Παρασκευή, 27 Μαΐου 2011

Γράμμα

Ζηλεύει ο χρόνος, τα κορμιά μας.
Τ' απάνεμά μας όνειρα
Στα χέρια τα κρατώ
ακόμα
κι ανασαίνω
βαθιά στεγνά σιωπηλά
με αυτοσυγκράτηση
και αποθηκεύω τη βαθιά μου λύπη
για μετά.
Για τότε που δεν θα χω τίποτ' άλλο να μου απαλύνει τα μάτια
θα στέκω ώρα πολλή μπροστά στον καθρέφτη
αυτιστικά σχεδόν
κι η γνώριμη μορφή θα σωριαστεί
απότομα δυνατά πένθιμα
κι ο γαμημένος ο χρόνος
θα τρίξει τα δόντια
θα γελάσει ηλίθια.
Τα ζηλεύει τα κορμιά μας
να το θυμάσαι
μα όταν δε θα υπάρχω πια
θα 'ναι σαν να
έζησα όλα αυτά
που λαχτάρισα τόσο πολύ
την ώρα που η σκιά σου
πλησίαζε τα παπούτσια μου
τα πόδια μου, δεν τ' αγάπησα ποτέ
και στ' ορκίζομαι
την αυγή
θα εξομολογηθώ
Μέχρι τότε όμως μην πεθάνεις.
Μην πεθάνεις πρώτος, είναι ό,τι χειρότερο για τον κλονισμένο εγωισμό μου αυτή την ώρα.

Παρασκευή, 20 Μαΐου 2011

ενώ οι κοσμοθύελλες προετοιμάζουν πεισματικά το θάνατό μου

λατρεύω αυτό που θα μπορούσε να είναι η ζωή μου
λατρεύω αυτά που ίσως κάποτε κάνω
λατρεύω τον υποθετκό κι απίθμενο εαυτό μου
κι όλα όσα θα μπορούσα να πω

τ' ασθενικά μου μάτια που δεν βλέπουν στ' αλήθεια
και την ψυχή μου ιερή κι απαρηγόρητη
το χείμαρό μου τον προσωπικό

θέλω να 'ναι για πάντα δικά μου αυτά τα χέρια
κι ας αχρηστεύονται κάθε φορά που προσπαθώ ν' αγγίξω τ' ανέγγιχτα.

Υπάρχει να ξέρεις εκείνη η ώρα
που ο λύκος μου θα καταπιεί τον ήλιο.

Δευτέρα, 16 Μαΐου 2011

Τετάρτη, 11 Μαΐου 2011

Κυριακή, 8 Μαΐου 2011

όλοι σχιζοφρενικοί είμαστε - κι ανόθευτοι

όλοι σχιζοφρενικοί είμαστε - κι ανόθευτοι
ερωτευμένοι με την άρρητή μας γλώσσα
την άρνησή μας - την ανώφελη
και την πικρή ανοησία
που μας δέρνει.

Είμαστε έρμαια των σκιών μας - απομείναμε
μόνοι στη φλέβα των σκυλιών
και ριμαγμένοι από νοήματα - και λέξεις όπως
"τέλος"
στο τώρα, στο αύριο, στο τίποτα.


Στο βάθος ανόθευτοι, στην πράξη σχιζοφρενικοί.

४ ५ ८ ९ ० १ २ Η τελετή ७ ८ ४ १ ६ ५


Με των φωνητικών

Χορδών μου την ψυχή

Τρεκλίζω κόσμους

Μυστικά φτιαγμένους

Από λυγμούς ανείπωτους .

Λαρυγγισμοί στεγνοί κι υπόκωφοι

Κι αυτός ο χτύπος, και πάλι η φωνή.

Κι οι άνθρωποι, από τότε που εφευρέθηκαν

Φοβάμαι να υπάρξω.

Μα κάπου στην ανατομία μου

Αν με ξεκοίλιαζες να βρεις των σωθικών μου τ’ ανήμερα

Δε θα ‘βλεπες παρά μόνο

Έναν πατέρα

Και μια μάνα

Εκείνη στεγνωμένη απ’ τα δάκρια

Εκείνος σιωπηλός στην εντροπία του

Και με φωνές πάλι

Ν’ ανακαλώ

Των χαμένων πια αιώνων

Τη συμπάθια.

Τα άφιλτρα

Αέρα, λίγο αέρα μόνο τίποτ’ άλλο. Να βγω έξω, ο κόσμος μ’ αηδιάζει, τα πρόσωπα, τα λόγια, τα παπούτσια τους, θάνατος, μόνο λίγο έξω παρακαλώ να βγω! Το παράθυρο, το παράθυρο, είμαι στο έλεος του. Όλα περάσαν, περάσαν! Τ’ ακούς; Μια μέρα θα γελάω με τα χάλια μου τα εφηβικά. Μια μέρα θα ξεσπάσω σε γέλια, απροσδόκητα. Θ’ ανεβούν απ’ τον κόρφο μου ως τα τύμπανα των αφτιών, θα τυραννάνε το σώμα μου κι όμως εγώ θ’ αφρίζω από άθλιες σκέψεις. Μόνο μην κλάψεις, μην κλάψεις τώρα! Σε βλέπουν, θα χαρούν, μην κλάψεις. Μάζεψε τα κουράγια σου μέχρι ν’ ανοίξεις το παράθυρο, να πάρεις εκείνο τον αέρα, τον εύθραυστο. Με συγχωρείτε, μα ξέρετε, δεν σας βλέπω, δε βλέπω. Μόνο την κορφή της σκιάς μου να αγγίζει το χερούλι, πλησιάζω, να σέρνω μια εικόνα της θλίψης μου, στα έγκατα της γης πηγαίνω, αφήστε με, σ’ ένα παράθυρο, λίγο αέρα. Κι ο πόνος μου κραυγή, στις δυστυχισμένες σάρκες σας.
Έφτασα , το άνοιξα, έχωσα το κεφάλι μου απ’ έξω, πήρα δυο βαθιές ανάσες κι ύστερα ξανακάθισα. Όλα ήταν όπως πριν, μόνο που στα πνευμόνια μου είχα τον άνεμο που χρειαζόμουν. Και δεν έγινε τίποτ’ άλλο, στ’ αλήθεια, όλοι έμοιαζαν ευτυχισμένοι. Με ανοιχτό παράθυρο η αίθουσα έμοιαζε με ανοιξιάτικο λιβάδι.
Μετά ο κόσμος έφυγε. Έφυγα κι εγώ χωρίς κανένα απολύτως συναίσθημα. Χωρίς καμία συναίσθηση του εαυτού μου, του τι κάνω εδώ, τι έκανα, πόσα χρόνια έζησα και πόσα θα ζήσω ακόμα, την ύπαρξή μου μετρημένη στα δάκτυλα, και την ψυχή μου κόκκινη μεσ’ τ’ άφιλτρα όνειρά μου, τα πολλά εκείνα χρόνια της αιωνιότητάς μου, μιας αιωνιότητας τελείως προσωπικής, τελείως μοναδικής και την αυτοκαταστροφική μου άβγαλτη περηφάνια να τσουρουφλίζεται λίγο λίγο από ανεμόβγαλτες λάμπες πυρακτώσεως. Κι αν έχω ζωή, σίγουρα δεν είναι εδώ. Είναι κάπου αλλού, έξω απ’ το παράθυρο . Ίσως κι έξω απ’ τον κόσμο. Πέρα απ’ τα σύνορα, πέρα απ’ τις σειρήνες των ασθενοφόρων και τις αμαρτωλές ελπίδες των ψηλοτάβανων εκκλησιών. Και σίγουρα πολύ πιο πέρα απ’ τον ασθενικό εαυτό μου.