τώρα
γέμισα φρικτές ελπίδες
που ευνουχίζουν τον μέσα μου άνεμο
που παγιδεύουν τα πάντα εκτός απ' τη βροχή
γυναίκα ελευθέρων ηθών που στιγματίζει τα πάντα
που αφήνει νερό στους ήλιους, μια ανθρώπινη φωνή
μια απάνθρωπη και απανθρακωμένη ερμηνεία αγάπης
που βελάζει κουφαίνοντας κάθε ιδεολογία
κάθε τέχνασμα βιομηχανικού τσιγάρου
που βίαια με σπρώχνει μακρύτερα από δω.
πεμπτη 23 φλεβάρη
οι λυγμοί σιωπήσαν / έτρεξα να προλάβω το λεωφορείο / δεν το πρόλαβα /
μέχρι να κάνω ένα τσιγάρο είχε έρθει το επόμενο / κάθισα αμίλητη / ήταν ένα τόσο γλυκό απόγευμα / ήταν μια τόσο πικρή γεύση στο στόμα / και πρόσωπο αλλοπαρμένο / η γυναίκα δίπλα μου έκανε να σηκωθεί / σηκώθηκα πρώτη για να τη διευκολύνω / "ευχαριστώ" μου είπε / κι η γεύση αυτού του ευχαριστώ έμεινε μέσα μου βαθιά / να αντικαταστησει έστω και λίγο την άλλη / κι ας μην είχε καμία σημασία το ότι κάποια γυναίκα σ' ένα λεωφορείο μου είπε ευχαριστώ / όταν όλοι γύρω δεν καταδέχονται καν να με κοιτάξουν / κατέβηκα στην πλατεία / κάθισα αμίλητη και εφήμερη σ ένα πεζούλι / μύριζε η πλάση μπαρούτι / ο κόσμος περνούσε / άναψα ένα τσιγάρο ή άλλο ένα τσιγάρο / συνειδητοποίησα την τεράστια διαφορά της σκόνης απ' τη στάχτη / ήθελα να ανακαλύψω κάτι σχετικά με τον εαυτό μου / κάτι που δεν ερχόταν / ένα κενό που με διέλυε / να παραλύω μόνη στο έρεβος / αυτό θα πει προορισμός / και ζωή πάνω απ όλα / ο κόσμος περνούσε / ο κόσμος προσπερνούσε τα θαύματα της κόλασης / ο κόσμος σκλήρυνε σαν άρθρο / μικρό καύκαλο χωρίς ουσία / αόριστος ή ορισμένος, δεκανίκι για να συμπληρώσεις το νόημα / περιττός και επιτηδευμένος / είδα τον εαυτό μου να φτάνει στο κέντρο της πλατείας ουρλιάζοντας "ΥΠΑΡΧΩΩΩΩ" / και ύστερα να μαζεύει τα "υπάρχω" του από τα πεζούλια / κανείς δεν καταδέχτηκε να αγοράσει / σαν από λήθαργο βγηκα / πήρα τα πόδια μου και πέρασα στο δρόμο / όχι εκείνον που δεν τελειώνει ποτέ / αυτόν που είναι παράλληλος στην Αγίου Ιωάννου / σε μια απ τις βιτρίνες που θυμίζουν θάνατο / μα δεν πεθαίνουν ποτέ / μια πλαστική κούκλα σ' ανθρώπινο μέγεθος / απογυμνομένη και χαμογελαστή / και μια γυναίκα ήρθε / άρχισε να ντύνει την κούκλα / με τα πιο όμορφα ρούχα / και χρώματα πένθιμα / κι είδα σ αυτές εμένα και το ποίημα / είδα εμένα και τη ζωή / πώς να του δώσω ζωή / όταν πεθαίνω κάθε μέρα; / πέρασαν ώρες / κι όλα έγιναν γρήγορα μετά / έκανα μια βόλτα / άναψα κι άλλο τσιγάρο / μπήκα για μάθημα / πέρασαν αιώνες χωρίς αναλγητικά / δεν άντεξα σηκώθηκα / μα έπεσα και στραμπούληξα το πόδι μου / έκλαψα / με είδαν όλοι / τα χάη συνωμότησαν ξανά
παρασκευή 24 φλεβάρη
τα άλλα δεν θα τα πώ / αρκεί που σήμερα υπήρξα πάλι / σκορπίζοντας τη μέθη μου στο καρναβάλι τους / έπεισα τον εαυτό μου πως θα φτάσω σπίτι ζωντανή / πήρα λεωφορείο για να πάω όσο μακρύτερα απ' τις πλημμυρισμένες φάτσες / που με γέμιζαν αηδία και τρόμο /οι στολές τους / τα μάτια τους / τα πόδια τους / χαριτωμένοι σχιζοφρενείς / μπούχτισα, μπούχτισα πια απ' όλα / ας χαριστώ στ απάνεμα / ας μην εφησυχάσω ποτέ. Πήρα τα πόδια μου και πέρασα στο δρόμο / όχι αυτόν που δεν τελειώνει ποτέ / αυτό που τον λένε "Ζωοδόχου Πηγής" / ερωτικό κι ειρωνικό / ένα αεράκι μου χάιδεψε για λίγο τα μαλλιά / τα λόγια πεταχτήκαν στα σκουπίδια / όσο υπάρχω κι είμαι εντάξει δεν έχουν καμία μα καμία σημασία / η λύση του μυστηρίου που με διέπει δεν βρίσκεται στα λόγια / οξύμωρες ορέξεις / ανορεξίες ατόφιες / κι είχε δροσιά έξω / και μέσα / ο άντρας με τα μαύρα / ο άγγελος που με συνοδεύει ευγενικά σε κάθε μου σκέψη / με φίλησε στο μέτωπο.
Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2012
Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2012
υποταγη
όταν καυχιέμαι πως γνωρίζω τα πάντα
όταν απαρνούμαι το σκοτάδι
όταν μυρίζω αίμα και μύρο γλυκό
όταν μυρίζω υγρό ιερό του σώματος
όταν μυρίζω ήχος απόκοσμος
και μελωδία λιμνάζουσα
όταν μυρίζω ασκητικά γέλια και πρόσωπα ολάνθιστα
με το φόβο αποτύπωμα
όταν γεμίζω ουράνιες ψυχές
και λυχνίες θανάτου όταν με λογχίζουν
όταν κυνικά ερωτεύομαι το χώμα
όταν ασυγκράτητη κάβλα με πλημμυρίζει
όταν πλαγιάζω με τα σύρματα της ψυχής
όταν αφουγκράζομαι τα έντομα και τους υπόηχους
όταν γλείφω με λύσσα το φαρμάκι απ' τα δάκτυλα
όταν απολαμβάνω σκωπτικά
το είναι μου στην ολότητά του την άσπιλη
όταν δαμάζω το θεόρατο μίσος μου για τους ανθρώπους
όταν πυρώνω ανηλεώς, όταν καίγομαι κι αφήνω σκόνη μολυβιού
όταν γλείφω αχόρταγα το αντρικό σώμα
όταν εκρήγνυται μέσα μου το ερείπιο
όταν ξεσπάω σ ερωτικές αφυπνήσεις
όταν γίνομαι ακόμη πιο κόκκινη πιο μισητή
και το κρέας μου πάλλεται να φύγει μακριά μου
όταν το αιδοίο μου με σιχαίνεται
όταν με απεχθάνονται κι οι λύκοι που ανέθρεψα στα πιο δύσκολά μου μέρη
όταν μυρίζω κόλαση κι ακολασία
όταν υψώνομαι στου σύμπαντος την πηγή
να με ξεπλύνει, ηδονικά και τελειωτικά, όταν ποτέ δεν φτάνω
όταν αντηχεί εντός μου η πιο ηλίθια πλάνη
όταν καίγομαι, καίγοντας τη βοή που με τσακίζει
όταν αφοπλίζομαι από αιτίες και ολόγυμνη αναμένω το χρόνο
να εκσπερματώσει μέσα μου και βίαια να του χαριστώ
μια και καλή, μια για πάντα.
όταν υπάρχω έτσι δεν με χορταίνει ούτε μια θάλασσα σπέρμα.
όταν απαρνούμαι το σκοτάδι
όταν μυρίζω αίμα και μύρο γλυκό
όταν μυρίζω υγρό ιερό του σώματος
όταν μυρίζω ήχος απόκοσμος
και μελωδία λιμνάζουσα
όταν μυρίζω ασκητικά γέλια και πρόσωπα ολάνθιστα
με το φόβο αποτύπωμα
όταν γεμίζω ουράνιες ψυχές
και λυχνίες θανάτου όταν με λογχίζουν
όταν κυνικά ερωτεύομαι το χώμα
όταν ασυγκράτητη κάβλα με πλημμυρίζει
όταν πλαγιάζω με τα σύρματα της ψυχής
όταν αφουγκράζομαι τα έντομα και τους υπόηχους
όταν γλείφω με λύσσα το φαρμάκι απ' τα δάκτυλα
όταν απολαμβάνω σκωπτικά
το είναι μου στην ολότητά του την άσπιλη
όταν δαμάζω το θεόρατο μίσος μου για τους ανθρώπους
όταν πυρώνω ανηλεώς, όταν καίγομαι κι αφήνω σκόνη μολυβιού
όταν γλείφω αχόρταγα το αντρικό σώμα
όταν εκρήγνυται μέσα μου το ερείπιο
όταν ξεσπάω σ ερωτικές αφυπνήσεις
όταν γίνομαι ακόμη πιο κόκκινη πιο μισητή
και το κρέας μου πάλλεται να φύγει μακριά μου
όταν το αιδοίο μου με σιχαίνεται
όταν με απεχθάνονται κι οι λύκοι που ανέθρεψα στα πιο δύσκολά μου μέρη
όταν μυρίζω κόλαση κι ακολασία
όταν υψώνομαι στου σύμπαντος την πηγή
να με ξεπλύνει, ηδονικά και τελειωτικά, όταν ποτέ δεν φτάνω
όταν αντηχεί εντός μου η πιο ηλίθια πλάνη
όταν καίγομαι, καίγοντας τη βοή που με τσακίζει
όταν αφοπλίζομαι από αιτίες και ολόγυμνη αναμένω το χρόνο
να εκσπερματώσει μέσα μου και βίαια να του χαριστώ
μια και καλή, μια για πάντα.
όταν υπάρχω έτσι δεν με χορταίνει ούτε μια θάλασσα σπέρμα.
Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2012
κατράμι
τείνω το χέρι
σε γνωστούς / αγνώστους
ενοχικά με αποστρέφονται
τους φέρνω τρόμο κι αηδία μαζί
μαύρος παλιάτσος
με χαρακτηριστικά αγίου
με νωχελικές κραυγές στα μάτια
φίδια ανάσκελα και ιερά τα χέρια
δέρμα σκληρό, πόδια ισχνά
και αίμα σαν φαρμάκι
λίγο ρακένδυτος / λίγο αλλοπαρμένος
με κοιτάζουν βλοσυρά / τους κοιτάζω αιχμηρά
δεν τείνω πια το χέρι
ξέρω καλά ΕΠΙΤΗΔΕΣ ΥΠΑΡΧΩ
ένα τρομακτικό και μεγαλόπρεπο ΕΠΙΤΗΔΕΣ
που γελά επιδεικτικά και με στόμφο
στις άγριες χαρακιές και τις πτυχές του νου μου
στις πιο απόκοσμες / αλάνθαστες πληγές ενίοτε πηγές
και στάζω μαύρο αίμα / κατράμι γλυκό
εκεί, στο μαύρο στόμα της άπωσης
που κάθε μέρα πεθαίνουν λύκοι ασθενικοί
κι εδώ, στο αιδοίο της κολάσεως,
της μαύρης μοναξιάς μου
η ευλογία.
σε γνωστούς / αγνώστους
ενοχικά με αποστρέφονται
τους φέρνω τρόμο κι αηδία μαζί
μαύρος παλιάτσος
με χαρακτηριστικά αγίου
με νωχελικές κραυγές στα μάτια
φίδια ανάσκελα και ιερά τα χέρια
δέρμα σκληρό, πόδια ισχνά
και αίμα σαν φαρμάκι
λίγο ρακένδυτος / λίγο αλλοπαρμένος
με κοιτάζουν βλοσυρά / τους κοιτάζω αιχμηρά
δεν τείνω πια το χέρι
ξέρω καλά ΕΠΙΤΗΔΕΣ ΥΠΑΡΧΩ
ένα τρομακτικό και μεγαλόπρεπο ΕΠΙΤΗΔΕΣ
που γελά επιδεικτικά και με στόμφο
στις άγριες χαρακιές και τις πτυχές του νου μου
στις πιο απόκοσμες / αλάνθαστες πληγές ενίοτε πηγές
και στάζω μαύρο αίμα / κατράμι γλυκό
εκεί, στο μαύρο στόμα της άπωσης
που κάθε μέρα πεθαίνουν λύκοι ασθενικοί
κι εδώ, στο αιδοίο της κολάσεως,
της μαύρης μοναξιάς μου
η ευλογία.
Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2012
χιλιες φορές ο θάνατος
παροδικές τραγωδίες
χιλιοτραγουδισμένες παρωδίες
κοιτάζομαι, στο φως, κι εξημερώνω με βλέμμα άσπιλο τη όαση του κορμιού μου
λίγο λίγο, με την τρυφερότητα του λύκου και την ηρεμία της ιέρειας,
τη θύελλα του ερωτευμένου και την ακολασία του καιόμενου
να ξεφλουδίσω την ουσία, να αποστάξω τις στιγμές απ τις πτυχές μου,
να αφουγκραστώ τις ενοχές, μελωδικές στριγγλιές και μνήμες κολασμένες
να μην μιλήσω ποτέ ξανά στ' αλήθεια, να νεκρώσω τους άτρωτους θεούς
να τους δείξω με χέρια τρεμάμενα, τη βρωτή μου ενδελέχεια
να αδειάζω λίγο λίγο, να ξεφουσκώνω, και ξανά να γεμίζω,
μέχρι ν' αποφασίσουν για μένα πως τέλειωσα πάει,
μέχρι να στερέψω στ' αλήθεια, μέχρι να πάω στο διάολο ή κάπου που να με περιγελούν
κάπου που να μπορώ να κλάψω με λυγμούς, και να με βλέπουν όλοι
όπως μπροστά απ' τις ράγες του τραινου καθώς ήμουν βουρκωμένη
εκείνο πέρασε, κι είδα μπροστά μου τόσους ανθρώπους σε δυο στιγμές
τόσες χιλιάδες πρόσωπα, πέρασε αιώνας, κι ακόμη να σβήσω
περιμένοντας κυνικά το τέλος, και με ηδονή, και με πάθος
και με υπομονή αβάσταχτη που πλέον δαμάζω, που πλέον ημερεύω
και τις μαστιγωμένες μου, κρυφές, κι ανείπωτες αλήθειες ν' ανατείλλω
να υποτάξω, πριν με υποτάξουν και με αφανίσουν, σαν σε όνειρο
που δεν πέτυχε το σενάριο, και αυτοκτονούσαν σωρηδόν οι σκηνοθέτες
κι οι σεναριογράφοι, ένα σενάριο που για μένα δε γράφτηκε ποτέ
μόνο για τη βλέννα που αφήνει η πένα μου καθώς υφίσταμαι όλα αυτά τα ψυχοδαμάσματα
και τον άνεμο πλάι μου, μέσα μου, πάντα ο άνεμος, από παιδί ο άνεμος
που ποτέ δεν κόπασε, δεν έσβησε, κι αγάπησα τις στοές και τα περάσματα
και ξεδιπλώθηκα σε σκοτεινές κυτίδες, θηριοδαμαστής (και το θηρίο και ο δαμαστής)
με διέλυα και με έχτιζα ανυπόμονα, άτσαλα και μάταια
με παρέδιδα σε κάτι που ποτέ δεν προσδιόρισα, που ποτέ δεν άγγιξα
και με έπαιρνα πίσω χωρίς αποσιωπητικά, χωρίς τραγωδίες
κι ύστερα πάλι η γελοία εγώ ξαναγυρνούσα στα πρώτα βήματα, απ' την αρχή
χάραζα κύκλους στο κορμί μου, μόνο κύκλους, όπως η ζωή, όπως η ανάσταση
όπως χιλιάδες θάνατοι, χιλιάδες παρωδίες, μασκοφόροι ανυπότακτοι
και υποτονικοί εραστές, εγώ δεν θέλω.
το λέω με τόνο αυτό εγώ δεν θέλω, δεν θέλω απ' αυτά, δεν τα έχω ανάγκη
έτσι το λέω, σαν να αρνούμαι το νερό κι ας μην έχω άλλο τρόπο να ξεδιψάσω.
την απουσία, το στέγνωμα φοβάμαι. τι σβήσιμο της φλόγας
που όταν θα ρθει, τότε θα είναι το τέλος, το πραγματικό τέλος
να μαραθώ φοβάμαι, και μαζί μου θα μαραθούν οι ελάχιστες αλήθειες που στέριωσα, όσες ήταν.... κι αν τις στέριωσα.......
το χώμα, θα με δείξει, το χωμα, η ύλη μου θα με δικάσει.
θα με κυνηγούν τα στοιχειά, αυτό δεν θα το αρνηθώ. τη φωτιά φοβάμαι
προτιμώ να με κάψει παρά να με σβήσει... προτιμώ αυτή τη ηθελημένη καταδίκη
που η λογοτεχνία την μετουσιώνει σε μαγεία, η λογοτεχνία φταίει για όλα γιατί όλα τα επινοεί! θέλησα να κλείσω κύκλους με την πένα, κι ανοίγω καινούριους, θέλησα να κλείσω πληγές, τίποτ' άλλο, έτσι ξεκίνησα, ποτέ δεν φαντάστηκα τη σκόνη πάνω μου ολόκληρη, να με βασανίζει, να επωάζω το αυγό της τρέλας, της αυτοάμυνας και αυτοπαράδοσης, το παιχίδι που μου πετούν πάνω μου οι συμπτώσεις, και γυμνή φτάνω στο έλεός τους και ξεψυχάω εκεί, ατόφια.
Παρ' όλα αυτά δεν μετανιώνω για τίποτα.
Μόνο η φωτιά να μη σβήσει. Και το σώμα μου ας σπιλωθεί, ας λεηλατηθεί, μόνο να μη σβήσει.
αν είναι έτσι χίλιες φορές ο θάνατος.
χιλιοτραγουδισμένες παρωδίες
κοιτάζομαι, στο φως, κι εξημερώνω με βλέμμα άσπιλο τη όαση του κορμιού μου
λίγο λίγο, με την τρυφερότητα του λύκου και την ηρεμία της ιέρειας,
τη θύελλα του ερωτευμένου και την ακολασία του καιόμενου
να ξεφλουδίσω την ουσία, να αποστάξω τις στιγμές απ τις πτυχές μου,
να αφουγκραστώ τις ενοχές, μελωδικές στριγγλιές και μνήμες κολασμένες
να μην μιλήσω ποτέ ξανά στ' αλήθεια, να νεκρώσω τους άτρωτους θεούς
να τους δείξω με χέρια τρεμάμενα, τη βρωτή μου ενδελέχεια
να αδειάζω λίγο λίγο, να ξεφουσκώνω, και ξανά να γεμίζω,
μέχρι ν' αποφασίσουν για μένα πως τέλειωσα πάει,
μέχρι να στερέψω στ' αλήθεια, μέχρι να πάω στο διάολο ή κάπου που να με περιγελούν
κάπου που να μπορώ να κλάψω με λυγμούς, και να με βλέπουν όλοι
όπως μπροστά απ' τις ράγες του τραινου καθώς ήμουν βουρκωμένη
εκείνο πέρασε, κι είδα μπροστά μου τόσους ανθρώπους σε δυο στιγμές
τόσες χιλιάδες πρόσωπα, πέρασε αιώνας, κι ακόμη να σβήσω
περιμένοντας κυνικά το τέλος, και με ηδονή, και με πάθος
και με υπομονή αβάσταχτη που πλέον δαμάζω, που πλέον ημερεύω
και τις μαστιγωμένες μου, κρυφές, κι ανείπωτες αλήθειες ν' ανατείλλω
να υποτάξω, πριν με υποτάξουν και με αφανίσουν, σαν σε όνειρο
που δεν πέτυχε το σενάριο, και αυτοκτονούσαν σωρηδόν οι σκηνοθέτες
κι οι σεναριογράφοι, ένα σενάριο που για μένα δε γράφτηκε ποτέ
μόνο για τη βλέννα που αφήνει η πένα μου καθώς υφίσταμαι όλα αυτά τα ψυχοδαμάσματα
και τον άνεμο πλάι μου, μέσα μου, πάντα ο άνεμος, από παιδί ο άνεμος
που ποτέ δεν κόπασε, δεν έσβησε, κι αγάπησα τις στοές και τα περάσματα
και ξεδιπλώθηκα σε σκοτεινές κυτίδες, θηριοδαμαστής (και το θηρίο και ο δαμαστής)
με διέλυα και με έχτιζα ανυπόμονα, άτσαλα και μάταια
με παρέδιδα σε κάτι που ποτέ δεν προσδιόρισα, που ποτέ δεν άγγιξα
και με έπαιρνα πίσω χωρίς αποσιωπητικά, χωρίς τραγωδίες
κι ύστερα πάλι η γελοία εγώ ξαναγυρνούσα στα πρώτα βήματα, απ' την αρχή
χάραζα κύκλους στο κορμί μου, μόνο κύκλους, όπως η ζωή, όπως η ανάσταση
όπως χιλιάδες θάνατοι, χιλιάδες παρωδίες, μασκοφόροι ανυπότακτοι
και υποτονικοί εραστές, εγώ δεν θέλω.
το λέω με τόνο αυτό εγώ δεν θέλω, δεν θέλω απ' αυτά, δεν τα έχω ανάγκη
έτσι το λέω, σαν να αρνούμαι το νερό κι ας μην έχω άλλο τρόπο να ξεδιψάσω.
την απουσία, το στέγνωμα φοβάμαι. τι σβήσιμο της φλόγας
που όταν θα ρθει, τότε θα είναι το τέλος, το πραγματικό τέλος
να μαραθώ φοβάμαι, και μαζί μου θα μαραθούν οι ελάχιστες αλήθειες που στέριωσα, όσες ήταν.... κι αν τις στέριωσα.......
το χώμα, θα με δείξει, το χωμα, η ύλη μου θα με δικάσει.
θα με κυνηγούν τα στοιχειά, αυτό δεν θα το αρνηθώ. τη φωτιά φοβάμαι
προτιμώ να με κάψει παρά να με σβήσει... προτιμώ αυτή τη ηθελημένη καταδίκη
που η λογοτεχνία την μετουσιώνει σε μαγεία, η λογοτεχνία φταίει για όλα γιατί όλα τα επινοεί! θέλησα να κλείσω κύκλους με την πένα, κι ανοίγω καινούριους, θέλησα να κλείσω πληγές, τίποτ' άλλο, έτσι ξεκίνησα, ποτέ δεν φαντάστηκα τη σκόνη πάνω μου ολόκληρη, να με βασανίζει, να επωάζω το αυγό της τρέλας, της αυτοάμυνας και αυτοπαράδοσης, το παιχίδι που μου πετούν πάνω μου οι συμπτώσεις, και γυμνή φτάνω στο έλεός τους και ξεψυχάω εκεί, ατόφια.
Παρ' όλα αυτά δεν μετανιώνω για τίποτα.
Μόνο η φωτιά να μη σβήσει. Και το σώμα μου ας σπιλωθεί, ας λεηλατηθεί, μόνο να μη σβήσει.
αν είναι έτσι χίλιες φορές ο θάνατος.
Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2012
γετι
Ακατανόητοι σπασμοί
λυγμοί λυχνίες
ενοχικές παρατηρήσεις
για κάτι αόματο
ωστόρο ορισμένο
στο κόσμο.
Φυγοκέντριση
ελπιδοφόρα μικρόβια
μπας και πεθάνουμε
και δε μείνει ψίχαλο
από μας
απ' το γλυκό
του κουταλιού
που μούχλιασε.
Αλλά έτσι
ορίστηκε να είναι
μέσα, όλα έχουν νόημα
παραέξω μην ξεφύγει
και δεν μάθεις ποτέ
τι ήταν αυτό
το μαύρο υπεροπτικό γέτι
που σε ξέκανε.
λυγμοί λυχνίες
ενοχικές παρατηρήσεις
για κάτι αόματο
ωστόρο ορισμένο
στο κόσμο.
Φυγοκέντριση
ελπιδοφόρα μικρόβια
μπας και πεθάνουμε
και δε μείνει ψίχαλο
από μας
απ' το γλυκό
του κουταλιού
που μούχλιασε.
Αλλά έτσι
ορίστηκε να είναι
μέσα, όλα έχουν νόημα
παραέξω μην ξεφύγει
και δεν μάθεις ποτέ
τι ήταν αυτό
το μαύρο υπεροπτικό γέτι
που σε ξέκανε.
Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2012
μόνος
πριν φύγουν όλες οι μέρες απ' τα τρύπια μου χέρια, πριν ανταμώσω με τη σκιά μου στον ίδιο δρόμο, πριν με βρούν και με λιώσουν οι χειμώνες που αγάπησα, πριν αγγίξω με στοργή τα χρόνια, τη νεότητα πριν χαραμίσω, πριν ευνουχίσω επιθυμίες, πριν αλλάξω δέρμα, πριν γδάρω με στοργή τη ζωή, πριν αναλωθώ σε παράδοξα όνειρα, πριν δω το φως που κοχλάζει, πριν καώ, πριν πάρω φωτιά. Πριν πεθάνω, ήμουν μόνος.
οι εποχές
οι ελπίδες
οι άνθρωποι
έτρεμα, κι ήμουν μόνος
έτρεμα, για να είμαι μόνος
έτρεμα, κι ήθελα να τρέμω μόνος
τόσο καταραμένα και αμετάκλητα μόνος.
οι εποχές που με τσάκισαν
οι ελπίδες που δεν με λύτρωσαν
η μοναξιά των ανθρώπων
άλλαζα, κι ήμουν μόνος
άλλαζα, για να είμαι μόνος
άλλαζα, και άλλαζα μόνος
τόσο άρρητα και προσδοκώμενα μόνος.
οι εποχές που έφυγαν κυνικά και με άφησαν παράλυτο
οι ελπίδες που με καταδίκασαν στην άπωση
οι άνθρωποι που έστρεψαν τα μάτια μου
προς τα μέσα
τόσο υπερήφανα, τόσο υπέροχα φλεγόμενος· και μόνος.
οι εποχές
οι ελπίδες
οι άνθρωποι
έτρεμα, κι ήμουν μόνος
έτρεμα, για να είμαι μόνος
έτρεμα, κι ήθελα να τρέμω μόνος
τόσο καταραμένα και αμετάκλητα μόνος.
οι εποχές που με τσάκισαν
οι ελπίδες που δεν με λύτρωσαν
η μοναξιά των ανθρώπων
άλλαζα, κι ήμουν μόνος
άλλαζα, για να είμαι μόνος
άλλαζα, και άλλαζα μόνος
τόσο άρρητα και προσδοκώμενα μόνος.
οι εποχές που έφυγαν κυνικά και με άφησαν παράλυτο
οι ελπίδες που με καταδίκασαν στην άπωση
οι άνθρωποι που έστρεψαν τα μάτια μου
προς τα μέσα
τόσο υπερήφανα, τόσο υπέροχα φλεγόμενος· και μόνος.
Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2012
ο ίδιος
Βήματα.
Βήματα ασκητικά και ταιριαχτά, βήματα πένθιμα
βήματα άγνωστα και βήματα γνώριμα
βήματα παράφορα, βήματα σίγουρα και βήματα ενοχικά
βήματα-σπασμοί, βήματα-τρεκλίσματα
βήματα-φόβοι και βήματα ιερά
βήματα άσκοπα, βήματα που δεν έγιναν
βήματα-μετανιώματα και βήματα φραγμοί
βήματα-λύκοι και βήματα ελάχιστα
βήματα σωτήρια, βήματα ανεξίτηλα
βήματα αδιάφορα ή βήματα του νου
βήματα θεικά ή της κολάσεως βήματα
βήματα σκυθρωπά, βήματα-φόνισσες
βήματα ανεπαίσθητα και βήματα βροντερά
βήματα αθάνατα, βήματα ανάλγητα
βήματα αταίριαχτα και βήματα βασανιστικά
βήματα ασθενικά και βήματα με ηχόχρωμα
βήματα με νόημα και βήματα χωρίς νόημα
βήματα που έσβησαν, βήματα ασφυκτικά
βήματα ερωτικά και βήματα χρησμοί
βήματα αόρατες εκκλησίες λογισμών ή παραλόγου.
Ο Άντρας-Χωρίς-Πόδια, έμενε πάντα στο ίδιο μέρος
με κοίταζε κάθε φορά που περπατούσα
και σαν να με φυλλομετρούσε,
σαν να διάβαζε βραχνά
όλης της γης τα βιβλία μέσα μου
πάνω μου
που δεν γράφτηκαν ποτέ.
Η αναπηρία του τον έκανε Θεό
και ήταν όσο απόκοσμος χρειαζόταν για να ενυπάρχει
ήταν πάντα εκεί, ο ίδιος, μήτε κουνιότανε
εκεί, δίχως σώμα, ίδιος με βραχο.
Μια μέρα σχολίασε τον βηματισμό μου
"είναι αρκετά..αργός δεσποινίς"
"δεν βιάζομαι σήμερα" του αποκρίθηκα
"ο βηματισμός σας είναι πάντοτε αργός δεσποινίς".
τότε τον πλησίασα
-κι αυτό το πλησίασμα κράτησε αρκετή ώρα-
"τουλάχιστον περπατώ." του είπα στεγνά.
Τότε εκείνος γέλασε, και γέλασε πολύ
δεν τον είχα ξαναδει να γελάει.
"παίρνετε πολύ σοβαρά την ύπαρξή σας δεσποινίς."
μου είπε μέσα από γέλια πνηχτά.
Δεν του κρατώ κακία, αυτός θα έπρεπε να μου κρατά
Και υπήρχε μια δύναμη
μια δύναμη ανάμεσα στην κίνηση και την ακινησία
τη θάλασσα και το βράχο, το χάος και τη ζωή
υπήρχε ένα χάσμα που ενώνει, και κάποτε το είδα, το εννόησα
εκείνος, στο σημείο του χορταριασμένος, ένα σημείο δικό του, ένα σημείο κάπου στον κόσμο, κάπου κοντά μου
και τόσο μακριά από μένα, απ τα βήματά μου τα ολόλευκα, τα βασανιστικά
"πριν αυτοκτονήσω θα σας χαρίσω τα πόδια μου.." είπα
"μου έχετε ήδη χαρίσει τα βήματά σας δεσποινίς. Και είμαι εντάξει, μην στεναχωριέστε."
Βήματα ασκητικά και ταιριαχτά, βήματα πένθιμα
βήματα άγνωστα και βήματα γνώριμα
βήματα παράφορα, βήματα σίγουρα και βήματα ενοχικά
βήματα-σπασμοί, βήματα-τρεκλίσματα
βήματα-φόβοι και βήματα ιερά
βήματα άσκοπα, βήματα που δεν έγιναν
βήματα-μετανιώματα και βήματα φραγμοί
βήματα-λύκοι και βήματα ελάχιστα
βήματα σωτήρια, βήματα ανεξίτηλα
βήματα αδιάφορα ή βήματα του νου
βήματα θεικά ή της κολάσεως βήματα
βήματα σκυθρωπά, βήματα-φόνισσες
βήματα ανεπαίσθητα και βήματα βροντερά
βήματα αθάνατα, βήματα ανάλγητα
βήματα αταίριαχτα και βήματα βασανιστικά
βήματα ασθενικά και βήματα με ηχόχρωμα
βήματα με νόημα και βήματα χωρίς νόημα
βήματα που έσβησαν, βήματα ασφυκτικά
βήματα ερωτικά και βήματα χρησμοί
βήματα αόρατες εκκλησίες λογισμών ή παραλόγου.
Ο Άντρας-Χωρίς-Πόδια, έμενε πάντα στο ίδιο μέρος
με κοίταζε κάθε φορά που περπατούσα
και σαν να με φυλλομετρούσε,
σαν να διάβαζε βραχνά
όλης της γης τα βιβλία μέσα μου
πάνω μου
που δεν γράφτηκαν ποτέ.
Η αναπηρία του τον έκανε Θεό
και ήταν όσο απόκοσμος χρειαζόταν για να ενυπάρχει
ήταν πάντα εκεί, ο ίδιος, μήτε κουνιότανε
εκεί, δίχως σώμα, ίδιος με βραχο.
Μια μέρα σχολίασε τον βηματισμό μου
"είναι αρκετά..αργός δεσποινίς"
"δεν βιάζομαι σήμερα" του αποκρίθηκα
"ο βηματισμός σας είναι πάντοτε αργός δεσποινίς".
τότε τον πλησίασα
-κι αυτό το πλησίασμα κράτησε αρκετή ώρα-
"τουλάχιστον περπατώ." του είπα στεγνά.
Τότε εκείνος γέλασε, και γέλασε πολύ
δεν τον είχα ξαναδει να γελάει.
"παίρνετε πολύ σοβαρά την ύπαρξή σας δεσποινίς."
μου είπε μέσα από γέλια πνηχτά.
Δεν του κρατώ κακία, αυτός θα έπρεπε να μου κρατά
Και υπήρχε μια δύναμη
μια δύναμη ανάμεσα στην κίνηση και την ακινησία
τη θάλασσα και το βράχο, το χάος και τη ζωή
υπήρχε ένα χάσμα που ενώνει, και κάποτε το είδα, το εννόησα
εκείνος, στο σημείο του χορταριασμένος, ένα σημείο δικό του, ένα σημείο κάπου στον κόσμο, κάπου κοντά μου
και τόσο μακριά από μένα, απ τα βήματά μου τα ολόλευκα, τα βασανιστικά
"πριν αυτοκτονήσω θα σας χαρίσω τα πόδια μου.." είπα
"μου έχετε ήδη χαρίσει τα βήματά σας δεσποινίς. Και είμαι εντάξει, μην στεναχωριέστε."
Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2012
Στη μούσα
Είσαι βρύο πλάι στο μεγάλο ποτάμι
κρυφές γωνιές όπου ακούγονται οι φωνές των μαστιγωμένων
κι οι αναστεναγμοί των εραστών
πόση αθωότητα και πόση έκπληξη μαζί!
Είσαι μορφή και το παιγνίδι επιβάλλει
μόνο μια ύπαρξη να παίρνεται στα σοβαρά.
Είσαι το φεγγάρι σε μοναχικά δρομάκια
όπου οι θεοί συμπεριφέρονται οι άνθρωποι πεθαίνουν
κι εσύ ρίχνεις σ' ένα σκουπιδοτενεκέ αδειανό
ένα χαλάζι γέλια.
Τραγούδα μας την ανθρώπινη αποτυχία
κάνε την κατάρα κήπο
άνοιξε τη φυλακή των ημερών μας
και μάθε στον ελεύθερο άνθρωπο
να τραγουδάει το φως.
Τινάζει κανείς από πάνω του τη σκόνη της δόξας
καταπίνει τη ντροπή
υποφέρει το μαρτύριο
εκείνος πραγματοποιεί εκείνη μπορεί
κανένας δεν πρέπει τίποτα δε φταίει.
κρυφές γωνιές όπου ακούγονται οι φωνές των μαστιγωμένων
κι οι αναστεναγμοί των εραστών
πόση αθωότητα και πόση έκπληξη μαζί!
Είσαι μορφή και το παιγνίδι επιβάλλει
μόνο μια ύπαρξη να παίρνεται στα σοβαρά.
Είσαι το φεγγάρι σε μοναχικά δρομάκια
όπου οι θεοί συμπεριφέρονται οι άνθρωποι πεθαίνουν
κι εσύ ρίχνεις σ' ένα σκουπιδοτενεκέ αδειανό
ένα χαλάζι γέλια.
Τραγούδα μας την ανθρώπινη αποτυχία
κάνε την κατάρα κήπο
άνοιξε τη φυλακή των ημερών μας
και μάθε στον ελεύθερο άνθρωπο
να τραγουδάει το φως.
Τινάζει κανείς από πάνω του τη σκόνη της δόξας
καταπίνει τη ντροπή
υποφέρει το μαρτύριο
εκείνος πραγματοποιεί εκείνη μπορεί
κανένας δεν πρέπει τίποτα δε φταίει.
Λευτέρης Πούλιος
Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2012
1/2
-μισάνθρωπος
-και το άλλο μισο;
για πέταμα, ίσως και παραπάνω
για τα σκουπίδια σου είπα, για τα μπάζα πως το λένε
πώς να το εννοήσεις καημένε
αφού κι εσένα σ' απορροφά το μελάνι της πένας μου
το μελάνι και το αίμα που χάνω
-και το άλλο μισο;
για πέταμα, ίσως και παραπάνω
για τα σκουπίδια σου είπα, για τα μπάζα πως το λένε
πώς να το εννοήσεις καημένε
αφού κι εσένα σ' απορροφά το μελάνι της πένας μου
το μελάνι και το αίμα που χάνω
μισάνθρωπος
μισός θεός μισός θεριό, δαγκώνει, μόνο δαγκώνει
με ανακούφιση, μια ανακούφιση!
με εξωθεί, με τοποθετεί κάπου που να μην μπορώ να βήξω
-σε μια παράσταση-
ατελείωτης διάρκειας, χαμηλωμένος φωτισμός
εγώ πράσινη, (όχι ακόμη, παραλίγο)
εγώ ν' ακούω την απολογία της
μια μαγεμένη απολογία, μια τρυφερή κατάρα
να καταφέρω να αποδόσω μια κίνηση - την τελευταία
αμυδρά ψιλαφίσματα, ανεπαίσθητα σπασίματα των καρπών
που καταλήγουν σε ξόρκι ή φάντασμα-από-καλειδοσκόπιο
συνθήματα του σώματος - παρανοήσεις του μυαλού
στην κορυφή ενός έρημου τόπου ή μέσα σε μια αίθουσα
εκείνη να σπάζει λίγο λίγο, να φεύγει, να χάνεται
κι εγώ να μένω εκεί
να μετρώ τ' απομεινάρια όσων υπήρξαν κι όσων αφανίστηκαν
[...]
αν ποτέ πεθάνω, θα είναι παράξενο.
θα είναι όπως στις ταινίες ή τα χιλιοπαιγμένα θεατρικά έργα
όπου η πρωταγωνίστρια πεθαίνει σε κάθε παράσταση.
στο τέλος - τι ειρωνεία- μπορείς να πας και να της ζητήσεις αυτόγραφο
"συγχαριτήρια δεσποινίς, εξαιρετικός θάνατος!"
εκείνη θα χαμηλώσει το βλέμμα και τα φώτα,
θα σηκώσει τη φούστα της
θα δεις, θα καταλάβεις, θα ψιλαφήσεις τις πληγές, θα αισθανθείς το βάρος
τότε είναι το βάρος, μεγαλύτερο
κι από ένα θάνατο που δεν συνέβη
(κι αυτοί που συνέβησαν
ποιος ξέρει αν συνέβησαν
στ΄αλήθεια
ή για ποια αλήθεια μιλάω)
Η πρωταγωνίστρια θα βγάλει τη μπλούζα, τις μακριές κάλτσες
θα λύσει τα μαλλιά
θα καθίσει πίσω στον καθρέφτη της
"ξέρετε, κύριε" θα ψελίσει
"ξέρετε... πεθαίνω κάθε μέρα"
θα βγεί ψυχρά, μια ακολασία,
μια αθοώτητα, και μια γλύκα
οδύνη ή ηδονή
ασυνείδητα θα γελάσεις
θα αφεθείς
(κάθε παράσταση είναι αλλιώς, κάθε ζωή και κάθε μέρα είναι αλλιώς
κάθε θάνατος, πεθαίνω αλλιώς -δεν ξέρεις-)
αυτή θα ξεράσει, αυτή θα είναι γυμνή, όμορφη και θα ξεράσει
θα παρακολουθήσεις το ξερατό της με προσοχή
τα μακριά κατάμαυρα μαλλιά να μπλέκονται στους εμετούς
τα λάθη ένα ένα στα πατώματα
με βία, με βία, μετά θα γαμηθείτε, θα γαμηθείτε άγρια
-δεν ξέρεις πώς είναι να γαμάς μια τσαλακωμένη ύπαρξη-
μα θα ναι όμορφη, θα φέγγει, θα βογγάει, θα χύνει, θα δίνεται
για κάτι ιερό
ή για το τίποτα.
Έτσι θα γίνει
και αύριο
αυτή
θα βρει, μόνο ο Θεός ξέρει από πού
τη δύναμη
να σβήσει πάλι
πάνω στη σκηνή.
Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2012
Κυρία των μέσα μου ανέμων
Κυρία των μέσα μου ανέμων,
Δεν θέλω να αρνηθώ ό,τι ακριβώς σε οδήγησε,
Να σπείρεις μέσα μου την ευλογία της κίνησης,
Της πράξης,
Να ρίξεις το σκοινί,
Στο σκοτεινό κι αλλόκοτο πηγάδι,
Που χρόνια λαθροζούσα,
Για να βρεθώ ξανά στο λαμπερό σου κόσμο,
Τον θαυμαστό, Τον πληγωμένο.
Σου υπόσχομαι να ξεκοιλιάζω κάθε βράδυ,
Τους θλιβερούς ορίζοντες της λογικής μου,
Ν'απογειώνομαι από τις φλούδες του γραπτού μου λόγου,
Στους πλησιέστερους φιλάσθενους πλανήτες,
Κάθε φορά και μ ένα αλλιώτικο τραγούδι,
Να ξεμουδιάζω γλείφοντας τον κοφτερό σου σκελετό,
Κι ούτε ένα Μάιο δε θ ανεχτώ,
Να σκύψει πάνω μου,
Με λόγια σκωπτικά,
Και σύριγγες,
Και φαγωμένα χείλη,
Να ειρωνευτεί την αδειανή και χυλωμένη μου πατρίδα.
Πιο ριψοκίνδυνος κι από το Ναζωραίο,
Θα περπατήσω πάνω απ'την κινούμενη,
Τη σαρκοφάγο άμμο,
Που διατηρεί απρόσιτες τις χώρες των ιερών παλιάτσων,
Και των σεληνιασμένων γελωτοποιών,
Τραυλίζοντας λόγια ισχνά,
Μα και σπουδαία,
Θ'αποσυρθώ στις προθανάτιες κοιλάδες των λοιμών,
Και της αγάπης,
Όπου απ'το μαύρο χώμα τους διάσπαρτα ξεφυτρώνουν,
Κορμιά ανθρώπινα διαμελισμένα,
Πλάι στις φεγγαρολουσμένες παπαρούνες,
Ίσως κι εγώ εκεί να λησμονήσω τον τραυματία ουρανό,
Και ν'αρχινήσω ένα τραγούδι που θα λέει μόνο,
Σ'αγαπώ σ'αγαπώ.
Και σαν τελειώνει θα σταματάνε τα ποτάμια,
Κι οι οδοντοστοιχίες θα εκρήγνυνται,
Και θα γεμίζει ο αέρας πέταλα καρατομημένων ανθών,
Καρπούς γυναικείων χεριών,
Και λιωμένα κοσμήματα,
Κυρία των μέσα μου ανέμων,
Τιμώρησέ με αν θες,
Γύμνασέ με στο γέλιο και στον πόνο,
Είμαι ο οριστικός εραστής σου,
Ο αόριστος,
Ο τωρινός και ο παντοτινός,
Ο πιο ανώριμος,
Ο πιο σοφός,
Τώρα πια γνωρίζω τι μ'οδηγεί να υποτάσσομαι,
Στην ετοιμόρροπη και ασθενική σου θέληση.
Δεν θέλω να αρνηθώ ό,τι ακριβώς σε οδήγησε,
Να σπείρεις μέσα μου την ευλογία της κίνησης,
Της πράξης,
Να ρίξεις το σκοινί,
Στο σκοτεινό κι αλλόκοτο πηγάδι,
Που χρόνια λαθροζούσα,
Για να βρεθώ ξανά στο λαμπερό σου κόσμο,
Τον θαυμαστό, Τον πληγωμένο.
Σου υπόσχομαι να ξεκοιλιάζω κάθε βράδυ,
Τους θλιβερούς ορίζοντες της λογικής μου,
Ν'απογειώνομαι από τις φλούδες του γραπτού μου λόγου,
Στους πλησιέστερους φιλάσθενους πλανήτες,
Κάθε φορά και μ ένα αλλιώτικο τραγούδι,
Να ξεμουδιάζω γλείφοντας τον κοφτερό σου σκελετό,
Κι ούτε ένα Μάιο δε θ ανεχτώ,
Να σκύψει πάνω μου,
Με λόγια σκωπτικά,
Και σύριγγες,
Και φαγωμένα χείλη,
Να ειρωνευτεί την αδειανή και χυλωμένη μου πατρίδα.
Πιο ριψοκίνδυνος κι από το Ναζωραίο,
Θα περπατήσω πάνω απ'την κινούμενη,
Τη σαρκοφάγο άμμο,
Που διατηρεί απρόσιτες τις χώρες των ιερών παλιάτσων,
Και των σεληνιασμένων γελωτοποιών,
Τραυλίζοντας λόγια ισχνά,
Μα και σπουδαία,
Θ'αποσυρθώ στις προθανάτιες κοιλάδες των λοιμών,
Και της αγάπης,
Όπου απ'το μαύρο χώμα τους διάσπαρτα ξεφυτρώνουν,
Κορμιά ανθρώπινα διαμελισμένα,
Πλάι στις φεγγαρολουσμένες παπαρούνες,
Ίσως κι εγώ εκεί να λησμονήσω τον τραυματία ουρανό,
Και ν'αρχινήσω ένα τραγούδι που θα λέει μόνο,
Σ'αγαπώ σ'αγαπώ.
Και σαν τελειώνει θα σταματάνε τα ποτάμια,
Κι οι οδοντοστοιχίες θα εκρήγνυνται,
Και θα γεμίζει ο αέρας πέταλα καρατομημένων ανθών,
Καρπούς γυναικείων χεριών,
Και λιωμένα κοσμήματα,
Κυρία των μέσα μου ανέμων,
Τιμώρησέ με αν θες,
Γύμνασέ με στο γέλιο και στον πόνο,
Είμαι ο οριστικός εραστής σου,
Ο αόριστος,
Ο τωρινός και ο παντοτινός,
Ο πιο ανώριμος,
Ο πιο σοφός,
Τώρα πια γνωρίζω τι μ'οδηγεί να υποτάσσομαι,
Στην ετοιμόρροπη και ασθενική σου θέληση.
Γιάννης Αγγελάκας
Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2012
requiem
ψηλώνει η ψυχή της
φεύγει
ο νους της
δεν αποκρίνεται πια
ένα χαμόγελο αυτοκτονικό
μια χαρακιά στο στήθος
σιμά στην καρδιά
εκεί που αναμόχλευε τις ιστορίες
τα λάθη, εκεί
που εξέτρεφε τις χίμαιρες
τα σκοτεινά "υπάρχω"
τις φυλακές που ξέφυγαν
δεν νιώθει πια
εκεί καταβροχθίστηκε
το μεγαλύτερο "πιστεύω"
στη ζωή της
μια ψευδαίσθηση.
αν είναι να μείνει κάτι από μένα
θα είναι η τέφρα
που είχε κάτι το ξεχωριστό
κάτι το απόκοσμο
κάτι που με γεννούσε και μ' έπνιγε
κάτι που στρίγγλιζε στ αυτί μου
σαν προσευχή και θρήνος
σαν ηχώ μελλοθάνατου
έζησε απροστάτευτη
στον κόσμο πέρασε σαν σκιά ονείρου
σαν κραυγή Θεού
ο νους της ψήλωσε τώρα
η ψυχή της σωριάστηκε απαλά
σαν ψιχουλάκι
σαν ψιχουλάκι
ησύχασε τώρα
η τρεμάμενη ευχή της
πήγε στο διάολο
πήγε στο διάολο
μόνο σιωπή τώρα
μόνο σιωπή
και η ερημιά
που σκεπάζει τον κόσμο
φεύγει
ο νους της
δεν αποκρίνεται πια
ένα χαμόγελο αυτοκτονικό
μια χαρακιά στο στήθος
σιμά στην καρδιά
εκεί που αναμόχλευε τις ιστορίες
τα λάθη, εκεί
που εξέτρεφε τις χίμαιρες
τα σκοτεινά "υπάρχω"
τις φυλακές που ξέφυγαν
δεν νιώθει πια
εκεί καταβροχθίστηκε
το μεγαλύτερο "πιστεύω"
στη ζωή της
μια ψευδαίσθηση.
αν είναι να μείνει κάτι από μένα
θα είναι η τέφρα
που είχε κάτι το ξεχωριστό
κάτι το απόκοσμο
κάτι που με γεννούσε και μ' έπνιγε
κάτι που στρίγγλιζε στ αυτί μου
σαν προσευχή και θρήνος
σαν ηχώ μελλοθάνατου
έζησε απροστάτευτη
στον κόσμο πέρασε σαν σκιά ονείρου
σαν κραυγή Θεού
ο νους της ψήλωσε τώρα
η ψυχή της σωριάστηκε απαλά
σαν ψιχουλάκι
σαν ψιχουλάκι
ησύχασε τώρα
η τρεμάμενη ευχή της
πήγε στο διάολο
πήγε στο διάολο
μόνο σιωπή τώρα
μόνο σιωπή
και η ερημιά
που σκεπάζει τον κόσμο
Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2012
γυναίκα
Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2012
ψέμα λάσπη φως
γυρε να σου πω μια ιστορια
και μη με πιστέψεις για τίποτα
δεν υπήρξα στ αλήθεια
ήμουν το απαύγασμα μιας γης
που έτσουζε ψέμα λάσπη φως
κι ότι γυρισα να κοιτάξω
ήταν ένα ανακάτεμα στο στομάχι
υπάρχουν τρόποι για να πεθάνει κανείς
αν ποτέ υπήρξε
υπάρχουν τρόποι και για να ζήσει
αν του δωθεί το δώρο της γέννησης
άνθρωποι
ένα κράμα από ψέμα λάσπη φως
μια χούφτα αίμα αλιχτάει
στο σώμα μου
κάποιος πεθαίνει κάτω απ το δέρμα μου
οι λέξεις μ' αγαπούν
με δέχονται μαύρη
η σκόνη με λυγίζει και γελάω ατόφια
αχνοφέγγει μέσα μου το ζώο
το έντομο που δεν μιλαει
που αλητεύει
που παραμονεύει
να ρουφίξει τη σάρκα
δεν υπήρξα στ αλήθεια
είμαι η στάχτη του κόσμου
της γης καθώς γυρνάει
της μάνας μου καθώς γερνάει
της γλώσσας που γέρνει
για αιώνες
δεν έχω κάτι να δώσω
απλώς παρατηρώ
τ αγγίγματα, τις ενοχές, τις εμμονές
των ανθρώπων τα χέρια
δεν έχω κάτι να πάρω
ούτε ψέμα ούτε λάσπη ούτε φως
μπουχτίζω σύμπαν
μπουχτίζω συνειρμούς
μ αρέσει πότε πότε
να γυρνάω τα πέλματά μου στον ήλιο
μέχρι να κοκκινίσουν και μετά
να τα πατάω στο χώμα
κάθε χρόνο ξαναβαφτίζομαι
κάθε χρόνο πέφτω βάναυσα
εκεί που δεν ορίζεται άνθρωπος
ένα τέρας μ' ακολουθεί
ένας άντρας με προσπερνάει
τα γόνατά μου γλείφουν μαύρη νεότητα
δαγκώνω με το νου την αγιότητα
χιλιάδες πόδια πάνω απ' τον ορίζοντα
χιλιάδες πόδια πηγαίνουν κάπου
κάπου
με θυμώνει αυτό το κάπου
μου αντιγυρίζει τη γελοία μου φύση
γελάω
γέλιο, γέλιο πνιγηρό
γέλιο απάνθρωπο
θα μπορούσα να το κάνω για μέρες
να κοιτάζω μια καρέκλα που πετάει
μέχρι να εκραγεί στο δωμάτιό μου
δεν ξέρεις τι υπάρχει
τι υπάρχει πιο μέσα
πιο μέσα είναι χάος αγάπη μου
πιο μέσα χαθήκαμε
πιο μέσα λιώσαμε
πιο μέσα δεν πάει.
με ξυλοπόδαρα στιλώνω την ψυχή μου
με ψέμα, με λάσπη με φως την κραυγή μου
ΥΓ.
ξαναδιαβάζω το κείμενο
ψι. λα. φω.
κοροιδεύοντας κάθε γραμμή
κάθε σειρά
φτύνοντας τις συλλαβές
φτύνοντάς με
πώς αλλιώς
θα ξαναφυτρώσω;
και μη με πιστέψεις για τίποτα
δεν υπήρξα στ αλήθεια
ήμουν το απαύγασμα μιας γης
που έτσουζε ψέμα λάσπη φως
κι ότι γυρισα να κοιτάξω
ήταν ένα ανακάτεμα στο στομάχι
υπάρχουν τρόποι για να πεθάνει κανείς
αν ποτέ υπήρξε
υπάρχουν τρόποι και για να ζήσει
αν του δωθεί το δώρο της γέννησης
άνθρωποι
ένα κράμα από ψέμα λάσπη φως
μια χούφτα αίμα αλιχτάει
στο σώμα μου
κάποιος πεθαίνει κάτω απ το δέρμα μου
οι λέξεις μ' αγαπούν
με δέχονται μαύρη
η σκόνη με λυγίζει και γελάω ατόφια
αχνοφέγγει μέσα μου το ζώο
το έντομο που δεν μιλαει
που αλητεύει
που παραμονεύει
να ρουφίξει τη σάρκα
δεν υπήρξα στ αλήθεια
είμαι η στάχτη του κόσμου
της γης καθώς γυρνάει
της μάνας μου καθώς γερνάει
της γλώσσας που γέρνει
για αιώνες
δεν έχω κάτι να δώσω
απλώς παρατηρώ
τ αγγίγματα, τις ενοχές, τις εμμονές
των ανθρώπων τα χέρια
δεν έχω κάτι να πάρω
ούτε ψέμα ούτε λάσπη ούτε φως
μπουχτίζω σύμπαν
μπουχτίζω συνειρμούς
μ αρέσει πότε πότε
να γυρνάω τα πέλματά μου στον ήλιο
μέχρι να κοκκινίσουν και μετά
να τα πατάω στο χώμα
κάθε χρόνο ξαναβαφτίζομαι
κάθε χρόνο πέφτω βάναυσα
εκεί που δεν ορίζεται άνθρωπος
ένα τέρας μ' ακολουθεί
ένας άντρας με προσπερνάει
τα γόνατά μου γλείφουν μαύρη νεότητα
δαγκώνω με το νου την αγιότητα
χιλιάδες πόδια πάνω απ' τον ορίζοντα
χιλιάδες πόδια πηγαίνουν κάπου
κάπου
με θυμώνει αυτό το κάπου
μου αντιγυρίζει τη γελοία μου φύση
γελάω
γέλιο, γέλιο πνιγηρό
γέλιο απάνθρωπο
θα μπορούσα να το κάνω για μέρες
να κοιτάζω μια καρέκλα που πετάει
μέχρι να εκραγεί στο δωμάτιό μου
δεν ξέρεις τι υπάρχει
τι υπάρχει πιο μέσα
πιο μέσα είναι χάος αγάπη μου
πιο μέσα χαθήκαμε
πιο μέσα λιώσαμε
πιο μέσα δεν πάει.
με ξυλοπόδαρα στιλώνω την ψυχή μου
με ψέμα, με λάσπη με φως την κραυγή μου
ΥΓ.
ξαναδιαβάζω το κείμενο
ψι. λα. φω.
κοροιδεύοντας κάθε γραμμή
κάθε σειρά
φτύνοντας τις συλλαβές
φτύνοντάς με
πώς αλλιώς
θα ξαναφυτρώσω;
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)