Τετάρτη, 29 Αυγούστου 2012

Sara - θανάσης παπακωσταντίνου



Κι όμως εσύ Sara
Δε φοβάσαι τα φρούτα του πάθους
Κυλά το δηλητήριο στο σώμα σου,Sara
Κι όπου να 'ναι σου χαρίζει τα μαύρα φτερά.

Ντύνεσαι νύχτα ανάλαφρη,Sara
Δεν ξέρω σε ποιους τόπους γυρνάς
Με τέσσερα φεγγάρια στην πλάτη σου,Sara
Τέσσερα γαλήνια ξέφωτα.

Το σκουλήκι της γνώσης ζήλεψε,Sara
Γόνιμη ομορφιά, ζιζάνιο
Φωλιάζει στη χλόη του στέρνου μου, Sara
Και περιμένει τα δώρα απ' το κυάνιο.

Μπορεί στα φεγγάρια των Σιου,Sara
Μπορεί και στον Σμόλικα,
Κάνει τις πέτρες να σκιρτάνε,Sara
Σπάζοντας τον άγνωστο κώδικα.

Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2012

νταρκτζαζ νυχτες

δεν ήθελε να καταλάβει
δηλαδη; δηλαδη;
επαναλάμβανε σαν ηλίθιος τις ίδιες λέξεις
δηλαδή;θα φύγουμε τόσο νωρίς;
πότε θα φύγουμε;
τωρα;
αυριο;
δεν ήθελε καν να κοιτάξει
ευθεία μπροστά
κι όλες αυτές οι παύσεις
οι παύσεις προπάντων
με πέθαιναν.
με περίμενε, πάντα εκεί.
στο ίδιο μέρος
με την ίδια μελωδία ραμμένη
στο κορμί, την ίδια ανάμνηση
με τον ίδιο διαλυμένο θρίαμβο στα μάτια
προσμονή
μέχρι να του δώσω εγώ το όνειρο πίσω
κοίταγε τα παπούτσια του
αγάπαγε τα παπούτσια του
του άρεσε πολύ να κοιτάζει
συνεχώς
τα παπούτσια του.
όταν ούρλιαζε εγώ
ήθελα να μετράω ζωές
να ρίχνω σαΐτες στ' αστέρια
ή να κάνω ένα τσιγάρο στο μπαλκόνι
με καλό ποτό
με καλό ποτό και καλή μουσική
και να μην φτάνω
ποτέ να μην φτάνω, μα να 'μαι ακόμα δεκαοκτω
κοιτάζοντας ένα ρολόι
να λέω η ζωή είναι γαμάτη
αγαπώ τη ζωή, μην πιστέψετε τίποτ' άλλο απο μένα
και να παίρνω αυτό το σατανικό χαμόγελο
που με κάνει ανίκητη
και γκρίζα.
κούρνιασε πλάι μου
έγειρε, ξάπλωσε
μου είπε, πόσο όμορφο είναι το φωτιστικό απέναντι
το ανοιχτό παράθυρο, οι γρύλοι, η ησυχία, τ' αστέρια
γιατί μου λέει κλαίμε; 
γιατί να κλαίμε Δέσποινά μου άδικα κλαίμε! 
μ' ένα χαμόγελο μου μίλαγε, και μάτια ζωηρά
τρεμάμενα,
μου είπε πόσο όμορφη είμαι γω
πόσο θαμπή σαν φωτογραφία
σαν κάτι που δεν θα ξεχάσει
δηλαδή;
δηλαδή θα φύγουμε τόσο νωρίς;
γιατί να φύγουμε τόσο νωρίς;
σαν θεατρίνοι προσπερνάμε, φεύγουμε
δεν δίνουμε δεκάρα και ξεχνάμε, αδιαφορούμε, δεν αγαπάμε
εκεί που όλα έχουν τελειώσει λες: δεν γίνεται, δεν είναι δυνατόν
και μετά μ' αγαπάς πάλι, και τους ξεγελάμε όλους 
και τους ξεγελάσαμε όλους, κάνει σαν παιδί πάλι
συνεχίζει
και φεύγουμε, χανόμαστε, και λες δεν γίνεται αυτό
και μετά με βρίσκεις ξανά
κάνει μια παύση
με βρίσκεις ξανά
κι είναι όμορφο αυτό.
αυτό είναι ομορφιά.
σε ζω, με ζεις, κι ανήκουμε πάλι στο σύμπαν.

Τρίτη, 14 Αυγούστου 2012

όχι ακόμη!

δεν είμαι ακόμα Εγώ
δεν είμαι ακόμα
μα όταν θα φτάσω να είμαι Εγώ

χυδαία νοήματα θα εκραγούν
θα λιώσουν οι δεσμοί και τα νετρόνια θα ξεπετάγονται
όλα θα έχουν ειπωθεί
τα πάντα για μια ιδέα - καμιά ιδεολογία τότε
ούτε ανάλυση, φωλιές αγγέλων κι ερπετών
φωνές χαμένων
λυσσασμένων μικρών κοριτσιών
ανάσκελα θα στέκουν
οι άντρες γυμνοί μισοφαγωμένοι, υγροί
γεμάτοι ήλιο και καπνό, χωρίς
χωρίς να δίνονται, να μη χρειάζεται να δίνονται
οι πουτάνες, να μην βαραίνουν τα διαστροφικά μυαλά τους
να σκοτώνουν χωρίς άλλη σκέψη
χωρίς φαρμάκι, έλεγαν πως είχαν το φαρμάκι
μα δεν θα μένει τίποτα πια να τους μετουσιώσει
ενώσεις αδερφών, λέπια εκστατικών ροφών με σημασία
η γλύκα
του να φλέγεται κανείς από άποψη
δεν είμαι ακόμα Χρόνος
τότε που όλα θα χουν γίνει ένα, μια διπλή ανάμνηση
διπλή και κατοπτρική μονάδα
με ανθρώπους που δεν ξεχώριζαν
που πριν φύγουν στάθηκαν για λίγο
που ποτέ δεν κατάλαβαν το λόγο της απουσίας
τον βαθύτερο λόγο της απουσίας τους
τις έννοιες δίχως άκρη, δίχως σύνορα
τα παραπληγικά τους δάχτυλα, τα μεταμεσονύχτια γαμήσια
άφραγκοι από όνειρο, δεν είμαι ακόμα Εγώ
το Εγώ που θα 'ρθει, θα με βρει, θα με ταυτίσει με το όριο
το σύμπαν θα σωπάσει, θα 'ναι η ώρα περασμένη
δύσκολα, πολύ δύσκολα κι αμετανόητα θα διαβεί
το πέρασμα το Εγώ,
θα αντισταθεί, μα θα κατανοήσει, θα κατανοήσει
τα εγκόσμια, θα υποκλιθεί στην απάτη
θα υψωθεί
σε βράχια αδιάβατα και
θα ΄ναι η ώρα περασμένη μα ιερή
οι λέξεις θα αποκτούν υπόσταση και θα καταβροχθίζουν τα ανθρώπινα
συντρίμμια, θα μασούν καλά τα υπολείμματα
μιας ανθρώπινης ανάμνησης
και τότε εκείνες οι γυναίκες με τα μαύρα στολίδια
και τις πλεξούδες, με τα μαραμένα δάκτυλα
θα χύσουν αίμα προσμονής, θα ουρλιάξουν φως
θα 'ναι γεμάτες, φουσκωμένες, έγκυοι!
και στα τυφλά θα γεννηθούν οι θρήνοι μιας θυσίας
που κάποτε ωρίμασε, και σάπισε, και πάει
και τότε θα χαθούν έχοντας πάντα στο κεφάλι το όραμα του τέλους
του τέλους του Εγώ που ολοκληρώθηκε
ευτυχία στο Εγώ που έφτασε να εκπέμψει φως, ευτυχία!
κι οι άνθρωποι μισότρελοι και μισοπεθαμένοι
θα συνουσιάζονται στον ύπνο τους με τ' όνειρο
πως κάποτε θα φτάσουν, θα ρθει και γι αυτούς η ώρα
η ώρα που δεν έφτασε ποτέ
μα θα 'ναι όμορφη, γαλήνια, λυτρωτική
θα 'ναι το ψέμα που δεν χόρτασαν να ακούνε
οι άνθρωποι.

μοιάζω με το χορό ενός ηλίθιου ξεπεσμένου αρλεκίνου
που άθελά του ζύγισε τη γη
τη βρήκε λίγη
ζύγισε το νου, τον βρήκε ελάχιστο
που την ψυχή του δεν τη βρήκε ακόμη
που γνώρισε το φως, του φάνηκε έρημο
και το σκοτάδι άδειο
τα πόδια του τρεκλίζουν, άθελά του
αιμορραγεί και ξεψυχάει ανίκητος
που επιμένει να σωθεί, να σηκωθεί
μόνο μην πέσει πάλι κάτω, όχι ακόμη!
να κουνά τα απεγνωσμένα του μέλη
μανιακά και εύθυμα,
ένα ακόμη βήμα
αριστερά
μια στροφή
η μέση να λυγίζει
λίγο
όσο πρέπει...

Τετάρτη, 1 Αυγούστου 2012

για τα ανώδυνα ποιήματα

τα πιο ανώδυνα ποιήματα
όλα εκείνα τα ακίνδυνα
τα γνώριμα
τα τρυφερά, τα γλυκόπικρα
που συνοψίζουν τις ζωές μας
που μιλούν για όλους εμάς
που αναλύουν την ύπαρξη
που κολακεύουν
που παρηγορούν
που προσφέρουν συντροφιά
με στοχασμό, με ειλικρίνεια
και σεβασμό προς τον αναγνώστη
όλα αυτά τα κίβδηλα ποιήματα
τα δήθεν απαισιόδοξα με νόημα
αυτά που γράφτηκαν με σκοπό
συγκεκριμένο, να πουν κάτι, να (επί)δείξουν
να διδάξουν τη ζωή
να αυτοθαυμαστούν και να προσφέρουν
να προσφερθούν σε όλους
να συνοψίσουν, να μεταδώσουν την Αλήθεια
με προσοχή στην κάθε λέξη, την κάθε συλλαβή
τα χιλιοδιαβασμένα, μην και ξεφύγει κάτι που δεν έπρεπε
κάτι δίχως νόημα, κάτι λάθος, τα ποιήματα με αυτοπεποίθηση
και αυτογνωσία, τα πιο ανώδυνα

ω πόσο με αηδιάζουν!
με μια απέχθεια που δίχως να την επιλέξω
με διέπει, με προκαλεί να την αντέξω
χωρίς να βρίσκω τίποτα σε αυτά ακατανόητο
αιχμηρό, δύστροπο, ιδιαίτερο
κάποιο έστω παραλήρημα
κάποιο παραστράτημα του λόγου
ένα σπάσιμο στη φωνή, ένα τσαλάκωμα ψυχής
μια αιμορραγία, ή τουλάχιστον ένα ορθογραφικό λάθος
ένα ακατάστατο μυαλό που φθείρεται
που αποζητά απελπισμένα να ακουστεί
που δύσκολα κανείς θα προσεγγίσει
μα εκείνο επιμένει να αραδιάζει τις ακαταστασίες του
έτσι όπως του δόθηκαν, έτσι όπως είναι ατόφιες
πόσο με αηδιάζει οι στημένη, οι επεξεργασμένη ποίηση
αυτή που αρνείται τη φθορά, που αρνείται τον άνθρωπο
-και κυρίως- που αποδιώχνει το λάθος
πόσο φτηνά αποδιώχνει το λάθος
πόσο φτηνά εκλογικεύει
πόσο φτηνά φτύνει την ύπαρξη

αγαπώ την ακατάδεχτη ποίηση
αυτή που κατά πρόσωπο ορμά, και σπάζει
αυτή που δεν χρειάζεται να αποδείξει τίποτε
ή να δώσει εξηγήσεις
αυτή που γράφεται επεδή το χάος το απαιτεί
επειδή οι μέρες είναι μετρημένες,
αυτή που ο χρόνος την γεννά
αυτή που δεν μπόρεσε να είναι αλλιώς
που πνίγεται μέσα στις ίδιες της τις λέξεις
που πεθαίνει εκείνη ακριβώς τη στιγμή
που χαράζει αιωνιότητες, που ζει γνωρίζοντας
την οδυνηρή μοίρα του ανθρώπου
την ιδιοτροπία αυτή της μοναξιάς,
που αγκάλιασε χίλιες αλήθειες
την κυνική ποίηση
που δεν έχει όρια
που ζει τις αντιθέσεις και δεν τις καμουφλάρει
για να επιβάλει μια επιφανειακή τελειότητα
που κάλπασε πέρα από τις μικρότητες
τους συμβιβασμούς, που ξεσκέπασε πρόσωπα
ξερίζωσε αντιλήψεις, φραγμούς, στερεότυπα, μύθους
που ξέσκισε με λύσσα το χρόνο που παρέλυσε μπροστά στο μεγαλείο που της δόθηκε
που υποκλίθηκε σε μια διεστραμμένη παραίσθηση, μια αυταπάτη
που το ίδιο της το σώμα την αναιρεί και την απελευθερώνει
που αποδέχτηκε την εγγενή σχιζοφρένεια
ως απολύτως φυσική τάση του ανθρώπου
την παράνοια, το έρεβος
-μα επιτέλους κανείς δεν το βλέπει πως πλανιόμαστε στα σκοτεινά δίχως έλεος-
που έτσι ξερά και απροκάλυπτα
ξεστομίζει, όσο πιο χυδαία μπορεί
απάνω στον άνθρωπο
το χειρότερό του
φόβο
το θάνατο
"φαίνεται ότι οι πραγματικά μεγάλοι άνθρωποι πρέπει να νιώθουν σ' αυτό τον κόσμο μια πολύ μεγάλη θλίψη"
Ντοστογιέφσκι, Έγκλημα και Τιμωρία