Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2011

Μια σχισμή λέξεις για κάποιον άγνωστο κύριο Μ.

Πάντα την ίδια ώρα, κάθε πρωί, στις 8.
Πάντα την ίδια στιγμή.
Κι εγώ να στέκομαι εκει,
Μπροστά απ' την ποιητική σου μορφή
Στ' αλήθεια, θα βαζα στοίχημα με το διάολο πως δεν είναι αλήθεια,
μα, ΔΙΑΟΛΕ, ΥΠΑΡΧΕΙΣ!
Μπροστά απ' την ποιητική σου μορφή
Θα μπορούσα να στέκω, γ' άπειρους χειμώνες.








Κι έμαθα για σένα,
Πως
Δεν μιλάς πολύ
Μένεις ώρες στο σπίτι, ή κάνεις μόνος σου βόλτες
Δεν έχεις φίλους, παρά μόνο
μερικούς γνωστούς,
που σου στέλνουν κάρτες στα γεννέθλια ή τη γιορτή σου.
Έμαθα πως,
οι άνθρωποι σε τρομάζουν όπως κι εμένα
και μαντεύω πως
αγαπάς τη σιωπή του χειμώνα,
τη θλίψη των ανέμων
και τη μοναξιά των κάμπων με βαμβάκι.
Πως είσαι ένα άλμπατρος των καιρών σου,
όπως κι εγώ.






Μπροστά στην ποιητική σου μορφή
Λιώνω τα θρίψαλα των αισθημάτων μου
Όσα επιβίωσαν, απ' αυτή την καταιγίδα ηδονικών βλεμμάτων
Κι αφήνω πια,
τις λέξεις μου
δώρο και φυλαχτό μαζί
σ' εσένα, έναν άγνωστο κύριο Μ.
Πεισματικά, κουμπώνω το παλτό μου
Τα χέρια μου κολλάνε, τα μαλλιά μου αφήνονται στη δίνη του ανέμου -πλησιάζεις-
Θα ξετελέψω τη ζωή -λέω-
Αν δεν με δεις
Αν προσπεράσεις.
Θα γίνω μια κουκκίδα, θα γίνω στάχτινη.
Θα είμαι η Απαρηγόρητη, η δικιά σου Απαρηγόρητη.
Κι ωστόσο, εσύ θα τιναχτείς ελαφρά μόλις με δεις,
θα με κοιτάξεις,
θα κοντισταθείς για μερικά δέκατα του δευτερολέπτου,
θα κοκκινίσεις, θα κοιτάξεις πάλι κάτω
κι εγώ θα διακρίνω στο καθαρό σου πρόσωπο ένα χαμόγελο,
ένα τόσο δα διακρτιτικό χαμόγελο,
θα ξεδιψάσω,
θα εξιλεωθώ.







Μπορείς, έτσι απλά, και κάνεις αυτό,
που τόσα χρόνια παλεύοντας μόνη με τα ποιήματά μου -και τα τέρατα μου- προσπαθώ να καταφέρω.

Τη λύτρωση.