Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2014

στην άκρη

μας
υποπτεύονται
για φυγόκεντρους
για σχιζοφρενείς
για φοβισμένους

λένε πως θα μας πιάσουνε
με το αδίκημα της απραξίας.

στην οροφή
σε θυμάμαι που χόρευες
ξόρκιζες μέσα μου την αμαρτία

λύγιζες πότε τη μέση
και πότε τα πόδια σου
κι ήσουν αθάνατη για δυο λεπτά.

σε λίγο θα έρθουν
να μας πιάσουνε
με το αδίκημα της απραξίας.

δεν δοκιμάσαμε, λέει,
αρκετά
τις δυνάμεις μας.

δεν φτάσαμε τ' άφταστα
γι αυτό θα μας πιάσουν.

κι όπως χόρευες
χάιδευες νοητά την ψυχούλα μου
μ' άφηνες παράλυτο
κι εκστατικό

κι όπως σε θαύμαζα
δάμαζα την ακινησία
κι οι σκέψεις μου ανάλαφρες
αυτοκτονούσαν χορεύοντας
απ' την ταράτσα.

σε λίγο θα έρθουν
όπως σου είπα, να μας πιάσουνε
αγαπημένη μου.

τόσο εύθραυστη αυτή η σιωπή τώρα
τόσο ιερή
και πένθιμη

πόσο μεγάλη κι αρχοντική
αυτή η κίβδηλη σιωπή
πριν το τέλος.

ησύχασε αγάπη μου
μην κλαις, μη λυγίζεις
μια ζωή χάσαμε μόνο.

απαλά σου χαιδεύω τα μάτια
πορσελάνινη και μαραμένη
σαν κρίνος,
σαν φωτογραφία

μην κλαις αγαπημένη μου

σε θυμάμαι που χόρευες
και γέλαγες και φούντωνες
κι αναστέναζες κι όλα τα ήθελες
και μ' όλα ερωτευόσουν
και μ' όλα τέλειωνες

χαραμίσαμε.
τη ζωή μας λατρεμένη μου.
σκορπίσαμε τις δυνάμεις μας
στον άνεμο.
μ' ένα χαμόγελο και μια ελαφράδα
σαν να σκορπούσαμε σκόνη

μας
υποπτεύονται
για φυγόκεντρους
για σχιζοφρενείς
για φοβισμένους

λένε πως θα μας πιάσουνε
με το αδίκημα της απραξίας.

έρχονται βλέπεις;
όμως δες, είμαστε ψηλά, γύρω αέρας πάνω ουρανός.
δες αγάπη μου όσο
και να προσπαθήσουν
δεν θα φτάσουν, είμαστε ψηλά.

ψέματα

  δες έρχονται.

δυο λεπτά.

δευτερόλεπτα.

σε κοιτάζω και απογειώνομαι

  έρχονται

σε κοιτάζω βουβός κι ανασταίνομαι
  έρχονται
σε κοιτάζω ξανά
για τελευταία φορά
στην άκρη του τίποτα.

error708

κάπου κολλήσαμε.
κάπου βρήκαμε, κάνε όπισθεν

όπισθεν.

κάπου βρήκαμε, σου λέω γάμα το.
γαμησέ το.

να βγω να δω;
κάτσε εκεί που κάθεσαι.

να βγω να δω; μπορεί να χάλασε τ' αμάξι.
όχι σου λέω, σκάσε.

κάνε όπισθεν
όπισθεν.
να βγω να δω, κάπου κολλήσαμε.

τι είναι;
δεν ξέρω δεν μπορώ να δω.
δεν βλέπω, κάτι έπαθαν τα μάτια μου

βγες να δεις.
δεν βλέπω τώρα

σταμάτα
κάνε όπισθεν
δεν μπορώ σου λέω τα μάτια μου
κάνε όπισθεν!
που θα πάμε;

πού πάμε;

χαθήκαμε
πού παμε;
πού είμαστε;

και σου είπα μαλακισμένη
να βγεις να δεις

δεν βλέπω τίποτα

τώρα γάμα το.
γαμησέ το σου λέω.

μου είπες όπισθεν.
όπισθεν κάνω.
χέσε μας.

κάτι έπαθε το αμάξι
τι έγινε;
δεν ξέρω δεν μπορώ να δω

βοήθεια.
φέρε κάποιον, ένα γιατρό
σκάσε.
δεν αντέχω σε παρακαλώ!

σκάσε
όπισθεν.
όχι σου λέω πονάω!
άστο
όχι φύγε!
άστο
παράτα με!
γαμιόλη
βούλωσ' το

πνίγομαι
άστο
όχι πνίγομαι σου λέω.
άστο
μου πιέζεις την κοιλιά
μη
άσε με
μη με σπρώχνεις
σταμάτα το.
όχι άλλο
θα τελειώσουν τα καύσιμα.

πού είμαστε;

και σου είπα.
δεν φταίω εγώ.

ποιος φταίει
κοίτα τι έκανες.

εσύ μου είπες να κάνω όπισθεν.

καριόλα.
παράτα με.
πνίγομαι.
χέστηκα.
πνίγομαι.
στο διάολο, φέρε εδώ.
άσε με
σταμάτα.
στο διάολο, κοίτα τι έκανες
μη με πιέζεις, πνίγομαι!
με κούρασες, βάλε μπρος.
δεν μπορώ θέλω να κάνω εμετό
ξεκίνα το το γαμημένο, κοίτα τι έκανες
πού είμαστε;
μαλακισμένη κοίτα τι έκανες.
άσε με φύγε!
ηλίθια δες πως τα κατάφερες
φύγε!

κραυγή
κραυγή
κραυγή

πώς φτάσα
με εδ
ώ...
το άφησες.
πώς έγ
ινε, εγώ..

όπισθεν.
πόσο πια;
πόσο ακόμα;
όχι άλλο
όπισθεν.
όπισθεν.
όπισθεν.
θέλω να ζήσω.
προχώρα.
πνίγομαι.
όπισθεν.


τελειώσαμε.

error

κάτι σέρνεται
ανάμεσα
και τρώει

οι ρώγες σου
μου ανατινάζουν το μυαλό.

κάτι τραυλίζει
εκκωφαντικά.

το λάθος
με μετράει
τώρα οι τρελοί
που δεν μετάνιωσαν
εύχονται πάλι απ' την αρχή
να μπορούσαν
να επαναπροσδιορίσουν την τρέλα.

κι όσοι μαγεύτηκαν
από μια ιδέα ανυπέρβλητη
από ένα πάθος ανόθευτο κι άπειρο
σκοτώνουν με χέρια τρεμάμενα
κάθε μανιασμένη απόπειρα
να το πνίξουν.

τώρα οι ανένταχτοι
προσεύχονται βουβοί κι ασυγχώρητοι
για μια προσωρινή συνθήκη ειρήνης
με το τίποτα.

απόψε οι πρόσφυγες της αναμονής
χύνουν αρρώστια και αίμα
απ' τις κλειδώσεις
εκπνέουν βλέννα
από νεκρά οράματα.

την έξοδο.

η καρδιά ήχους κραδασμών.

πάλλεται, τώρα η ιδέα.

στα χέρια, σφίγγει και απλώνεται

σφίγγει και απλώνεται.

μαχαιρώνεται, ανάποδες λέξεις

η απώλεια μας μασάει και μας χωνεύει

χορεύει η πτώση, στο χείλος του αύριο

η επιδείνωση, η άγρια νιότη

το ξημέρωμα

ένα λεπτό πριν απ' τη φυγή
βρίσκεται η ανοησία

ένα λεπτό πριν τη ζωή
το έγκλημα.

η γέννα έδωσε
στο δολοφόνο τ' όνομα
έδωσε την πράξη
την επιλογή

η γέννα απορρόφησε
κάθε νεκρή ύλη, η γέννα
έφερε
τον πόνο της αιμορραγίας.

η γέννα τον εγκέφαλο
η γέννα την πολλαπλότητα
η γέννα τον άνθρωπο
η γέννα τον φόνο
η γέννα το θάνατο.

ο εγκέφαλος:
όταν όλοι έψαχναν το δολοφόνο
έπρεπε να τον υποπτευτούν.

η ώρα της μετάνοιας
αργεί, από τότε που χαθήκαμε.

-πότε γεννήθηκες;
-δεν ξέρω, δεν θυμάμαι
-δεν σου είπε η μάνα σου;
-ποια;
-η μάνα σου.
-δεν ακούω
-δεν σε ακούω
-χάνεται το σήμα.

-κάπου ανακυκλωθήκαμε.
-πιστεύεις στο τέλος όλα θ' αλλάξουν;
    ε; πες μου ότι το πιστεύεις..
         θ' αλλάξουν ε;
            κι αν δεν το πιστεύεις τουλάχιστον πες το μου.
-τώρα.
-απάντησε.
-τώρα πρέπει, στο τέλος θα 'ναι αργά αφού θα ναι τέλος.
κι οι ώρες περνούσαν
και τίποτα δεν άλλαζε

κι οι μέρες κυλούσαν
και ποτέ δεν χάραζε

κι οι άνθρωποι προσπερνούσαν
και κανείς δεν σπάραζε



Κυριακή, 2 Φεβρουαρίου 2014

καταβροχθίζοντας

το πρωί
τον άκουγα που άκουγε τις σκέψεις μου
καταβροχθίζοντας
τη νύχτα

το πρωί σκάλιζε τα πόδια μου
επικίνδυνα άνθρωπος
περιεργαζόταν το σύμπαν

το πρωί οι μέρες απέκλιναν
οι μέρες απέκλιναν απ' τη φυγή μας
και μας τρόμαζε

το πρωί όλα ήταν ήσυχα
συμμορφωμένα με τ' απρόσμενο
όλα ήταν ήσυχα

το πρωί χωρίς να μιλάμε
κάναμε έρωτα με κίτρινα δάχτυλα
και δολοφονημένους αστραγάλους

το πρωί όλα ήταν ήσυχα
τόσο διαστρεβλωμένα κι απάνθρωπα ήσυχα
που μας ερχόταν ναυτία

το πρωί μες τις λάσπες και έναν ήλιο
το φως μας δίχαζε
το φως μας δίχαζε

το πρωί όλα φαίνονταν ήσυχα
το φως διέρρηξε το δωμάτιο
καταβροχθίζοντας.

το πρωί ένα μαύρο νυχτολούλουδο
ένα μαύρο πρωί
το νυχτολούλουδο