τι σκέπτεται
τι νιώθει
δεν γνωρίζουν οι δικοί της
γιατρε
δεν ξέρουν καν
αν αναπνέει
λένε
πως πότε πότε
θυμάται
το όνομά της
και ψελίζει
λέξεις
που δεν υπάρχουν
πότε πότε
θυμάται
πως αγάπησε
και λέει
"διψ ακαιτυ φλωση"
το διαισθάνομαι
κάποτε ήξερε
να ουρλιάζει
ξέρετε γιατρέ
κάποτε
είχε αγαπήσει
κάποτε
με είχε αγαπήσει
πολύ
κι εγώ την έζησα
κι εγώ έζησα μέσα της
σε όλη της την αυτοκαταστροφή
πιστά δεμένος
με τον τρόπο της
να χάνεται
κάποτε .. .

δεν

ή αν
ίσως

όχι


κάποιος
υπήρξε . . .κάποτε


ή εμείς . . .

εκείνη


τώρα. .. . σκοτάδι
ένας δρόμος στο σκοτάδι
τωρα

τίποτα

γιατρέ μου
με συγχωείτε
εγώ σας έλεγα
για κεινη
που κάποτε ένιωσε
την αλήθεια
στο πετσί της
κάποτε με ένιωσε
αυτη η κοπέλα
τι είχε
στο μυαλό της
αυτη η γυναίκα
με τις μαύρες
ανησυχίες
κάποτε την πλήγωσαν
τα κοράκια
κάποτε την παράτησαν
οι φόβοι και κάθε είδους
φως
δεν βλέπει πια
ξέρετε εγώ
εγώ ημουν εκεί
και έφυγα
τωρα ξέρω
τωρα ξερω πως
ότι ψαχνω είναι για λίγο εκεί
θαμπό
έστω κι από ένα τηλεφώνημα
για λίγο
για μερικά δευτερόλεπτα
ήμουν εκεί
και χάθηκα και πόνεσα
πόνεσα
και
δεν νιώθω πια
όμως
δεν πίνω δεν καπνίζω
δεν βγαίνω πολύ
απ το σπίτι και
δεν βλέπω ταινίες
επιστημονικής φαντασίας
ούτε πορνό, ούτε κωμωδίες
εγώ δεν αγγίζω καν
τους ανθρώπους πια
εγω δεν περιμένω
κάτι απ' τη ζωή μου
γιατρέ μου εγώ
έχω φυγει
εδώ και μέρες από παντού
με ψάχνει μια μνημη ανεξήτηλη
θολή αναμέτρηση
με το ιερό τέλος
ή παρελθόν
όπως θέλετε πέιτε το εγώ
ήρθα εδώ

εγω

ήρθα και

άγρια
ξημερώματα
με βρίσκουν
στο δρόμο
γυμνό από εικόνες
εγω είχα
μια ιστιρία
και ελπίδες
και όνειρα
εγώ είναι ένας άλλος
ένας που ντύνεται καλά
φοράει χοντρα ρούχα
για να κρύψει κάτι
να κρύψει την ερημιά του κορμιού του
εγώ είναι μια φαντασίωση
μια πεθαμένη ιστορία αγάπης
ω γιατρέ μου
είμαι μια ιστορία αγάπης
θαμμένοι αιώνες
βαθιά στα πετρωματα
είμαι ένας λιγμός
που θυμάται
κάθε κίνηση
κάθε λέξη
κάθε σιωπή
κάθε ανάσα
κάθε τρεμούλιασμα
στο σκοτάδι κάθε
ημίφως
τρέλα με πιανει
και μονο που ξέρω πως
δεν ειναι καλά πως
βήχει πολύ και
είναι ασθενής
ήταν πάντα
σχεδόν νεκρή
είναι η νόσος
της δικιάς μου παράνοιας
παράφορή μου ελπίδα
ένας λόγος να ζώ
κι ας μην την ξαναδω ποτέ
παρά μονο μέσα απ το τζάμι

εγώ
στο δρόμο μας
περπάτησα τόσες φορές. .
. . αν μ' ακους .

ομορφιά μου . .
και χάθηκα
εκεί κάπου
στη γη
απάνω ή από κάτω
με τις βαλίτσες
στους ώμους
τα σκουβαγιάζ
στην πλάτη
πήγαινα κάπου στο διάβολο

καποτε αγάπησε, γιατρέ
κάποτε
γιατρεύτηκε
η ψυχή της
κάποτε μ αφησε να στάξω μέσα της
την αγάπη
χίλιες σταγόνες
διστακτικής ενοχής
που πλήγιαζε
ή πλάγιαζε

εγώ. . .
υπήρξα

εκείνη. .
υπήρξε

τωρα
μια ασπρόμαυρη φωτογραφία με καταπίνει

δεν πίνει

δεν καπνίζει

δεν τρώει
δεν κοιτάζει
μ αυτό το βλέμμα
το γεμάτο ζωή
δεν τραγουδά
δεν γράφει πια

γιατρέ πηγαίνετε κοντά της
πείτε της δυο λόγια έστω
αληθινά
από μένα μην της πειτε κάτι
μην της πείτε πως υπάρχω
μην της πειτε
πως έχει μείνει κάτι από μένα
μην της πείτε
τέτοιο ψέμα

περπατά
στον ίδιο δρόμο
τον γεμάτο αγκάθια
το ίδιο γυμνή
το ίδιο αποστειρωμένη
το ιδιο αποξενωμένη
και ζητά
κάτι διαστρεβλωμένα γνώριμο
που είχε ρίξει ταφόπλακα
μοιάζουν αιώνες
κάτι μας διέλυσε

ξέρτε γιατρέ
το φως μας πρόδοσε

ξέρετε
μας σκότωσε. . .

Πέμπτη 29 Μαρτίου 2012

Blessed Persistence

I changed my mind
And looked no better
Hard of hart blind blind to his higher art
My frustration
My anger in disguise i slip under
I slip under quiet
He spots me anyhow
Chalk up my name
You burn my bridges for me
To a dry and clackin stalk
I swallow stone
They do not recognize inside with them
The locust has no king
Just noise and hard language
They talk me over but i fade slower
On fever
Blessed persistence right under my skin
Blessed persistence
Blessed persistence right under my skin
You burn my bridges for me
To a dry and clackin stalk
Blessed persistence
Nothing comes to mind
Nothing comes to mind
Nothing comes to mind
Nothing comes to mind
Hey chalk up my name
Right under your skin
To a dry and clackin stalk
Nothing comes
Nothing comes to mind
Nothing comes
Nothing comes to mind
Nothing comes to mind

κύηση

όπου κοιτάζω, ατλάζι
σαν από χώμα ερημικό
αυτουργώ
Ω! απαίσια φωτιά
χαρά μου
αναμενόμενος σπασμός
εφεδρικός πατέρας
Ω! κορμί μου
λατρεμένο κι αγιάτρευτο
λαξεμένο σε παράξενες στοές
συνεπαρμένο
από θανατηφόρα Εγώ
όπου κοιτάζω, χαράζει
κρύβω το πρόσωπο
στο αιώνιο μνήμα
αγέννητων ονείρων
πνίγομαι ακόμα
ή απουσία

Ω! απρόσιτη λέξη
των απολήξεων των καρπών μου

Ω! απάνθρωπη έλξη
αντιγύρισμα απονευρωμένο
σάπιο θεριό φρικτό έντομο της ύπαρξης
άπληστο, μαύρο

Ω! και ατέρμονο!

στραγγάλισμα της πάλλευκής μου αγάπης
ηδονή και πρόσταγμα που εγγυμονώ
ή πεμπτουσία

όλα θα υπάρξουν
Ω κόσμοι ανέγγιχτοι
θα σμίξουμε στο τέλος
το τέλος
με φιλάσθενη ομορφιά
τελειώνω.

Σάββατο 24 Μαρτίου 2012

death is the road to awe

ποιοι
ηταν αυτοί
οι άνθρωποι
που πέρασαν
έτσι απόκοσμα
και πώς μετριέται
η περπατησιά τους
ποιες λέξεις ψέλισαν
έτσι ανόθευτα
έτσι ψυχρά
ποιούς ακουμπήσαν
δαίμονες
από ποια αλάθευτη
ενοχή γεννήθηκαν
από ποια δολοφονημένη
νιότη ανατράφηκαν
ποια θύμιση
λησμόνησαν
πώς χάθηκαν
αυτοί οι άνθρωποι;

ποιες αγκαλιάσαν
εμμονές
ποιά αιώνια απάτη
θήλασαν
και πόσος χρόνος
έμεινε τάχα
για να ζητήσουν;

αιώνιοι λαξευτές ονείρων
με ανατομία απροσδιόριστη
άγνωστοι κοσμοαταίριαχτοι
απωστικοί λυγμοί
της απουσίας φιλοφρονήματα
σκόρπια στο σύμπαν στάχτη
συνωμοσία διαστρική
και κοσμική απουσία.


ποιοί
ήταν
αυτοί οι άνθρωποι;
που ζήλεψαν θανάτους
κι άφησαν στίγματα καπνού
ποια ερημιά τους ξύπνησε
πώς βρήκαν σάβανο να δέσουν
το θεριό
πού βρήκαν μνήμα
να αλανίσει το παράλογο δέρμα
της απόληξης του νου
ποια ασίγαστη ευλογία
έγειρε πάνω τους
βαριά να δέσει
τα κορμιά τους
ποιά δύναμη αλλόκοτη
τους σπάραξε απροστάτευτους
ποια δίνη τους παρέσυρε
στην μαύρη ακολασία;

αλαλαγμοί χιλιετιών
υψώνονται οι θρήνοι
τώρα ησυχάζουν στα πετρώματα
στα νέφη και στα τείχη
τώρα υψώνονται χάλκινοι
μ απρόσιτα κορμιά
φλεγόμενα δοκάρια
πνιγμένοι επωαστές θανάτων
χαθήκαν ωραίοι
μες τις εκλάμψεις τους
ανέγγιχτοι στο χάος
με μάτια ξένα, ανάστροφα
τον άνεμο νιώσαν βαθιά στα σπλάχνα
μια γεύση αιωνιότητας.

Σάββατο 3 Μαρτίου 2012

το αστείο

οι μέρες μου με τρώνε
κι ας είναι δικές μου
είναι αυτή η ηλιθιότητα της φύσης μας
το λάθος, η αμοιβή
το απροσδόκητο αγκάθι
ο προσδοκώμενος θάνατος
που πάντα θα επιστρέφει γυμνός απ' το πάρτυ
κι όλα θα φαίνονται φυσιολογικά
στην αίθουσα αναμονής
δέχομαι, δέχομαι, δέχομαι
οι άντρες με γαμάνε
τ' αστέρια με ζαλίζουνε
η πολλαπλότητα μ' ευνουχίζει
το Εγώ μου σαπίζει
μέσα σε ξεράσματα εφημερίδων
τυλιγμένη με ζωές άλλων
ανθρώπων που δεν έζησαν ή δεν γιατρεύτηκαν
να τυλίγω το νήμα της τύχης γύρω απ' το λαιμό σου
το Εγώ μου μουδιάζει
φτύνει κι απαρνείται τα πάντα
με τρυπάει, με χύνει στο χώμα
σα νερό βρώμικο, σαν αποτυχημένη μελωδία
να σε στολίζω με κατάρες που φωσφορίζουν
λαμπιόνια του Ελέους
στιγμές του Ερέβους
κάποιος με γδύνει αργά
κάποιος με τρώει και ρεύεται ευτυχής
το γύψινο σύμπαν / το παράλληλο, μ' εξουθενώνει
με κάνει μισή
εγώ δέχομαι, ο κόσμος με κλωτσάει
το σπέρμα ανατινάζεται βουβό
μετανιωμένο, που δεν γύρισε πίσω
στη μεταστροφή του χειμώνα
τα σύμπαντα όλα, χορεύουν για μένα
χάρτης πού 'στεψε ανάποδα
πρόσωπο που ξεθύμανε
όπλα που έλιωσαν κάτω απ' το μαξιλάρι μου
σε άπειρα στρέμματα αστείρευτου πάθους
και καμιά μεταμέλεια,
γρατζουνάω τα όρια με μανία / με κόλαση
διορίζω τους αγγέλους μου
απλήρωτους τους έχω, κάνουν ανταρσία
τού στριψε / τού στριψε, τώρα χαροπαλεύει
μια αράδα νόμιμης υποταγής
μια μπουγάδα συναισθημάτων
απλώνω την ψυχή μου - φύλλο για την τυρόπιτα
λέξεις για ν' ακουστούν
εκρήγνυνται
ένα βήμα πιο κοντά στην αλήθεια σου
με φέρνει εκατομύριες ζωές μακριά απ' όλα
(όσο γράφω στερεύω)
ο σκόρος της διάνοιας θα δείξει το τίμημα
δεν ήξερε την ενοχή της καρδιάς μου
-είναι ενοχή η ύπαρξη;-
θα αποκαλύψει το τίμημα
για όλη τη βλέννα που μάζεψε το αιδοίο μου
για όλα τα χάδια που με ξεπέρασαν
που δεν ήταν για μένα
αλλά για την παράνοια της φύσης μου
την ντροπή / η ντροπή
δεν φτάνει
τίποτα δεν φτάνει
ανατριχιάζω
βλέπω τη βρομιά
"είσαι μια χούφτα λάσπης που πάλλεται μέσα στο βούρκο των αναμνήσεων"
από την άλλη ζωή που δεν έζησες
από μιαν άλλη ζωή
κάποτε κάποιος είπε ότι όλα είναι μια μεγάλη απάτη
πως το σπέρμα το εμπόδισε μια κραυγή ανεπιτήδευτη
ένα γέλιο τρανταχτό, σπάσαν οι δεσμοί, χύθηκε αίμα
το ωάριο διαλύθηκε σε χίλιες άμαξες αγγέλων που σκόρπισαν στον ορίζοντα
και μύριζαν θάνατο
η διαστροφή που με διέπει
τα σύρματα που με τρυπάνε
όλα, όλα καταλήγουν
σε μια αχαλίνωτη ανάγκη για επιβίωση
τώρα νεογέννητοι φρύνοι θρηνούν ανήκουστες μελωδίες
απόκοσμη ακοσμία, στο έλεος της γης
μόνο της γης και της σιωπής
που θα ρθει καθαρτήρια να επουλώσει τα ανεπανόρθωτα
που θα ρθει, να φέρει θεούς ανάστροφους
με κεφάλια από λάσπη
τα μάτια της δράκαινας ησυχάζουν
κι ήταν όλα μια πεθαμένη φωτογραφία
το Εγώ που κατέστρεψε το φιλμ
το Εγώ που χάθηκε σε μια ανελέητη κοσμοσυρροή
το Εγώ που συρρικνώθηκε για να χωρέσει
το Εγώ που ασφυκτιούσε, το Εγώ που δεν χώρεσε
το Εγώ καθρεφτίζεται σε κάτι ανεξήγητα λευκό
οι άνθρωποι γρυλίζουν μέσα μου
το κατακάθι τους πέφτει ατόφιο
λιώνει και σκληραίνει τον πυρήνα
τα στήθια μου είναι γεμάτα γάλα
τα στήθια μου είναι γεμάτα ζωή και ηδονή
η ομορφιά, δεν έρχεται
(όσο γράφω στερεύω)
η ομορφιά σε κόβει στα δυο
της λείπει η ασχήμια, της λείπουν ρυτίδες
διχασμένη ομορφιά, ανάκατη με δώρα θανάτου
με δώρα παστρικά, με δώρα πένθιμα
κι όλα μαζί στοιβαγμένα
σ' ένα ποτ πουρί αηδιαστικό
μα τόσο δικό σου που σε κάνει να κλαις.


κάποιος είπε ότι όλα είναι μια μεγάλη απάτη
κάποιος κατάλαβε και αποχώρησε νωρίς


όσο γράφω στερεύω
ή απλώς αστειεύομαι.

Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2012

καρναβάλι

τώρα
γέμισα φρικτές ελπίδες
που ευνουχίζουν τον μέσα μου άνεμο
που παγιδεύουν τα πάντα εκτός απ' τη βροχή
γυναίκα ελευθέρων ηθών που στιγματίζει τα πάντα
που αφήνει νερό στους ήλιους, μια ανθρώπινη φωνή
μια απάνθρωπη και απανθρακωμένη ερμηνεία αγάπης
που βελάζει κουφαίνοντας κάθε ιδεολογία
κάθε τέχνασμα βιομηχανικού τσιγάρου
που βίαια με σπρώχνει μακρύτερα από δω.

πεμπτη 23 φλεβάρη

οι λυγμοί σιωπήσαν / έτρεξα να προλάβω το λεωφορείο / δεν το πρόλαβα /
μέχρι να κάνω ένα τσιγάρο είχε έρθει το επόμενο / κάθισα αμίλητη / ήταν ένα τόσο γλυκό απόγευμα / ήταν μια τόσο πικρή γεύση στο στόμα / και πρόσωπο αλλοπαρμένο / η γυναίκα δίπλα μου έκανε να σηκωθεί / σηκώθηκα πρώτη για να τη διευκολύνω / "ευχαριστώ" μου είπε / κι η γεύση αυτού του ευχαριστώ έμεινε μέσα μου βαθιά / να αντικαταστησει έστω και λίγο την άλλη / κι ας μην είχε καμία σημασία το ότι κάποια γυναίκα σ' ένα λεωφορείο μου είπε ευχαριστώ / όταν όλοι γύρω δεν καταδέχονται καν να με κοιτάξουν / κατέβηκα στην πλατεία / κάθισα αμίλητη και εφήμερη σ ένα πεζούλι / μύριζε η πλάση μπαρούτι / ο κόσμος περνούσε / άναψα ένα τσιγάρο ή άλλο ένα τσιγάρο / συνειδητοποίησα την τεράστια διαφορά της σκόνης απ' τη στάχτη / ήθελα να ανακαλύψω κάτι σχετικά με τον εαυτό μου / κάτι που δεν ερχόταν / ένα κενό που με διέλυε / να παραλύω μόνη στο έρεβος / αυτό θα πει προορισμός / και ζωή πάνω απ όλα / ο κόσμος περνούσε / ο κόσμος προσπερνούσε τα θαύματα της κόλασης / ο κόσμος σκλήρυνε σαν άρθρο / μικρό καύκαλο χωρίς ουσία / αόριστος ή ορισμένος, δεκανίκι για να συμπληρώσεις το νόημα / περιττός και επιτηδευμένος / είδα τον εαυτό μου να φτάνει στο κέντρο της πλατείας ουρλιάζοντας "ΥΠΑΡΧΩΩΩΩ" / και ύστερα να μαζεύει τα "υπάρχω" του από τα πεζούλια / κανείς δεν καταδέχτηκε να αγοράσει / σαν από λήθαργο βγηκα / πήρα τα πόδια μου και πέρασα στο δρόμο / όχι εκείνον που δεν τελειώνει ποτέ / αυτόν που είναι παράλληλος στην Αγίου Ιωάννου / σε μια απ τις βιτρίνες που θυμίζουν θάνατο / μα δεν πεθαίνουν ποτέ / μια πλαστική κούκλα σ' ανθρώπινο μέγεθος / απογυμνομένη και χαμογελαστή / και μια γυναίκα ήρθε / άρχισε να ντύνει την κούκλα / με τα πιο όμορφα ρούχα / και χρώματα πένθιμα / κι είδα σ αυτές εμένα και το ποίημα / είδα εμένα και τη ζωή / πώς να του δώσω ζωή / όταν πεθαίνω κάθε μέρα; / πέρασαν ώρες / κι όλα έγιναν γρήγορα μετά / έκανα μια βόλτα / άναψα κι άλλο τσιγάρο / μπήκα για μάθημα / πέρασαν αιώνες χωρίς αναλγητικά / δεν άντεξα σηκώθηκα / μα έπεσα και στραμπούληξα το πόδι μου / έκλαψα / με είδαν όλοι / τα χάη συνωμότησαν ξανά

παρασκευή 24 φλεβάρη

τα άλλα δεν θα τα πώ / αρκεί που σήμερα υπήρξα πάλι / σκορπίζοντας τη μέθη μου στο καρναβάλι τους / έπεισα τον εαυτό μου πως θα φτάσω σπίτι ζωντανή / πήρα λεωφορείο για να πάω όσο μακρύτερα απ' τις πλημμυρισμένες φάτσες / που με γέμιζαν αηδία και τρόμο /οι στολές τους / τα μάτια τους / τα πόδια τους / χαριτωμένοι σχιζοφρενείς / μπούχτισα, μπούχτισα πια απ' όλα / ας χαριστώ στ απάνεμα / ας μην εφησυχάσω ποτέ. Πήρα τα πόδια μου και πέρασα στο δρόμο / όχι αυτόν που δεν τελειώνει ποτέ / αυτό που τον λένε "Ζωοδόχου Πηγής" / ερωτικό κι ειρωνικό / ένα αεράκι μου χάιδεψε για λίγο τα μαλλιά / τα λόγια πεταχτήκαν στα σκουπίδια / όσο υπάρχω κι είμαι εντάξει δεν έχουν καμία μα καμία σημασία / η λύση του μυστηρίου που με διέπει δεν βρίσκεται στα λόγια / οξύμωρες ορέξεις / ανορεξίες ατόφιες / κι είχε δροσιά έξω / και μέσα / ο άντρας με τα μαύρα / ο άγγελος που με συνοδεύει ευγενικά σε κάθε μου σκέψη / με φίλησε στο μέτωπο.

Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2012

υποταγη

όταν καυχιέμαι πως γνωρίζω τα πάντα
όταν απαρνούμαι το σκοτάδι
όταν μυρίζω αίμα και μύρο γλυκό
όταν μυρίζω υγρό ιερό του σώματος
όταν μυρίζω ήχος απόκοσμος
και μελωδία λιμνάζουσα
όταν μυρίζω ασκητικά γέλια και πρόσωπα ολάνθιστα
με το φόβο αποτύπωμα
όταν γεμίζω ουράνιες ψυχές
και λυχνίες θανάτου όταν με λογχίζουν
όταν κυνικά ερωτεύομαι το χώμα
όταν ασυγκράτητη κάβλα με πλημμυρίζει
όταν πλαγιάζω με τα σύρματα της ψυχής
όταν αφουγκράζομαι τα έντομα και τους υπόηχους
όταν γλείφω με λύσσα το φαρμάκι απ' τα δάκτυλα
όταν απολαμβάνω σκωπτικά
το είναι μου στην ολότητά του την άσπιλη
όταν δαμάζω το θεόρατο μίσος μου για τους ανθρώπους
όταν πυρώνω ανηλεώς, όταν καίγομαι κι αφήνω σκόνη μολυβιού
όταν γλείφω αχόρταγα το αντρικό σώμα
όταν εκρήγνυται μέσα μου το ερείπιο
όταν ξεσπάω σ ερωτικές αφυπνήσεις
όταν γίνομαι ακόμη πιο κόκκινη πιο μισητή
και το κρέας μου πάλλεται να φύγει μακριά μου
όταν το αιδοίο μου με σιχαίνεται
όταν με απεχθάνονται κι οι λύκοι που ανέθρεψα στα πιο δύσκολά μου μέρη
όταν μυρίζω κόλαση κι ακολασία
όταν υψώνομαι στου σύμπαντος την πηγή
να με ξεπλύνει, ηδονικά και τελειωτικά, όταν ποτέ δεν φτάνω
όταν αντηχεί εντός μου η πιο ηλίθια πλάνη
όταν καίγομαι, καίγοντας τη βοή που με τσακίζει
όταν αφοπλίζομαι από αιτίες και ολόγυμνη αναμένω το χρόνο
να εκσπερματώσει μέσα μου και βίαια να του χαριστώ
μια και καλή, μια για πάντα.

όταν υπάρχω έτσι δεν με χορταίνει ούτε μια θάλασσα σπέρμα.

Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2012

κατράμι

τείνω το χέρι
σε γνωστούς / αγνώστους
ενοχικά με αποστρέφονται
τους φέρνω τρόμο κι αηδία μαζί
μαύρος παλιάτσος
με χαρακτηριστικά αγίου
με νωχελικές κραυγές στα μάτια
φίδια ανάσκελα και ιερά τα χέρια
δέρμα σκληρό, πόδια ισχνά
και αίμα σαν φαρμάκι
λίγο ρακένδυτος / λίγο αλλοπαρμένος
με κοιτάζουν βλοσυρά / τους κοιτάζω αιχμηρά
δεν τείνω πια το χέρι
ξέρω καλά ΕΠΙΤΗΔΕΣ ΥΠΑΡΧΩ
ένα τρομακτικό και μεγαλόπρεπο ΕΠΙΤΗΔΕΣ
που γελά επιδεικτικά και με στόμφο
στις άγριες χαρακιές και τις πτυχές του νου μου
στις πιο απόκοσμες / αλάνθαστες πληγές ενίοτε πηγές
και στάζω μαύρο αίμα / κατράμι γλυκό
εκεί, στο μαύρο στόμα της άπωσης
που κάθε μέρα πεθαίνουν λύκοι ασθενικοί
κι εδώ, στο αιδοίο της κολάσεως,
της μαύρης μοναξιάς μου
η ευλογία.

Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2012

χιλιες φορές ο θάνατος

παροδικές τραγωδίες
χιλιοτραγουδισμένες παρωδίες

κοιτάζομαι, στο φως, κι εξημερώνω με βλέμμα άσπιλο τη όαση του κορμιού μου
λίγο λίγο, με την τρυφερότητα του λύκου και την ηρεμία της ιέρειας,
τη θύελλα του ερωτευμένου και την ακολασία του καιόμενου
να ξεφλουδίσω την ουσία, να αποστάξω τις στιγμές απ τις πτυχές μου,
να αφουγκραστώ τις ενοχές, μελωδικές στριγγλιές και μνήμες κολασμένες
να μην μιλήσω ποτέ ξανά στ' αλήθεια, να νεκρώσω τους άτρωτους θεούς
να τους δείξω με χέρια τρεμάμενα, τη βρωτή μου ενδελέχεια
να αδειάζω λίγο λίγο, να ξεφουσκώνω, και ξανά να γεμίζω,
μέχρι ν' αποφασίσουν για μένα πως τέλειωσα πάει,
μέχρι να στερέψω στ' αλήθεια, μέχρι να πάω στο διάολο ή κάπου που να με περιγελούν
κάπου που να μπορώ να κλάψω με λυγμούς, και να με βλέπουν όλοι
όπως μπροστά απ' τις ράγες του τραινου καθώς ήμουν βουρκωμένη
εκείνο πέρασε, κι είδα μπροστά μου τόσους ανθρώπους σε δυο στιγμές
τόσες χιλιάδες πρόσωπα, πέρασε αιώνας, κι ακόμη να σβήσω
περιμένοντας κυνικά το τέλος, και με ηδονή, και με πάθος
και με υπομονή αβάσταχτη που πλέον δαμάζω, που πλέον ημερεύω
και τις μαστιγωμένες μου, κρυφές, κι ανείπωτες αλήθειες ν' ανατείλλω
να υποτάξω, πριν με υποτάξουν και με αφανίσουν, σαν σε όνειρο
που δεν πέτυχε το σενάριο, και αυτοκτονούσαν σωρηδόν οι σκηνοθέτες
κι οι σεναριογράφοι, ένα σενάριο που για μένα δε γράφτηκε ποτέ
μόνο για τη βλέννα που αφήνει η πένα μου καθώς υφίσταμαι όλα αυτά τα ψυχοδαμάσματα
και τον άνεμο πλάι μου, μέσα μου, πάντα ο άνεμος, από παιδί ο άνεμος
που ποτέ δεν κόπασε, δεν έσβησε, κι αγάπησα τις στοές και τα περάσματα
και ξεδιπλώθηκα σε σκοτεινές κυτίδες, θηριοδαμαστής (και το θηρίο και ο δαμαστής)
με διέλυα και με έχτιζα ανυπόμονα, άτσαλα και μάταια
με παρέδιδα σε κάτι που ποτέ δεν προσδιόρισα, που ποτέ δεν άγγιξα
και με έπαιρνα πίσω χωρίς αποσιωπητικά, χωρίς τραγωδίες
κι ύστερα πάλι η γελοία εγώ ξαναγυρνούσα στα πρώτα βήματα, απ' την αρχή
χάραζα κύκλους στο κορμί μου, μόνο κύκλους, όπως η ζωή, όπως η ανάσταση
όπως χιλιάδες θάνατοι, χιλιάδες παρωδίες, μασκοφόροι ανυπότακτοι
και υποτονικοί εραστές, εγώ δεν θέλω.
το λέω με τόνο αυτό εγώ δεν θέλω, δεν θέλω απ' αυτά, δεν τα έχω ανάγκη
έτσι το λέω, σαν να αρνούμαι το νερό κι ας μην έχω άλλο τρόπο να ξεδιψάσω.
την απουσία, το στέγνωμα φοβάμαι. τι σβήσιμο της φλόγας
που όταν θα ρθει, τότε θα είναι το τέλος, το πραγματικό τέλος
να μαραθώ φοβάμαι, και μαζί μου θα μαραθούν οι ελάχιστες αλήθειες που στέριωσα, όσες ήταν.... κι αν τις στέριωσα.......
το χώμα, θα με δείξει, το χωμα, η ύλη μου θα με δικάσει.
θα με κυνηγούν τα στοιχειά, αυτό δεν θα το αρνηθώ. τη φωτιά φοβάμαι
προτιμώ να με κάψει παρά να με σβήσει... προτιμώ αυτή τη ηθελημένη καταδίκη
που η λογοτεχνία την μετουσιώνει σε μαγεία, η λογοτεχνία φταίει για όλα γιατί όλα τα επινοεί! θέλησα να κλείσω κύκλους με την πένα, κι ανοίγω καινούριους, θέλησα να κλείσω πληγές, τίποτ' άλλο, έτσι ξεκίνησα, ποτέ δεν φαντάστηκα τη σκόνη πάνω μου ολόκληρη, να με βασανίζει, να επωάζω το αυγό της τρέλας, της αυτοάμυνας και αυτοπαράδοσης, το παιχίδι που μου πετούν πάνω μου οι συμπτώσεις, και γυμνή φτάνω στο έλεός τους και ξεψυχάω εκεί, ατόφια.
Παρ' όλα αυτά δεν μετανιώνω για τίποτα.
Μόνο η φωτιά να μη σβήσει. Και το σώμα μου ας σπιλωθεί, ας λεηλατηθεί, μόνο να μη σβήσει.
αν είναι έτσι χίλιες φορές ο θάνατος.

Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2012

γετι

Ακατανόητοι σπασμοί
λυγμοί λυχνίες
ενοχικές παρατηρήσεις
για κάτι αόματο
ωστόρο ορισμένο
στο κόσμο.

Φυγοκέντριση
ελπιδοφόρα μικρόβια
μπας και πεθάνουμε
και δε μείνει ψίχαλο
από μας
απ' το γλυκό
του κουταλιού
που μούχλιασε.

Αλλά έτσι
ορίστηκε να είναι
μέσα, όλα έχουν νόημα
παραέξω μην ξεφύγει
και δεν μάθεις ποτέ
τι ήταν αυτό
το μαύρο υπεροπτικό γέτι
που σε ξέκανε.