Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2011

είσαι εκεί για να με μετράς

1. είσαι εκεί για να με μετράς

στέκεις εκεί για να με μετράς
να μου καταλογίζεις τα λάθη
να μου θυμώνεις
και να μου εξηγείς
πως δεν είμαι αυτό που ονειρευόσουν τότε



2. Δέσποινα

δε ζήτησε συγχώρεση
πασπάτεψε λίγο τα χαρτιά
κι ευχήθηκε να μπορεί
τουλάχιστον
ν' ανατριχιάζει

3. τα σκυλιά

τα σκυλιά που μου δωσε ο χρόνος
ή θα τα δαμάσω
ή θα με δικάσουν
με τις άγριες τούτες μασέλες



ΥΓ. οι ρωγμές στο χέρι μένουν ίδιες
τ' αγγίγματα αλλάζουν

Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2011

ύαινες πάλι

ψηφιδωτά γέλια
σκιρτήματα του νου
ακροβάτες
λαστιχένιοι κι αμίλητοι
βρυχάται εντός μου
η χλεύη

Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2011

το αστείο

οι μέρες μου με τρώνε
κι ας είναι δικές μου
είναι αυτή η ηλιθιότητα της φύσης μας
το λάθος, η αμοιβή
το απροσδόκητο αγκάθι
ο προσδοκώμενος θάνατος
που πάντα θα επιστρέφει γυμνός απ' το πάρτυ
κι όλα θα φαίνονται φυσιολογικά
στην αίθουσα αναμονής
δέχομαι, δέχομαι, δέχομαι
οι άντρες με γαμάνε
τ' αστέρια με ζαλίζουνε
η πολλαπλότητα μ' ευνουχίζει
το Εγώ μου σαπίζει
μέσα σε ξεράσματα εφημερίδων
τυλιγμένη με ζωές άλλων
ανθρώπων που δεν έζησαν ή δεν γιατρεύτηκαν
να τυλίγω το νήμα της τύχης γύρω απ' το λαιμό σου
το Εγώ μου μουδιάζει
φτύνει κι απαρνείται τα πάντα
με τρυπάει, με χύνει στο χώμα
σα νερό βρώμικο, σαν αποτυχημένη μελωδία
να σε στολίζω με κατάρες που φωσφορίζουν
λαμπιόνια του Ελέους
στιγμές του Ερέβους
κάποιος με γδύνει αργά
κάποιος με τρώει και ρεύεται ευτυχής
το γύψινο σύμπαν / το παράλληλο, μ' εξουθενώνει
με κάνει μισή
εγώ δέχομαι, ο κόσμος με κλωτσάει
το σπέρμα ανατινάζεται βουβό
μετανιωμένο, που δεν γύρισε πίσω
στη μεταστροφή του χειμώνα
τα σύμπαντα όλα, χορεύουν για μένα
χάρτης πού 'στεψε ανάποδα
πρόσωπο που ξεθύμανε
όπλα που έλιωσαν κάτω απ' το μαξιλάρι μου
σε άπειρα στρέμματα αστείρευτου πάθους
και καμιά μεταμέλεια,
γρατζουνάω τα όρια με μανία / με κόλαση
διορίζω τους αγγέλους μου
απλήρωτους τους έχω, κάνουν ανταρσία
τού στριψε / τού στριψε, τώρα χαροπαλεύει
μια αράδα νόμιμης υποταγής
μια μπουγάδα συναισθημάτων
απλώνω την ψυχή μου - φύλλο για την τυρόπιτα
λέξεις για ν' ακουστούν
εκρήγνυνται
ένα βήμα πιο κοντά στην αλήθεια σου
με φέρνει εκατομύριες ζωές μακριά απ' όλα
(όσο γράφω στερεύω)
ο σκόρος της διάνοιας θα δείξει το τίμημα
δεν ήξερε την ενοχή της καρδιάς μου
-είναι ενοχή η ύπαρξη;-
θα αποκαλύψει το τίμημα
για όλη τη βλέννα που μάζεψε το αιδοίο μου
για όλα τα χάδια που με ξεπέρασαν
που δεν ήταν για μένα
αλλά για την παράνοια της φύσης μου
την ντροπή / η ντροπή
δεν φτάνει
τίποτα δεν φτάνει
ανατριχιάζω
βλέπω τη βρομιά
"είσαι μια χούφτα λάσπης που πάλλεται μέσα στο βούρκο των αναμνήσεων"
από την άλλη ζωή που δεν έζησες
από μιαν άλλη ζωή
κάποτε κάποιος είπε ότι όλα είναι μια μεγάλη απάτη
πως το σπέρμα το εμπόδισε μια κραυγή ανεπιτήδευτη
ένα γέλιο τρανταχτό, σπάσαν οι δεσμοί, χύθηκε αίμα
το ωάριο διαλύθηκε σε χίλιες άμαξες αγγέλων που σκόρπισαν στον ορίζοντα
και μύριζαν θάνατο
η διαστροφή που με διέπει
τα σύρματα που με τρυπάνε
όλα, όλα καταλήγουν
σε μια αχαλίνωτη ανάγκη για επιβίωση
τώρα νεογέννητοι φρύνοι θρηνούν ανήκουστες μελωδίες
απόκοσμη ακοσμία, στο έλεος της γης
μόνο της γης και της σιωπής
που θα ρθει καθαρτήρια να επουλώσει τα ανεπανόρθωτα
που θα ρθει, να φέρει θεούς ανάστροφους
με κεφάλια από λάσπη
τα μάτια της δράκαινας ησυχάζουν
κι ήταν όλα μια πεθαμένη φωτογραφία
το Εγώ που κατέστρεψε το φιλμ
το Εγώ που χάθηκε σε μια ανελέητη κοσμοσυρροή
το Εγώ που συρρικνώθηκε για να χωρέσει
το Εγώ που ασφυκτιούσε, το Εγώ που δεν χώρεσε
το Εγώ καθρεφτίζεται σε κάτι ανεξήγητα λευκό
οι άνθρωποι γρυλίζουν μέσα μου
το κατακάθι τους πέφτει ατόφιο
λιώνει και σκληραίνει τον πυρήνα
τα στήθια μου είναι γεμάτα γάλα
τα στήθια μου είναι γεμάτα ζωή και ηδονή
η ομορφιά, δεν έρχεται
(όσο γράφω στερεύω)
η ομορφιά σε κόβει στα δυο
της λείπει η ασχήμια, της λείπουν ρυτίδες
διχασμένη ομορφιά, ανάκατη με δώρα θανάτου
με δώρα παστρικά, με δώρα πένθιμα
κι όλα μαζί στοιβαγμένα
σ' ένα ποτ πουρί αηδιαστικό
μα τόσο δικό σου που σε κάνει να κλαις.


κάποιος είπε ότι όλα είναι μια μεγάλη απάτη
κάποιος κατάλαβε και αποχώρησε νωρίς


όσο γράφω στερεύω
ή απλώς αστειεύομαι.

συλλογή

μαζεύοντας τραύματα
μικρά και μεγάλα
χρωματοστά και ασπρόμαυρα
έκανα συλλογή

Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2011

ραμμένη για τον αιώνα

κάποιος μ' έραψε για τον αιώνα
και μου φόρτωσε δεκαοκτώ βράχους στην πλάτη
απάνω μου να με βαραίνουν
σα σκιές αγίων, σαν ευχές περαστικών.

αντιγύρισμα, στα όσα εζησα
οι λέξεις που πλαντάξαν
και λίγος Θάνατος.

έπρεπε να περάσουν δεκαοκτώ χρόνια για να παραδεχτώ
πως ήμουν τελειωμένη.

Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2011

ο καιόμενος

Κοιτάχτε μπήκε στη φωτιά!
είπε ένας από το πλήθος.
Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα.
Ήταν στ’ αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο,
όταν του μιλήσαμε.
Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια.

Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου.
Είμαι από τη φύση μου φτιαγμένος να παραξενεύομαι.

Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος;
Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;

Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι.
Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις, μου είπαν.

Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος.
Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο.

Γινόταν ήλιος.

Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές
άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε.

Ο ποιητής μοιράζεται στα δυο.

Τ. Σινόπουλος

Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2011

το χέρι

πεθαίνεις
δεν το βλέπεις;
τρυπάς
τρυπάς
ξεφουσκώνεις
λιώνεις
δεν βλέπεις πια
αυτά που έβλεπες
μόνο σκορπάς
αίμα.
μυρίζεις θάνατο
μυρίζεις
καμένο χώμα
γυρίζεις
στο χώμα.

ένα χέρι
ηρθε να σε πάρει
απαλά
χωρίς
πληγές
ανάθεμα
ή σκόνη.

ένα χέρι
σε στόλισε
με φωτάκια
γνώριμα
εφηβικά
παλιά
αναλλοίωτα
με αφόρετα
φτιασίδια
χρώματα
χιλιάδες
αντιπυρετικά
κι άλλα τόσα
δρομολόγια
άχρηστα
και απίστευτα

ένα χέρι
κρατάει
όσα έγιναν
κι όσα δεν έγιναν
στου χρόνου
το μαστίγιο

ένα χέρι
γέρνει
σ' εσένα
να σε γεμίσει
με φως
να σ' αλαφρώσει

θα θελα να χα
χίλια αποσιωπητικά
και αμέτρητες
αφισοκολλημένες
ελπίδες
στους τοίχους
της καρδιάς
μα είναι αργά
πολύ αργά.



μην ξεχάσεις
ότι κάποτε
υπήρξες
έστω κι αν ποτέ
κανείς
και τίποτα
δεν σε γιάτρεψε.

Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2011

Lonely as the sound of lying on the ground of an airplane going down.



τώρα, τώρα
παγωμένη εποχή
σε μια ριτίδα λάσπης
σε μια χρονορωγμή
αποστάζω την αιτία.

μίλησε, μίλησε
ν' ακούω τα ψιλαφίσματα
της γης το παράπονο
του ανέμου την ιαχή
του θρίαμβου τη λήθη

ξέρω, ξέρω
οι μέρες αντηχούν
σα σύρματα που φλέγονται
σαν μουσικές ελπίδες
που γρατζουνάνε λίγο λίγο
το σώμα

πάλι το χώμα
πάλι αυτή η σειρήνα
του ασθενοφόρου
που κουβαλάει αρρώστια
πάλι αυτή
η ανεμοβλογιά
που σέρνεται σαν
ευλογία του ανέμου
που τεντώνει τις χορδές
της ψυχής απαλά
δοκιμάζει τα όρια
πάλι οι συναρτήσεις
οι αναρτήσεις
οι ασυναρτησίες
της αγάπης
που σπρώχνουν
το μαύρο
ν' απλωθεί
μέσα βαθιά
στην ελλειπτική τροχιά
που χαράζουμε
στον αιώνα.

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2011

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2011

λερωμένη

το χειρότερο δεν είναι
ο άφταστος μύθος

το χειρότερο είναι
όταν ο μύθος καταρρέει...

πάλεψα χρόνια
για να σβήσω απ' τη γλώσσα
τη σιωπή μου
που με κένταγε λίγο λίγο
με μαδούσε

άχρηστες λέξεις άφησα πολλές
όλες παρόμοιες πάνω κάτω
με την ίδια χροιά, το ίδιο δηλητήριο
σε κάθε συλλαβή
να στάζει λίγο λίγο
στη ζωή μου

αλλά με λέρωσαν πιο πολύ
τα "δυνατά αισθήματα"
όταν νόμιζα πως άγγιζα ορίζοντα
πως λίγο ακόμα, και θα έφτανα
τ' ανείπωτα να νιώσω.

μου έλειπες
και δεν ήξερα
πως ήσουν εσύ
που αδημονούσα.

όλα όμως έγιναν πραγματικότητα
και η πραγματικότητα είναι αυτή
που κάνει τη σιωπή μας να λιώνει

άμα σ' είχα ποτέ αγαπήσει
θα σ' έβριζα που με άφησες
θα σε βαρούσα, θα τσίριζα
θα κυλιόμουν στο χώμα
θα αρρώσταινα για μέρες
θα τρέκλιζα.

κι άμα σ' είχα ποτέ αγαπήσει
δεν θα φοβόμουν να λερωθώ μαζί σου
στο χώμα, στη λάσπη, στο φως
θα σου έδειχνα την γρατζουνισμένη μου πλάτη
θα σου πίεζα το στήθος με αθωότητα
δεν θα μ' ένοιαζε
αν τα μαλλιά μου είναι όμορφα
ή πατικομένα, αν πετάνε οι τούφες
θα σε πήγαινα στην άκρη του κόσμου
μόνο και μόνο για να σου χαμογελάσω
γυμνή, απελευθερωμένη από μένα,
μόνο για εσένα
και να με δεις, ν' ανατέλλω
μπροστά σου, σαν γόνιμη γη
από ατόφιο χώμα.

αν σ' είχα ποτέ αγαπήσει
θα σου έδειχνα το χειμώνα μου

με μάτια κλειστά
δεν θα μ' ένοιαζε ο κόσμος
ούτε αν μας λήστεψαν στο περίπτερο
ούτε αν η ταινία ήταν μάπα
ούτε αν κάναμε δυο φορές τον κύκλο
για να φτάσουμε σπίτι σου.

θα σ' αγαπούσα παντού,
αν σ' είχα ποτέ αγαπήσει.





τώρα που δεν υπάρχει αγάπη
υπάρχει πολιτισμός.

και η σιωπή,
ανήκει μόνο στην ποίηση.

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2011

η στριγκλιά


δεν μπορούσε ο ύπνος να γιάνει

τόσες πληγές
δεν μπορούσε η ψυχή μου να συμμαζέψει
τόσα ερείπια

δε βρήκα δύναμη να ζήσω
αλλά βρήκα δύναμη να ουρλιάξω
ή να ονειρευτώ



εκεί που μέναμε, στην άκρη του χρόνου
όλα ηχούσαν σουρρεαλιστικά στ' αυτιά μας
για να ξεπλύνουν αμαρτίες με λάθη
-κι άλλα λάθη-
μέχρι να σβήσουμε με τρόπο φρικτό.

Το ουρλιαχτό είχε ξεκινήσει απ τα χαράματα
οι γειτόνοι κόντεβαν να πεθάνουν απ' τον πονοκέφαλο
οι ωτοασπίδες δεν είχαν ανακαλυφθεί ακόμη
και στο τετράγωνο μπαλκόνι γυρίζαν σαν τις σβούρες
-τρεις γυναίκες.

Από μέσα, ακουγόταν ένα γυναικείο σκούξιμο
που σταματημό δεν είχε, βαθύ και διαπεραστικό
παρατεταμένο κλάμα, αιμορραγία ψυχής, στριγκλιά που δεν έπαυε
καταραμένο σούρσιμο, ποιος ξέρει τι στο διάβολο ήταν.

Τα παράθυρα ήταν ερμητικά κλειστά
και χαραμάδες δεν υπήρχαν στους ξεφλουδισμένους τοίχους
σε σημείο που αναρωτιόσουν
πού έβρισκε τον αέρα αυτό το πλάσμα
και συνέχιζε το αθλιο τραγούδισμά της

Οι τρεις γυναίκες, τριγυρνούσαν ανελέητα
γύρω γύρω απ' το σπίτι μανιασμένες
κόντευαν να λιποθυμίσουν
ενώ η τρομερή στριγκλιά δεν σταματούσε

Στον επάνω όροφο
καθόταν ένας γέρος
που άπλωνε ατάραχα μερικά σώβρακα
ήταν κουφός ο άμοιρος
και συνάμα τόσο τυχερός - εκείνη τη συγκεκριμένη ώρα
δεν είχε πάρει είδηση τίποτα.

Ξάφνου, μια απ' τις τρείς γυναίκες
βρήκε τη λύση
προσπάθησε κάτι να ξεστομίσει, αλλά μάταια
-δεν ακουγόταν.

Τότε με νοήματα
έδειξε στις άλλες δυο μια σκούπα
αφημένη δίπλα σε μερικές γλάστρες
κοντά στο κάγκελο
την πήραν κι ανοίξαν ένα παράθυρο

Το ουρλιαχτό έμοιασε ξαφνικά
διπλάσιο, κι αναρωτιόσουν πάλι
πώς θ' ακουγόταν μες το ίδιο το σπίτι

Η μια απ' τις τρείς ανέβηκε σ' ένα σκαμνί
εντόπισε τον υπαίτιο του απέραντου θορύβου
κι άρχισε να κοπανάει μ' όλη της τη δύναμη
φωνάζοντας στον παππού που άπλωνε ακόμη
τα σώβρακα
"γέρο! να το θυμάσαι πως εσύ το κανες!
εγώ αυτή τη σκούπα, μόνο για να σκουπίσω άγγιξα!"

γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ,
γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ,
γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ,
γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ,
γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ,
γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ,
γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ,
γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ,
γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ,
γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ,
γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ,
γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ,
γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ,
γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ,
γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ,
γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ.

είδα τα αίματα
να βγαίνουν από κάτω
οι άλλες δυο σχεδόν χειροκροτούσαν
η τιμωρία είχε παραδοθεί
ξανάλαμψε η γαλήνη
στον τόπο.

Σώσον κύριε τον λαόν σου
και ευλόγησον την κληρονομίαν σου

ξύπνησα
χωρίς να έχω σωθεί,
χωρίς να έχω λησμονήσει,
χωρίς να ξέρω τι ήθελε να μου πει
το όνειρο της στριγκλιάς,
χωρίς να ξέρω τι θέλει
η ζωή από μένα

Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2011

χαμογελώ σημαίνει
γελώ με το χαμό μου.

Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2011

και λοιπά, και λοιπά

χιλιάδες χαρτιά ανέσεναν
στο αυτί του ποιητή
η ώρα εχε περάσει
έπρεπε να τελειώνει με αυτό

"λοιπόν" τους είπε με φωνη
βραχνή και κάπως αγριεμένη
"θα γίνει απόψε, σε μερικά λεπτά
θα καήτε"

"είστε
χρόνια που λαχτάρησα
και δεν ήρθαν"

"είστε
μια χούφτα στιγμές
που δεν συνέβησαν ποτέ"

"είστε μερικοί
κουρνιασμένοι φόβοι
στο σβέρκο μου"

"είστε άνθρωποι
που πέθαναν καιρό
και που προσπάθησα, μάταια,
να αναστήσω"

"είστε χαμένα λόγια
λόγια ζωής, λόγια φθοράς
λόγια απελπισμένα"

"πάνω στη φουρτούνα
γεννηθήκατε νόθα, μπάσταδρα
που δεν σας αναγνώρισα ποτέ
που ποτέ δεν σας δέχτηκα"

τελείωσε το λογύδριο του
και με αργές κινήσεις
πασπάτεψε λίγο τα φύλλα
τα χάιδεψε.

όσα συνέβησαν
από κει και ύστερα
ήταν ψέμα.

ο ίδιος γέλασε πολύ
κατόπιν παραδέχτηκε
πώς τίποτα δεν μπορεί να τελειώσει
μπορεί όμως να λιώσει
σαν να μην ήταν
ποτέ τίποτα.

ΥΓ. και λοιπά, και λοιπά

Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2011

διαστροφικές σκάλες

διαστροφικές σκάλες προχωρούν στο τέρμα ενώ
οι κούφιοι βιάζουν τους έρωτες με αρκουδάκια
οι τρομαγμένοι γιορτάζουν μια στιβάδα ερείπια
οι χαλασμένοι τρέμουν στο γκαζόν τις προσμονής
οι πεζοί πέφτουν απ' το χάρτη στην άλλη διάσταση
οι σαδιστές φωτογραφίζουν τα μαχαίρια στη σειρά
οι ανεγκέφαλοι αλλάζουν χρώμα μαλλιών,
-η ποιότητα μυαλών δεν είναι στη μόδα-
η ιστορία αιωρείται στις αίθουσες της αγάπης και της μάθησης
τα λεφτά δείχνουν τη μετριοφροσύνη τους
οι όμορφοι ανεμίζουν στα κατάρτια λόγχων
ακάθεκτοι, αισιόδοξοι και ανανεωμένοι

τι άλλο θα δούμε
τι άλλο θ' ακούσουμε
αναμενόμενες επιταγές
το τέρμα αργεί
ο χρόνος εκβιάζει
ο χάρος παίρνει φακελάκια
τα πάντα σπρώχνουν
τα πάντα κυλάνε
προς το μέρος μας.

Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2011

καταδίκη

κατά μήκος της ακτής
δυο στενά δίπλα απ' το όνειρο
χαραμάδες αδειάσανε
ήπιανε όλες τις τεκίλες
χορέψανε μ' ένα μαντήλι στο μέτωπο
οι πλεξούδες της τους έδεσαν
το γέλιο του τους καταδίκασε
στη φυγή.

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011

τρύπιες τσέπες

οι γνωστές αλήθειες που δεν σοκάρουν πια κανέναν
είναι οι στίχοι, που βαρεθήκαμε να βλέπουμε
από ένα λάθος γεννήθηκε ότι πιο όμορφο
από τη σκόνη έπεσε φως κι αναστηθήκαμε

δεν τρέφω αυταπάτες, τουλάχιστον σε αυτό:
η ποίηση δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο
η ποίηση όμως μπορεί να αλλάξει εμάς που ενυπάρχουμε
τα λόγια δεν είναι ονειροπαγίδες, αλλά γραπώνουν τις στιγμές
με απόχες και τις ξεφλουδίζουν αργά
καμιά φορά αποτυχημένα, μα μες την αποτυχία αυτή
κρύβεται ίσως το θείο δώρο
την ασχήμια μου θέλησα να κάνω μελωδία
για όσους νιώθουν την ανάγκη να ακούσουν
να ξεφλουδίσω όσο μπορώ την ευτυχία, την αλήθεια
δεν έχει σημασία αν λυτρώθηκα
εγώ μπορεί και να πεθάνω γεμάτη ενοχές για μενα
με αγκάθια σφηνωμένα βαθιά σαν ρίζες δικές μου
να με τυρανάνε χωρίς έλεος
δεν είναι όμως αυτό απαισιοδοξία, ούτε εγωισμός
ίσως και να χει μια δόση απ' τον Νάρκισσο
μα κάτι με σπρώχνει να δω πέρα απ' αυτό, να δω ορίζοντα
έναν ορίζοντα, τόσο δικό μου, και συνάμα τόσο παγκόσμιο

είναι η ανάγκη που μας τρέφει, η ανάγκη
να μπορούμε να κλαίμε, όχι από μιζέρια
μα από συναίσθηση του ευατού μας, της φύσης μας
να ανατριχιάζουμε ακόμα με εκατομύριες ιστορίες
που ανθίζουν στο χώμα, με όλα αυτά που δεν μπορούμε να πούμε
με ένα θρόσιμα, ένα στενό στα περίχωρα, μια εικόνα
να πονάμε, όχι για να πονέσουμε
μα για να ζήσουμε τη ζωή απ' την αρχή, να ξεφλουδίσουμε
ό,τι χαλασμένο πέφτει απ' την ανθρώπινή μας ψυχή
να χαράξουμε το παρόν μας με φωνές που τρέμουν, μα αντηχούν
με λαρυγγισμούς που δείχνουν το αύριο σαν ουρλιαχτό
το μετά σαν ίσκιο του αιωνίου

οι λέξεις, είναι τόσο αδύναμες, από μόνες τους
τις έχουμε στην τσέπη, δεν σοκάρουν κανέναν.
Πόσοι όμως καινούριοι κόσμοι ανοίγονται,
σε μια τέταρτη διάσταση
ζουν δίπλα μας, κι εμείς τους χάνουμε,
φεύγουν απ' τα μπατζάκια μας, σκορπίζουν στον αιθέρα
μυρίζει η πλάση καμένο χώμα
έρημοι μέσα στους έρημους, κι ολα γυρίζουν διαστροφικά
ανελέητα, και κυκλώνουν το Τίποτα.

ταφ ταφ ταφ ταφ τρύπιες τσέπες του τιποτα λοιπόν, έφυγε κι αυτή η ανάρτηση
λίγο ατημέλητη, λίγο ασθενική, λίγο αλλοπαρμένη, λίγο ρομαντική
έφυγε απ' τα χέρια μου, θα θελα να μαι πιο κυνική με τις λέξεις
μα είπαμε είναι αδύναμες, δεν τους θυμώνω,
μπορούν όμως να γίνουν τόσο απέραντες αν τις απλώσεις,
σκαλοπάτια για μια άλλη ζωή,
ζήστε την πριν κοπάσουν οι άνεμοι.

Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2011

μεταδοτικόν

μια λέξη - φραγή, ιερή τύφλωση
στο μυαλό, οι άνθρωποι ερωτεύτηκαν
οι άνθρωποι ερωτεύτηκαν και χάθηκαν
γιατί ερωτεύτηκαν οι άνθρωποι;
δάκτυλα ανήσυχα στο κομοδίνο
ψαχουλεύουν στο σκοτάδι χαρτομάντηλο
έκλαψαν ή έχυσαν
δεν έχει σημασία
μια λέξη ιερή -μια λέξη φραγή
πάντα θα λεηλατούνται
οι πύλες μας
πάντα θα φαντάζουν τρομερά το ξόρκια
όμως
δεν είμαστε παρά μόνο λέξεις
και ζούμε ψαχουλεύοντας νοήματα
μέσα μας.

Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2011

ενώ λοιπόν είμαι άρχοντας / κι είμαι φτιαγμένος για τη διασκέδαση / η φύση με βάρυνε με τη μοίρα / να σκέφτομαι δραματικά / να μην ελευθερώνομαι ποτέ από κάτι που κάνω / και αιώνια να δίνω λόγο για τις πράξεις μου / στην ανάγκη και μόνον αυτό / κάνει έναν άνθρωπο άνθρωπο / και μονάχα αυτές οι μαύρες σκέψεις / κάνουν αυτή την τάξη που ανήκω / αθάνατη.

Νίκος Παναγιωτόπουλος

Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2011

ποίηση

ποίηση είναι
να τυπώνεις τον εαυτό σου
σε χιλιάδες φωτοαντίγραφα
πάντα θα βγαίνει κάτι λάθος
θα ξανατρυπήσεις την ψυχή σου
θα ξαναβγεί το αίμα στο χαρτί

ποτέ όμως δεν θα βγει
το κατράμι ατόφιο
πάντα σε συσκευασία
δώρου θα διανέμεται.

Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2011

πνεύματα στους πνεύμονες

κάποιοι περπατάνε μέσα, τους ακούς;
λένε ένα ένα τα λόγια με προσοχή
σχίζουν ο ένας του άλλου τις ψυχές
και τις πετούν πιο μέσα με γάντια μιας χρήσης
ακους; τα πόδια τους στη σπλήνα
σα μικροί φραγμοί που προέκυψαν από λογάριθμο
μιας χρήσης, μιας ζωής.

"δεν ανακαλύφθηκα ακόμη"
κι εσύ ακροβατείς τώρα στα ανεμόπιαστα
ψάχνεις αιτία για όλα αυτά,
"δεν υπάρχω, τ' ακούς;"
πεισματωμένος να την πείσεις πως ζει κάπου
στον Κόσμο τον ανάποδο
κι έρχονται πάλι τα Πνεύματα
από μια άυλη εικόνα, και φωνάζουν στ' αφτί σου
φωνάζουν τώρα, τους ακούς;
το βήμα τους γίνεται άπιαστο
δεκανίκια αναπνοής.

Δε θα μιλήσω για έρωτες.
Κάποιοι περπάτησαν εδώ, κάποιοι δεν υπήρξαν ποτέ.
Εσύ τους άγγιζες έναν έναν και τους ρώταγες
"Έχει δυο πόδια, δυο χέρια, δυο ρώγες, δυο μάτια. Είδατε κάποια που να της μοιάζει;"
Και το αίνιγμα εξαπλωνόταν στον πλανήτη, όλα τα Οινοπνεύματα ένα ένα περνούσαν, φεύγαν από μπροστά σου, καμία απάντηση.

Γι' αυτό τα αγαπούσες, δείχναν πάντα το άγνωστο, ερωτικά ερωτηματικά
κάτι μες τη ζωή, τα πάντα έξω, κόλαση παντού, φωτιά στους δρόμους.

τόσοι πεινασμένοι στίχοι
τόσοι αγαπημένοι ήχοι
τόσα άγραφα ιερά λόγια
ατόφιων κοιτασμάτων αγάπης


άγραφα

αλλά αγάπης.

Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2011

θηλιά

Ανακυκλώνω την ψυχή μου
σ' ένα γλέντι διαρκείας
υπάρχω στο βράχο
χωρίς υπόσταση
στο τέρμα της πόλης
με μια ιδέα

Αναιρώ τη φύση μου
αρνούμαι, κάνω εμετό, απογυμνώνομαι
γελάτε με τα πεταμένα
εντόσθιά μου
ασχημαίνουν το δρόμο
που θάβετε τις ελπίδες σας

Πάντα θα ακυρώνω
τον εαυτό μου
και θα χαράζω δρόμους απαράβατους
καμία ποίηση
δεν αγαπώ
καμιά ευχή δεν με γλυκαίνει
η ζωή βαμμένη με λέξεις
που μισείτε, που διώχνετε
λέξεις που φθείρουν και φθείρονται

Ανακυκλώνω την ψυχή μου
επιδεικτικά και με πείσμα
σαν λέξη που ξεψυχάει μπροστά
σε χιλιάδες πόδια
που δεν περπάτησαν ποτέ
πάνω στο σχοινί
αλλά ξέρουν να λιώνουν μυρμήγκια
από άποψη

Θ’ αναζητώ συλλαβές που σπάζουν
να φτιάξω χώμα για να θαφτείτε
μέσα μου λιώνουν οι στοές ανομολόγητα
έξω ουρλιάζουνε οι χρόνοι
και αυτός ο απέραντος
χιλιοραμμένος κόσμος σας που βγήκε
από τη στάχτη του Τίποτα

Όχι άλλοι συναισθηματισμοί
ελεηθείτε την ύπαρξή σας!
τα χρόνια δεν τρέφουν συμπόνια
τα χρόνια μας αφήνουν παράλυτους

Περπατώ με μιαν αλήθεια
δεμένη στο σώμα
τη σέρνω από πίσω μ’ ένα σχοινί
με βλέπετε, μα δεν βλέπετε

και τι μ' αυτό;
"τόσα σχοινιά λατρέψαμε
και μείναμε μισοί απ' ό,τι πιστέψαμε"

Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2011

εραστές

κάποιος ήρθε καβάλα σ' ένα μονόκερο
κι έφυγε κουμπώνοντας το παντελόνι του

ο άλλος έφτασε λαχανιασμένος, σκόνταψε
κι απόκαμε πριν γευτεί, έμεινε με το ταξίδι στο χέρι

εκείνος που δεν άγγιξε τίποτα
εκείνος που άγγιξε τα πάντα νοερά

αυτός που ξεστόμισε λέξεις ιερές
και κάηκε στην κόλαση

καθένας κάπως ανατινάχτηκε
με μια ελπίδα σκόνης

Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 2011

ο περαστικός (3)

εκεί που μίλαγα αχαλίνωτη για κάποιο χάος
με σταμάτησε και μου ζήτησε ευγενικά να δέσω το κορδόνι μου
"θα πέσετε Δεσποινίς"

κάτι που κάποτε ίσως μελοποιηθεί

Λυπήσου τη μητέρα σου
Λυπήσου τη ζωή σου
Κράτα όσα σε βαραίνουνε
Και καν’ τα προσευχή σου

Κράτα παρηγοριά στερνή
Το φως του ιχνηλάτη
Κι αν σου στερέψει η αντοχή
Πάλι θα υπάρχει κάτι

Στις άκρες των δακτύλων σου
Στο κέντρο της αβύσσου
Υπάρχει κάποια σιγαλιά
Που ακούει την κραυγή σου

Μ’ αν ποτέ κλάψει η χαραυγή
για τα δικά σου μάτια
Πριν ξημερώσει τράβηξε
για άλλα μονοπάτια

Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2011

λεπτομέρεια

αυτός
που ζήλεψε κατάρα
και το θάνατο ένιωθε
οι μέρες
τον τρυπούσαν
σαν βροχή
και βάλσαμο μαζί

ο περαστικός (2)

κύριε
οι δρόμοι σας, επιλέγουν τη φυγή
γιατί, προχορείτε σκυφτός, κι αφήνετε τον άνεμο
να σχίζει τα μανίκια σας
και πάλεστε ανελέητα
στις άδειες τούτες εποχές;

κύριε
η μέρα αφήνει δροσιά στα παπούτσια
μα το κρύο καρφώνει τα κόκκαλα
μπαίνει στο αίμα και φυτρώνουν ελπίδες
γιατί να ταλαιπωρείστε
άδικα μέσα στην άγρια νύχτα;

κύριε
σηκώστε ψηλά το βλέμμα
κοιτάξτε με στα μάτια,
είμαι νέα, είμαι όμορφη μ' αγαπούν όλοι
μα θέλω να πεθάνω
γιατί δεν υπάρχει τίποτα πέρα από σας και
το περπάτημά σας
για μένα, με κάνει ευτυχισμένη.

ω κύριε
με κάνετε τόσο ευτυχισμένη
και ασύλληπτα υπέροχη, μοναδική
κοιτάξτε με καλά, μην κρύβεστε μην ντρέπεστε
μην με φοβάστε -εγώ θα έπρεπε να φοβάμαι-
όμως δείτε με, δείτε με τώρα
με διδάξατε κάτι σπουδαίο κύριε
καλό σας ξημέρωμα.

καληνύχτα στο φάρο

τι αρ
μωνικά
που α
πλώνε
ται το
χάος
μπρο
στά μου


δυο κύμα
τα αφρί
σαν κι
έσβη
σε τ'
αμόνι


συλλα
βιστές ζωές
με ή
χους και
κατά
ρτια


κάνα
με έρω
τα και
σύμβα
ση το
τέρμα

καμι
α απερ
αντοσύνη
δεν δρό
σισε τα
φυλλο
κάρδια

Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2011

οι ξεχαρβαλωμένοι πιανίστες
ή τα απομνημάρια


Ξάφνου,
βρέθηκα να πετάω στιγμές απ' το μπαλκόνι
κι άρπαξα τη φύση απ' το μαλλί
της είπα να συμμορφωθεί
και να μη φτιάχνει άλλα δέντρα
"πήξαμε στα δέντρα καλή μου
αλλη δουλειά δεν έχεις;"

μετά από χρόνια, στα δεκαεφτά μου
είδα ένα φόβο, ζαλισμένο, καταπράσινο
και δεν άφησα τα μάτια μου να λησμονήσουν
όλης της γης τα δέντρα
με αυτά τα χάη απάνω τους
σαν ίσκιους, χωρίς φύλλα.

εκατομμύρια μέρες χωρίς να αγγίξω λέξη
χωρίς να αρθρώσω χάδι, ή ανάθεμα
βρήκα τους ξεχαρβαλωμένους πιανίστες
με τα δάκτυλα μπηγμένα στις νότες
να τις παρακαλούν να μείνουν, να γραφούν
σε κάποια μονοπάτια της Ιστορίας
ή έστω σε μια παρτιτούρα σκόνισμένη

στο γέρμα της αυτοκτονίας
πέρασα μες τις λάσπες των ανθρώπων
ερωτευμένη με τα πρώτα μου φωτόνια
τα τρυφερά αδέσποτα φιλήματα
μαστουρωμένα με πικρό αλεύρι, μοσχοάλευρο
και μουσικές αλλόκοτες με χρόνια ραμμένα
πάνω τους, εφηβικά και πένθιμα

[...]

Δεν ξέρω πώς την πέρασα την εφηβεία

κι αν όσα κέρδισα είχαν καμια αξία
ή όσα έχασα ουρλιάζανε για μένα μισοσκότεινα
κι εγώ τ' απόδιωχνα χωρίς να ξέρω

μα βγήκα ζωντανή και υπερήφανη
χρόνια τώρα καρφιτσωμένα,
αφόρετα και αφόρητα,
και λαχταρώντας με ορμή τα ανεμόπιαστα
ασήκωτα μυροβαμμένα βράδια

μια μέρα σουρρεαλιστικά θα πετάξω απ' το μπαλκόνι
κοκκινοφόρετες μοναξιές τώρα
οι στιγμές θα βγαίνουν απ' το χώμα
θα χουν φυτρώσει γκρίζα νεύρα και λουριά
και ρίζες πορφυρές πάνω απ' τις στάχτες.

ανεστραμμένα περίστροφα

κάπου στον ώμο
πίσω απ τα αφτιά
σοβάρεψες, μοίρα
του Κερατά



μέσα στο χέρι
ή στο μυαλό
κανείς δεν ξέρει
το που θα βγω



όμως το δάσος
είναι βαθύ
και τα κορμιά μας
αειθαλή

Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2011

της γης παράγγελμα

το έλεος, θα δίνεις με φειδώ στον ορυμαγδό της Κυριακής
μα τα χαράματα, θ' αλλάζεις προσκεφάλι.

Δεν ξεχωρίζει ο Διάολος
τι να το κάνεις.

της γης παράγγελμα και λόξα
να πρασινίζει πάντοτε το τέλος καθώς φτάνει.

κάποτε φεύγουν οι λύκοι, και δεν μπορείς να κοιμηθείς ξανά
δύσκολα μέρη να περνάς, να ουρλιάζουν οι τσιγγάνοι








είναι στιφό, και δύσβατο σαράκι
να ξεμακραίνεις λαθεμένη ώρα

Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2011

κέντημα

Των τρελών τ’ αστεία
Είναι τα πιο σοβαρά ζητήματα

Κι όσα δεν έχουν αιτία
ενέχουν ότι πιο όμορφο ζήσαμε


Θα ξεθάψω αλήθεια απ' την ψυχή, χιλιάδες φορές
και πολλές ιστορίες στα πόδια με σπάγκους θα δέσω
μήπως και στραφούν στο φως τα αγκάθια

το πεπρωμένο προς το παρόν στέκει πετρωμένο
κι ένας άντρας έβηχε όλη νύχτα
δεν ήθελε είπε, να τον αγαπούν

«Σ’ αγαπώ» Σάχλες
«Δεν θα ‘βρισκα παρηγοριά πουθενά, ούτε στο πιο αδέξιο όνειρό μου
Χίλιες ζωές να ‘χα παραπάνω δε θα ‘μουν ποτέ τόσο αχάριστη!»

έβλεπα τον Τρελό
μες τον τηλεφωνικό θάλαμο, είχε γδυθεί και έκλανε
γελούσε, πάλι, κι εγώ δεν έβρισκα στο Χάρτη
που στο κέρατο μπορούσα να βρίσκομαι

είμαι εκείνος!
εκείνος που τα παπούτσια του έφεραν μουσικές στο δρόμο
κι ένιωθε το δρόμο κενό, κι ένιωθε τα πόδια γυμνα

Συγνώμη..
που νόμιζα πως το Νόημα είναι ένα ρούχο κεντητό
που σκύβεις με φροντίδα απάνω, το παρατάς, το ξαναρχίζεις, το χάνεις στο σπίτι, το βρίσκεις στο πάρκο, το πλένεις, το μπαλώνεις, το πονάς ή το σκίζεις.

Συγγνώμη που δεν πίστεψα
ποτέ στ' αλήθεια σε τίποτα
και δεν λύτρωσα κανέναν.

Συγγνώμη για την κατάντια των λέξεών μου
Η παράσταση αναβάλλεται για απόψε.
Η ζωή αναβάλλεται

Το μικρό παιδί που δεν ανάσαινε, το κράταγε ο πατέρας του μες το νερό για δύο ολόκληρα λεπτά, το ‘κανε και στην μπανιέρα καμιά φορά, ωστόσο αυτό δεν πέθανε ποτέ μια μέρα έλιωσε η ψυχή του σαν σαπούνι «Σ’ αγαπώ πατέρα। Τώρα είσαι, τώρα θα πρέπει να είσαι ευτυχής»

[...]

Άλλοι άνθρωποι αρνήθηκαν τα τρελαμένα χαμοπούλια
κι όμως δεν κάνανε χωρίς αυτά, οι σκιές τους στοιχειώναν την περπατησιά τους.
Εδώ, κεντάμε μιαν αλήθεια με προσοχή, χωρίς κανένα, μα κανένα λόγο.

Κάτι πάντα θα λείπει. και πάντα κάτι θα υπάρχει.

Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2011


Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2011

ευτυχώς

- τι κρίμα να μην έχω φτερά, είπε εκείνη
- τι κρίμα να έχεις πόδια και να μην τρέχεις, είπε εκείνος

- ευτυχώς που υπάρχουν ακόμη οι ήχοι, είπε εκείνη
- ευτυχώς που μπορούμε ακόμη να ακούμε, είπε εκείνος


- τρέχω και δεν φτάνω πουθενά, είπε εκείνη
- τρέχεις και σείεται η πλάση.

Σάββατο, 1 Οκτωβρίου 2011

το τέλος του κόσμου

ήταν η ώρα της φυγής, της άπωσης από τα πάντα
μια μόνο στιγμούλα αρκεί για να ανατιναχτούμε
μια ολόκληρη ζωή δεν φτάνει για να ζήσουμε
το πορτατίφ έκαιγε μίζερο φως
οι άνθρωποι χωμένοι σε καλύβες
το σπίτι μας έμοιαζε πιο όμορφο από ποτέ
κι εμείς στην κουβερτούλα τυλιγμένες
να περιμένουμε "το τέλος του κόσμου"

ήταν αποφασισμένο να γίνει στις δώδεκα
έτσι κι αλλιώς είπαν, δεν υπάρχει ελπίδα
από τότε που εμφανίστηκαν οι άνθρωποι πονάνε
και τότε σαν από άστραμα, τυφλή μαγεία της ύπαρξής μου
σε είδα Μητέρα καθαρά, να χάνεσαι, να χάνομαι
κι οι ψυχές μας να αποχωρίζονται για Πάντα
να εκρήγνυνται στο σύμπαν
που η Γέννηση του πήρε αιωνιότητες
κι ας κατέρρεε σ' ένα τόσο δα δευτερόλεπτο
δεν πρόλαβες να με γεννήσεις, δεν πρόλαβα -
δεν πρόλαβα να υπάρξω, πνίγηκα πριν ζήσω
"κι οι λέξεις τόσων αιώνων, κι οι λέξεις μας που πάνε μετα Μαμά;"
ήθελα να σηκωθώ να αγγίξω λίγο τα όσα έγραψα
να ψιλαφήσω τις ανάπηρές μου λέξεις
μα το τέλος έφτανε, κι εγώ σ' αγκάλιαζα για τελευταία φορά Μητέρα

οι ψυχές μας θα κυληστούνε στο χάος
και θα ξέρουμε πως τίποτα δεν μένει πίσω
μια στιγμούλα αρκεί για να ανατιναχτούμε
μια ολόκληρη ζωή δεν φτάνει για να ζήσουμε.

Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2011

το κουσούρι

αφημένο λοιπόν, το κουσούρι της ποίησης
η δυσκολη, δυσαρμονική, δυσπρόσιτη φαντασία μας
το πλέκει σαν ιστό της φύσης με φροντίδα
το εμποτίζει με νόημα και λόγους πολλούς ύπαρξης
όλοι χειροκροτούν τον Ποιητή
όλοι φεύγουν μακριά του μετά την παράσταση.

Δευτέρα, 12 Σεπτεμβρίου 2011

όλα ήταν, καταγραφές ονείρων καταλάθος

όλα ήταν εκεί, εγώ στο πλοίο πάνω στη μέση του τίποτα
οι γελωτοποιοί με κορόιδευαν κι εγώ, μιλούσα, μιλούσα
χωρίς να ακούω, να ακούω εκείνους, τα πρόσωπα ήταν άσπρα
τα ρούχα παράξενα, το δέρμα λευκό, εκεί, εκείνοι
ήταν όμορφοι, ήταν άντρες, ήταν αλλόκοτοι, Θάνατος,
ο ένας έπεσε στο νερό, ο άλλος ξάπλωσε λυπημένα και σουρρεαλιστικά
ένιωσα μόνη, παντέρημη, στα μάτια του δεν υπήρχε πια τίποτα
γδύθηκα, συνέβησαν πολλά, δεν θέλω να θυμάμαι
μόνο ένας κόμπος που άφησε πίσω του χαλάσματα
κάθε νύχτα μια τρύπα, μια γαμημένη τρύπα κουρνιάζει στο κορμί μου καταλάθος
η ζωή, η ζωή, όλα ήταν καταγραφές ονείρων, καταλάθος.

σκέπασα την πληγή μου με το δέρμα τους, εκείνοι έσβησαν σαν άνθρωποι
εγώ όχι ακόμη.

Παρασκευή, 9 Σεπτεμβρίου 2011

εδώ

το απρόβλεπτο τίποτα μας γνέφει απ' τις οθόνες

η νιότη τραγουδάει σκοπούς γερόντων

η μέρα ειρωνική σκεπάζεται με ερωτευμένων σάρκες

και μουρμουράει τρεκλίζοντας τα λόγια

"πώς η ζωή αφήνει στίγματα καπνού

κι η τρέλα αναπολεί το πατρικό της

μια χαραμάδα σκόνης μαραμένου άνδρα

και μια γυναίκα που 'σβησε το βράδυ"

εδώ, τα λέμε ποιήματα, αυτά που δεν τολμούμε

Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2011

ξεφλούδισμα

σιγά σιγά
πέταγα το κουκούλι
το ρημαγμένο από αιώνες, βαρύ και τρομερό
"σαν να ανασαίνω πραγματικά" λέω
"τώρα βλέπω, βλέπω!"
οι σκόνες μ' έτρωγαν, με τσάκιζαν
τώρα φύγαν, τώρα ακόμη και στον ύπνο μου
ξέρω τι είναι όνειρο και τι όχι
ημουν σίγουρη πως όταν ξυπνούσα όλα θα ήταν όπως πριν
το πιο όμορφο χάραμα
είναι αυτό που σε βρίσκει ζωντανό

οι άνθρωποι είναι μυριάδες, εσύ μοναδικός
κι έρχεται η στιγμή, η υπέροχη
που βρίσκεις τον εαυτό σου μοναδικό
νιώθεις αυτή την υπερηφάνεια της μοναξιάς
να σου ταλανίζει το σώμα
ευγνώμων που υπάρχεις και στέκεσαι
και αγαπάς, αγαπάς αγαπάς
τυχερός που μπορείς και αγαπάς
μια οικουμενική γαλήνη
μια διαστρική ενδελέχεια
κανένα εμπόδιο πια, κανένα παραμίλημα
όλα ηχούν όπως τα έσβηνε ο χρόνος
στο τέλος θα μείνουν οι άνθρωποι,
μόνο οι άνθρωποι και η σιωπή τους
αγαπάς, αγαπάς, αγαπάς
δεν ντρέπεσαι για σένα
εκείνη η ώρα του ξεφλουδίσματος η ιερή
που αναπαύεται η ψυχή
δεν ξέρω αν είναι ο θάνατος αγαλίαση
αν είναι ηδονή ή ένα στείρο Τέλος
μα πάνω από σένα, η σκέψη βλέπει
πιο μακριά, πιο απέραντα
το σώμα είναι βλάσφημο, φυλακισμένο
και αν μπορείς και το ξεπερνάς
αγαπάς, αγαπάς, αγαπάς
κι είσαι τυχερός
"δεν μπορώ ν' αγαπήσω" λεω
τελικά, τα πάντα μπορείς
τα πάντα έχεις, τον Κόσμο
τι άλλο;

Πέμπτη, 1 Σεπτεμβρίου 2011

μαθηματική αυτοκτονία

δεν θα χορέψω ξανά εκεί, στο βάθος της πλατείας
ούτε θα τραγουδήσω ποτέ πια για κανέναν
οι άνθρωποι πεθαίνουν, όπως και να το κάνουμε
ό,τι και να κάνουμε
δεν νιώθω τύψεις για την ψυχή μου
για το κορμί μου λίγες, ελάχιστες
"υπάρχουν θύελλες που φωσφορίζουν στο σκοτάδι"
κι αν το πιστέψεις μπλόκαρες καημένε μου

διχοτομείς την ευτυχία
παραγοντοποιείς το χάος
λογαριθμίζεις τη ζωή
το άπειρο, το μόνο, το ανυπέρβλητο

εκεί στο βάθος της πλατείας, μόνη η ψυχή ασθμαίνει
τα όριά της δεν υπολογίζονται με νούμερα..

Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2011

κάτι (2)

σαν να μην το νιωσες ποτέ
ή έστω λίγο
ψηλαφιστά με τ' ακροδάκτυλα
ένα κείμενο που σ' εξαναγκάζει να το γράψεις
ενα παιδι που σου ζητά σπαρταριστά να το γεννήσεις
ή μια ζωή που σου φωνάζει "μη με χαραμίσεις..."
ίσως και τίποτα απ' όλα
ίσως απλά ένα άγγιγμα
σχεδόν διάφανο
τυφλό ξημέρωμα στη βεράντα
μ' ένα τσιγάρο που σου ζητά να το καπνίσεις
κάτι που σ' αφήνει ν' αγγίξεις με τα χέρια το σώμα
ή μια ευχή που σου φωνάζει "ακύρωσέ με, δεν πρόκειται να συμβώ"
η φωνή που σου λέει ψιθυριστά τα βράδια "μην ελπίζεις πια"
κάποιος που ήταν εδώ για πάντα
κάποιος που έφυγε

η αναμονή της λύτρωσης μου πήρε τη φωνή
δεκαεφτά χρόνια τώρα παλεύοντας με αιώνες
το φως δεν ανασταίνεται με φως
δεν έχω αιτία δεν έχω αιτία
ο αετός πλημμύρισε το αυριο με φτερά τσαλακωμένα
κάτι μου κρύβει το φως, κάτι μου κρύβ -
την ψυχή μου παίρνει και μου την γυρίζει κομμάτια
στο διάολο

κάτι
κάτι στεγνό
κάτι υγρό
κάτι αφύσικο
κάτι αλλιώτικο
κάτι απαίσιο
κάτι σκληρό
κάτι απλό
κάτι χαζό
κάτι στραβό
κάτι απέραντο
κάτι μονάχο
σκηθρωπό, μετανιωμένο, φοβερό, ασύμβατο, αγέρωχο,
θλιμμένο, μαγεμένο, πρόστυχο, εκρηκτικό, χιλιόβρεχτο, μάταιο -
κάτι κάτι ω κάτι καταραμένο!
που δε μ αφήνει να ζήσω
που δεν μ' αφήνει να πεθάνω
πριν το ζήσω.

κάτι




Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2011

πέρασμα

Τόσους αιώνες περπατάμε
Στα ίδια υπολείμματα καπνού
Ανεμόσκαλες από φαρμάκι
Κοχλάζουν τα πετρώματα
Δεν πληρώσαμε εισητήριο
Θα εξατμιστούμε
Θα εξατμιστούμε, βιάσου

Τόσους αιώνες περπατάμε
Πάνω απ’ το χάος
Μέσα απ’ τις λέξεις
Κάτω απ’ το χώμα
Στις ίδιες μυρωδιές δηλητηρίων
Μέσα απ’ αρρώστιες
Πάνω από ουρλιαχτά ουρανών

Τόσους αιώνες περπατάμε
Για να φτάσουμε εδώ
«σειρήνα απελπισίας που μπλοκαρίστηκε στο χάος»
Μου λες «αγγίζω το Θεό αγγίζω το Θεό αγγίζω το Θεό»
Σου λέω «δεν έχω φωνή να σε πιστέψω»
Μου λες «μόνο η σιωπή χρειάζεται για να ακούσεις»

Κυριακή, 28 Αυγούστου 2011

χειμώνας

Ήταν οι σκέψεις, το ξενύχτι, τα βλέφαρα που σβήσαν, δεν ξέρω τι στ' αλήθεια, γυρνούσαμε στα συρματοπλέγματα, "άγγιξέ τα" του λέω, δεν ήθελε, περπατήσαμε χωρίς να πιούμε ή να πούμε κατι, κοίταζε κάτω, καμιά φορά μου λέει "δεν είναι η τρέλα τρόπος ζωής, έτσι δεν είναι;" δεν ξαφνιάστηκα, ήξερα τι ήθελε, επιλογές, επιλογές επιλογές, γδύθηκα, "αν είσαι τρελός, άγγιξε τα στήθια μου", δεν ξαφνιάστηκε "είναι όμορφα, δεν θέλω να τα πειράξω, θα τα χαλάσω" είπε με νόημα "είσαι όμορφος" είπα με νόημα, φόρεσα πάλι το ρούχο, περπατήσαμε, επιλογές επιλογές επιλογές, κοίταζα κάτω, επανέλαβα "αγγιξέ τα" και τότε τα σύρματα έμοιαζαν με στάχτη από πύρινο θεριό του θέρους "δεν έχει πια καλοκαίρι, θα κρυώσουμε, δεν έχει πια κουνούπια, άφησαν τα μολύβια τους, δεν γράφουν πια οι ποιητές."

"Δεν είναι αλήθεια" με κοίταξε τον κοίταξα, με άγγιξε τον άγγιξα, γδύθηκε "δεν σ' αγαπώ" είπε "ούτε 'γω" χαμογέλασα, χαμογέλασε, δεν ορκίστηκα τίποτα, δεν ορκίστηκε τίποτα, τον φίλησα στο στόμα. Πετάχτηκα μες τον ύπνο μου, το αριστερό μου αυτί είχε ματώσει λίγο, ήταν παράξενο όνειρο. Τα όνειρα και τα κείμενα θα μας σώσουν, ψέλλισα, όσο ακόμα υπάρχουν, όσο ακόμα κρυώνω...

Του γράφοντος

Τοις μετρητοίς
τα πήρε τα λάθη
όταν η πόρτα
έκλεισε με θόρυβο πίσω του
γελοτοποιοί θανάσιμοι χτυπάνε το σύρτη
κι ώσπου να συρθεί μέχρι εκεί
όλα θα χουν φύγει.

Εκεί που τελειώνουν οι λέξεις αρχίζει η ζωή.
Ή το ανάποδο.

Σάββατο, 27 Αυγούστου 2011

Χρονικό

Έγειρε

Έκλαψε

Μέθυσε

Σκότωσε

Λύγισε

Γέλασε

Γεύτηκε

Ζάλισε

Τρέλανε

Φόβισε

Γέλασε

Έφτυσε

Έφυγε

Τρέλανε

Φώναξε

Ούρλιαξε

Γύρισε

Μέθυσε

Λύγισε

Κόλλησε

Άνοιξε

Έμαθε

Έγραψε

Έγραψε

Έγραψε

Μέθυσε

Ούρλιαξε

Έκλαψε

Σώπασε

Έπεσε

Έπεσε

Έμαθε

Έγραψε

Γεύτηκε

Έφτυσε

Πρόδωσε

Πρόδωσε

Φώναξε

Πέταξε

Χάθηκε

Γύρισε

Κάθισε

Έγραψε

Έγραψε

Έγραψε

Σώπασε

Έμαθε

Έμαθε

Φίλησε

Γεύτηκε

Φώναξε

Έχυσε

Έμαθε

Γέννησε

Έμαθε

Πρόδωσε

Έμαθε

Τρέλανε

Άφησε

Έμαθε

Έφυγε

Έφυγε

Έγραψε

Έβηξε

Λύγισε

Ούρλιαξε

Σώπασε

Έφτυσε

Έραψε

Έσκισε

Έσκισε

Χάραξε

Μάτωσε

Τσίριξε

Ούρλιαξε

Έζησε

Έζησε

Έζησε

Έζησε

Έζησε

Έζησε

Φώναξε

Φώναξε

Έγραψε

Έπαιξε

Έχασε

Έσβησε

Τρίτη, 23 Αυγούστου 2011

Active Member - Καμπάνα (ποίηση Κώστα Βάρναλη)



Μες το δροσάνεμο
που αναγαλλιάζω
κι ο νους βυθίζεται
σε χάος γαλάζιο
Ανθρώποι αφήστε με
να ξεχαστώ
φωτοπερίχυτη,
στόμα κλειστό.

Ποιο χέρι απλώθηκε
να με σπαράξει;
απ’ το χρυσόνειρο
στη μαύρη πράξη!
Ο πρώτος ήχος μου
πρώτη πληγή.
Με τραβάς, αίμα μου
ξανά στη Γη.

Ω! σεις χαμόσυρτα
λέρα σκουλήκια,
η άλαμπη ζήση σας
ζήση ναι δίκια!
Μια τρύπα ο κόσμος σας
και μέσα κει
ο Χάρος λύτρωση
κι ώρα γλυκή.

Δεν είναι κέντρισμα
να σας κουνήσει,
κορμιά, που η άλυσσο
τα ’χει τσακίσει!
Σκέψη, ποιος άνεμος
θέ ν’ αξιωθεί
να σ’ ανατάραζε,
σκότος βαθή;


Πίσου απ’ τα λόγια μου
πικρά φαρμάκι,
τι κόσμοι απέραντοι
βυθοί λουλάκι!
Μάτι δε βρίσκεται
να θαμπωθεί
κι αφτί δε βρίσκεται
να λιγωθεί;

Να ταν να ξήλωνεν
απ’ την καρδιά μου
Θέληση αβάσταγη
τ’ άγρια καρφιά μου
και να με σήκωνες
μ’ άξιο φτερό
σκέψη που μέστωσες
με τον καιρό.

Πάνω από θάλασσες
πάνω από χώρες
με τους καλόκαιρους
και με τις μπόρες
να με κατέβαζεν αγαλινά
όπου τ’ ανθρώπινο
πλήθος πονά.

Σε μίνες φόνισσες
μπουχές καζέρνες,
λιμάνια ολόκαπνα,
βοερές ταβέρνες,
σπιτάλια σκοτεινά
και φυλακές,
μπορντέλ’ ακάθαρτα
και προσευκές.

Στα στήθια να μπαινα
σαν την ανάσα,
σφυγμός βαθύρριζος
στις φλέβες μέσα
στο νου σαν άστραμα
και στην ψυχή,
ν’ αχούσ’ αδιάκοπα
τη διδαχή:

«Όλα τελειώνουνε
κι όλα περνάνε!
Ιδέες βασίλισσες
κακογερνάνε.
Στις νέες ανάγκες σου
(κόπος βαρής!)
σκοπούς αλάθεφτους
κοίτα να βρεις.»


«Αν είν’ η σκέψη σου
πριν από σένα,
δεν είναι απόκομμα
θεού και γέννα.
Τη σκλάβα σκέψη σου, σκλάβα δετή
σου τηνε πλάσανε
οι Δυνατοί.»

«Φτωχέ, σου μάραναν
κόποι και πόνοι
τη θέληση άβουλη
πιωμένη αφιόνι!
Αν είναι ο λάκκος σου
πολύ βαθής,
χρέος με τα χέρια σου
να σηκωθείς»!

«Τ’ άσκημα χέρια σου,
των όλω αιτία,
βαστάνε μάργελη
την πολιτεία!
Βγαίνει απ’ τα χέρια σου
κάθε αγαθό
του ωραίου περίθετο
το χρυσανθό.»

Σφίξε τα χέρια σου,
για Σένα κράτει
τ’ άμοιαστον έργο σου,
την Πλάση ακράτη
κι όλο ανεβαίνοντας
προς τη Χαρά
μέσα σου θά 'νιωθες
άστρων σπορά.»

Κι όπου σε σφάζουνε
δεμένον πίσου,
να βρόνταα άξαφνα
σεισμός αβύσσου,
χίλι’ αστροπέλεκα:
«Δεν είναι μπρος!
Είναι από πίσω σου
κρυφός οχτρός»!

Σάββατο, 20 Αυγούστου 2011

ο αναπτήρας

ο θεός
κατέβηκε στη γη και μου ζήτησε ψιλά
φεύγοντας μου κλεισε το μάτι: "τώρα ξέρεις"

ο Μπουκόβσκι με τη Ζατέλη έπεσαν στη θάλασσα
τα νερά ήταν κρύα
οι σελίδες τους ζεστές

η ακοσμία
κρατάει μούτρα ακόμη στον κόσμο
το προξενιό μου δεν έπιασε

οι ειδήσεις
απαγγέλουν λόγια τρελών
το 'πε ο Βέντερς προχθές

Όσοι δε υπήρξαν ποτέ
τραγουδούν Tom Waits
και παίζουν χαρτιά

και τότε αντιλήφθηκα
πως ο θεός
ξέχασε τον αναπτήρα του

κάποιος θάνατος χωρίς ιδιαίτερο νόημα

όλα τελείωσαν ένα βράδυ που έβρεχε
έκανε κρύο στο διάδρομο
που είχε πολλές χαραμάδες
τα δωμάτια ήταν μουντά αλλά στεγνά
τα ρούχα πεταμένα
όλοι έλλειπαν
μια μυρωδιά από υδράργυρο μόνο
και πέντε μπουκάλια αποσμητικό,
δύο βότκες και μια κόκα κόλα
ζούσε μόνος

κάποιος περπάτησε πάνω σ' ένα έλατο
κάποιος έδειξε με έκπληξη έναν άντρα πάνω σ' ένα δέντρο
κάποιος γέλασε με κάποιον που έδειχνε τον ουρανό
κάποιος τρόμαξε με κάποιον που γελούσε δυνατά
κάποιος πέθανε προληπτικά βλέποντας κάποιον τρομαγμένο
κι όλα γι' αυτόν τελείωσαν ένα βράδυ που έβρεχε.

δεν είχε κάποιο ιδιαίτερο νόημα
όλοι έλλειπαν
και τα σεντόνια μύριζαν νέφτι

ο περαστικός

και μετά με ρώτησε
"εσύ τι μπορείς να κάνεις;"

απάντησα
"μπορώ να χύνω λέξεις στα πατώματα, μπορώ να φωνάζω μέχρι ν' αρπάξουν φωτιά οι φωνητικές μου χορδές, μπορώ,(κατάπια) να βλέπω τη ζωή μου σε καρέ χωρίς να χω πεθάνει, μπορώ να πεθαίνω και να ξαναρχίζω, μπορώ να προχωράω με τα χέρια και να μιλάω με τα μάτια, μπορώ κάνω έρωτα ένα 24ωρο σερί, μπορώ να γελάω ένα 24ωρο, να βαράω τα μπαούλα σαν να 'ναι καχόν, να γεμίζω τις τσέπες μου με αίμα όταν - "

"φτάνει.
εννοούσα, τι μπορείς να κάνεις για να με βοηθήσεις"

"α... δεν μπορώ να βοηθήσω κανέναν... μπορώ να σου γράψω κάτι όμως, θα 'ναι τόσο αληθινό όσο η ζωή σου, ίσως και πιο συναρπαστικό, θα είναι... βασικά αυτό τον καιρό, (κατάπια ξανά) -

άστο"

έπιασα το κεφάλι μου με το χέρι
με κοίταξε
"πες μου, αυτό τον καιρό τι;"

"μπορούμε να προχωρήσουμε λίγο πιο κάτω και θα σου πω"

και φύγαμε, και λίγο πιο κάτω έσκασε η νάρκη, εμένα με πήρε ξόφαλτσα, εκείνος δεν τη γλίτωσε.

Λυπήθηκα.

Τετάρτη, 10 Αυγούστου 2011

What can never be lost is gone, It's stolen in a way.

The Beast it cometh, cometh down
Το κήτος
κατάπιε
ότι απόμεινε απ' τη φωτιά
που με τόσο κόπο
ανάψαμε.

Άνοιξε το μεγάλο στόμα του
καταβρόχθησε
τον Άνεμο, το Βλέμμα, τη Γιορτή
τη Νιότη, τ' Αστέρια, το Θάνατο
κι έπνιξε
τη θάλασσα
όπως της άξιζε
είπε.
Ύστερα ρέφτηκε
κι αφού είχε μείνει πια μόνο
στο σύμπαν
έφυγε
απ' την πίσω πόρτα
που κανείς μας
ως τότε
δεν είχε προσέξει.

Evil things brought down by the light
Life goes on until the end.

Παρασκευή, 5 Αυγούστου 2011

αναλγητικό (2)

Να φύγω
Να μην μείνει τίποτα από μένα εδώ
Τίποτα που να θυμίζει
τη βλέννα

Δεν είναι φυλακές
οι λέξεις, ούτε τίποτα σημαντικό
αυτά που γράφω.

Απλώς μ' αρέσει
Που είμαι τώρα εδώ
Χωρίς αναλγητικά.

Δεν έχει έρθει
ακόμα η ώρα που θα εξομολογηθούμε
στα σκυλιά.

οι δαίμονες αράξαν
στο μπαλκόνι
άρα
το σύμπαν διαστέλλεται

Πάνω στο σχοινί
απλώνει ο τρελός
το σύμπαν

Μ' αρέσει
Που είμαι τώρα εδώ
Χωρίς αναλγητικά

Μ' αρέσει
που δεν έχω αιτία

Μ' αρέσει
που οι γαλαξίες τρίζουν
κι εγώ τους ακούω

Μ' αρέσει
που η κίνησή τους
είναι χαοτική

Ας μη μιλάει κανείς μας
ας ακούσουμε όλοι τ' αστέρια.

Εγώ
θέλω μόνο να δω
πού θα με βγάλει.

Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2011

απόσβεση

υπάρχουν μέρες που πέρασαν χωρίς να μάθω ποτέ την ημερομηνία τους
υπάρχουν άνθρωποι που έφυγαν χωρίς ν' ακούσω ποτέ τη φωνή τους ή να μάθω έστω τ' όνομά τους
υπάρχουν συλλαβές φρικτές και συλλαβές με νόημα
υπάρχουν γράμματα χωρίς νόημα
υπάρχουν φανταστικοί αριθμοί, συναρτήσεις που δεν ορίστηκαν
υπάρχουν στιγμές που σακατεύουν, και στιγμές χαμένες
υπάρχουν ζωές που χαραμίζονται, ζωές που ξεπερνούν ή ξεπερνιούνται
υπάρχουν θάλασσες που τρέμουν όταν τις αγγίζεις
παρθένες θάλασσες, που δεν αφήνουν την περηφάνια τους στην άκρη
υπάρχουν ποιήματα που μ' έκαναν περήφανη, και ποιήματα που με διέλυσαν
υπάρχουν χρόνια που με προσπέρασαν
απαγορευμένα λόγια που σπαρτάρισαν στις πληγές μας κοντά
υπάρχουν φυλακές άγνωστες, φυλακές πένθιμες, προσωπικές φυλακές, ονειρικές
υπάρχουν τραγούδια που θα σε κάνουν να κλάψεις ή να δεις καθαρά ή να χορέψεις ή να γελάσεις δυνατά
υπάρχουν γέλια που ξεπλένουν τις ψυχές και γέλια που τις απογυμνώνουν
υπάρχουν γυναίκες που σέβονται τα γεννητικά τους όργανα,
υπάρχουν μητέρες, πουτάνες, ιερές γυναίκες
υπάρχουν άντρες που δε σέβονται τις γυναίκες
υπάρχουν έρωτες που δε σεβάστηκαν τίποτα
υπάρχουν έρωτες που ξαγρυπνούν αυτοκτονώντας κάθε νύχτα
υπάρχουν έρωτες που δεν υπήρξαν στ' αλήθεια
υπάρχουν παιδιά που δεν αγάπησαν τίποτα ή δεν είχαν κάτι ν' αγαπήσουν
υπάρχουν βιβλιοθήκες, υπάρχουν κόσμοι πράσινοι, στόματα δύστροπα, σερβιτόροι που εκτιμούν τη λογοτεχνία,
υπάρχουν βλέμματα κενά, πνευμόνια γεμάτα, φρύδια σηκωμένα,
μύτες ανοιγμένες, πόδια κλειστά
υπάρχουν μάτια που σχίσαν πεδιάδες
υπάρχουν ναρκωτικά που σου κλείνουν τα μάτια
υπάρχουν στίχοι καρφιτσωμένοι στα ρούχα, στους τοίχους, στις παλάμες
υπάρχουν αστέρια που δεν θα πρεπε να υπάρχουν
υπάρχουν νύχτες που χάθηκαν και νύχτες που χαράχτηκαν
υπάρχουν φωνητικές χορδές που σπάνε, και άλλες που βγάζουν CD
υπάρχουν λέξεις που γδέρνουν, και λέξεις που κοχλάζουν
υπάρχουν όνειρα που καταπίνονται αμάσητα και όνειρα που μετουσιώνονται
υπάρχουν ισοφάγοι που γρέδρνονται
υπάρχει νερό πού και πού στην έρημο
κι αυτό είναι το νερό το πολύτιμο
υπάρχουν καταράχτες και ξυρασίες, πόρτες που τρίζουν, χαραμάδες που σιωπούν
υπάρχουν νότες στον αέρα και νότες κάτω απ' το χώμα
υπάρχουν θύμισες, μνήμες παντού
υπάρχουν όρια, για όλους και για κανέναν,
νοητές γραμμές,
περπατισιές στον Άδη ή στο Θεό
υπάρχει ο χρόνος, υπάρχει το χάος, υπάρχει η ζωή

άρα υπάρχει ελπίδα......

Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2011

το μαντήλι

είναι
στα νύχια μας
ο θάνατος
στις φλέβες μόνο η απουσία
και στους αδένες
τίποτα
που να θυμίζει
τα πρόσωπα ή τα πέλματα
αυτών που δεν υπάρχουν πια.

μικρότερη από σπόρο
ζαρωμένα μέλη
κι ωστόσο άνθρωπος
ακόμη.
άσπρη παντού
οστά ανύπαρκτα σχεδόν
σάλιο πηχτό
πληγές στο σώμα
κι ωστόσο άνθρωπος
ογδόντα χρόνια τώρα.
αρχίσαν να φλέγονται τα μάτια της.
''σκοτώστε την! σκοτώστε την πια!
μα επιτέλους, δεν το βλέπετε;
υποφέρει!''
διαολεμένος φώναζε στους άλλους

κι εκεί που δεν υπάρχει πια ζωή
άκουγα μόνο τις φωνές
''μα γιατί δεν τη σκοτώνει αυτός;''
έλεγα εγώ από μέσα μου.
Αυτός.
που τόσα χρόνια
δεν αγάπησε πιότερο καμιά.

''δεν μπορώ''
λύγισε εκείνος
και συνάμα
ούρλιαζε και χτυπιόταν.
κάθε τόσο τις έριχνε πονεμένα βλέμματα
βλέμματα γεμάτα σκόνη
τα μάτια της είχαν πάρει φωτιά

δεν ήταν πια τίποτα

ΠΕΘΑΙΝΕΙ

ΔΕΝ

ΤΟ

ΒΛΕΠΕΤΕ

ΣΚΟΤΩΣΤΕ ΤΗΝ

ΝΑ ΠΑΕΙ ΣΤΟ ΔΙΑΟΛΟ

κι ας πάω κι εγώ
μετά.


ή
να τη σέρνω στη σκιά μου.
σα φλεγόμενο μαντήλι.

Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2011

το κεντρί

άνοιξε την πόρτα
φύσηξε για λίγο, αέρας
μου κράτησε τα χέρια
και προσπάθησε
να με κρατήσει εκεί όρθια
"τώρα που υπάρχεις, το ξέρω πως γεννήθηκα για σένα"
ανάσανε δυο φορές δυνατά
κι εγώ κρατήθηκα εκεί κοκαλωμένη
και με τα δάκτυλα, ψηλάφισα για λίγο τα πλευρά του
"φύγε τώρα" ψέλλισα
"τώρα που μπορείς"


τον ένιωσα τότε να πατάει ακόμα πιο βαθιά τα πόδια του στο χώμα
ρίζωσε εκείνος, ρίζωσα κι εγώ
με κράταγε σφιχτά κι απ τα ρουθούνια του
έτρεχε πηχτό αίμα


Έτρεμε. Κι η γλώσσα μου σάλευε αργά.
Αρκούσε να γυαλίσουν τα μάτια του κι ήμουν χαμένη.
Στο έλεος της της πιο ανεπιτήδευτης ομορφιάς.
"δε σ' αφήνω, ούτε τώρα ούτε ποτέ, μ' ακούς;"
"είμαι μαύρη, είσαι πάλλευκος. Είμαι σκοτάδι, είσαι ολοφώτεινος, είμαι άρρωστη, είσαι ζωντανός. Είμαι θνητή."


Τότε μ' έσφιξε
μ' όλο του το σώμα.
"είσαι η ζωή"
για μια ζωή, χιλιάδες άλλες.
πήρα το κεντρί μου
και το 'χωσα στην τσέπη.
αχρηστεύτηκε, προσωρινώς.


"μη φύγεις..."


κι ύστερα με φωνή καταραμένη, με φωνή αγγέλου.

"δεν μας φτάνει,
αυτή η ζωή,
για να γευτούμε
ο ένας τον άλλο"


χαμήλωσα το βλέμμα και χαμογέλασα
"δε μας φτάνει."

Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2011

deep ends on me

σαν αυτούς που τρελάθηκαν πρόωρα
σαν αυτούς που κατάλαβαν
και τα μάτια τους σχίζαν το χώμα
ή σαν εκείνους που χάθηκαν
χωρίς να δουν
τ' αληθινά
όρια της ψυχής
κι ο θάνατος περπάτησε
από πάνω τους
σ' ένα σχοινί για την μπουγάδα.

τα τρίσβαθα: μεγάλη λέξη που δε χώρεσε,
σε μια μικρή ζωή.

Τρίτη, 14 Ιουνίου 2011

ιχνάνθρωποι

Είδα έναν τυφλό άντρα να κάνει εξομολόγηση σε μια τυφλή. Εκείνος είχε γονατίσει γύρευε τα χέρια της, ψηλάφιζε τα δάκτυλά της, έβγαλε το δαχτυλίδι απ’ την τσέπη και της το φόρεσε, χαμογέλασε, κι εκείνη το διαιστάνθηκε κι ανταπέδωσε. Είδα ένα ζευγάρι να καταργείται την ώρα και τη στιγμή που γνωρίστηκε, η γυναίκα να τρέμει από μίσος για ‘κείνον που είχε ξαπλώσει ανάσκελα και πίεζε τη μύτη του στο μαξιλάρι, είχε πάρει μια έκφραση αλλόκοτη, ο χρόνος του είχε παραμορφώσει το πρόσωπο. Είδα ένα έφηβο κορίτσι να ‘χει σταυρώσει τα χέρια, να κάθεται σ’ ένα παγκάκι για μέρες, να ‘χει μείνει εκεί σχεδόν κοκαλωμένη καθώς έρχεται ένας άντρας σοβαρός να την αγκαλιάσει κι αυτή του ξεγλιστράει σα χέλι και υστερικά σπρώχνει το σώμα του απ’ το δικό της.

Είδα έναν άντρα να πέφτει, μα δεν πρόλαβα να κάνω ευχή.

Πέμπτη, 9 Ιουνίου 2011

yesterday we died

Ο κόσμος αποτελείται από χιλιάδες μικρούς σπαραγμούς.
κόκκινες ιστορίες λιώνουν τις σάρκες μας, μας αφανίζουν.
Να κάνεις τη ζωή σου οικουμενική, αυτό είναι η τέχνη.
Να αφήνεις την τέφρα του χρόνου να διαπερνά το πύρινο κορμί σου
και συνάμα να σπας τη γη ανοίγοντας το δικό σου υπέροχο
μονάχο και χιλιοπονεμένο δρόμο προς το φως...


Αφού ο πιο βραχνός θάνατος έχει κυλήσει ήδη στις φλέβες.

Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2011

"είμαστε, λένε, ιστορίες του χθες"

αξίωμα: δεν υπάρχει τίποτα εδώ

και μετά έρχεσαι εσύ, πατάς μια μέρα τα ποδαράκια σου στο χώμα
έχεις μπρος τα μάτια σου ένα δρόμο αόρατο, ένα γραμμένο, μια φωτιά
που τρέφεις στην κοιλιά, ευλαβικά και πένθιμα.
Θα ξαναρχίσεις πάλι να το ράβεις, θα το μπαλώνεις, θα τρέμεις μη σκιστεί
κι ύστερα πάλι θα το διαλύεις, θα περπατάς στους τοίχους, τα βράδια θα ψάχνεις το φως το ιδιότροπο, που σου πήραν, δε θα χει νόημα να ξυπνήσεις το πρωί, θα κλαις για κάτι που 'χασες, μα δεν θα βλέπεις τι.

αξίωμα: ζούμε εδώ, για να χαριστούμε κάπου αλλού


και ξάφνου ανακαλύπτεις πως κάτω απ' αυτό το χώμα που πατάς και πέρα απ' τα όνειρα που βλέπεις, υπάρχει και μια θύελλα, μια διαστρεβλωμένη θηλιά που αιμορραγεί απεγνωσμένα, που σου ζητούσε να την ανακαλύψεις, τόσα χρόνια, τόσους αιώνες.
"τώρα που σε βρήκα" της λες "θα πεθάνω μαζί σου, θα πεθάνω για σένα, αρκεί να προλάβω, να προλάβω να σε ζήσω"

αξίωμα: τα πάντα είναι 'δω, κι εσύ στον αιθέρα

αφήνεις πίσω σου πατήματα, υακίνθους που σπάζουν , κραυγές, κραδασμούς.
Τρίζει το χώμα στο πέρασμά σου ενώ περπατάς σιωπηλός. Οι άλλοι δεν βλέπουν, ποτέ δεν είδαν, μα δεν πειράζει. Υπάρχει στη ζωή μας, λίγη ζωή ακόμα ν' απαγκιάζουμε. Αύριο δεν θα υπάρχεις, η τέφρα θα μείνει απ' τη φωτιά, μια παγωμένη άσφαλτος.
Μυρίζει ακόμα ο θάνατος κι από 'δω δεν τον προφταίνω, προσπαθώ να κοιτάξω μα τυφλώνομαι.
Με τύφλωσε το έρεβος
δεν είμαι πια εδώ.
είμαστε, λένε
ιστορίες
του χθές

Παρασκευή, 27 Μαΐου 2011

Γράμμα

Ζηλεύει ο χρόνος, τα κορμιά μας.
Τ' απάνεμά μας όνειρα
Στα χέρια τα κρατώ
ακόμα
κι ανασαίνω
βαθιά στεγνά σιωπηλά
με αυτοσυγκράτηση
και αποθηκεύω τη βαθιά μου λύπη
για μετά.
Για τότε που δεν θα χω τίποτ' άλλο να μου απαλύνει τα μάτια
θα στέκω ώρα πολλή μπροστά στον καθρέφτη
αυτιστικά σχεδόν
κι η γνώριμη μορφή θα σωριαστεί
απότομα δυνατά πένθιμα
κι ο γαμημένος ο χρόνος
θα τρίξει τα δόντια
θα γελάσει ηλίθια.
Τα ζηλεύει τα κορμιά μας
να το θυμάσαι
μα όταν δε θα υπάρχω πια
θα 'ναι σαν να
έζησα όλα αυτά
που λαχτάρισα τόσο πολύ
την ώρα που η σκιά σου
πλησίαζε τα παπούτσια μου
τα πόδια μου, δεν τ' αγάπησα ποτέ
και στ' ορκίζομαι
την αυγή
θα εξομολογηθώ
Μέχρι τότε όμως μην πεθάνεις.
Μην πεθάνεις πρώτος, είναι ό,τι χειρότερο για τον κλονισμένο εγωισμό μου αυτή την ώρα.

Παρασκευή, 20 Μαΐου 2011

ενώ οι κοσμοθύελλες προετοιμάζουν πεισματικά το θάνατό μου

λατρεύω αυτό που θα μπορούσε να είναι η ζωή μου
λατρεύω αυτά που ίσως κάποτε κάνω
λατρεύω τον υποθετκό κι απίθμενο εαυτό μου
κι όλα όσα θα μπορούσα να πω

τ' ασθενικά μου μάτια που δεν βλέπουν στ' αλήθεια
και την ψυχή μου ιερή κι απαρηγόρητη
το χείμαρό μου τον προσωπικό

θέλω να 'ναι για πάντα δικά μου αυτά τα χέρια
κι ας αχρηστεύονται κάθε φορά που προσπαθώ ν' αγγίξω τ' ανέγγιχτα.

Υπάρχει να ξέρεις εκείνη η ώρα
που ο λύκος μου θα καταπιεί τον ήλιο.

Δευτέρα, 16 Μαΐου 2011

Τετάρτη, 11 Μαΐου 2011

Κυριακή, 8 Μαΐου 2011

όλοι σχιζοφρενικοί είμαστε - κι ανόθευτοι

όλοι σχιζοφρενικοί είμαστε - κι ανόθευτοι
ερωτευμένοι με την άρρητή μας γλώσσα
την άρνησή μας - την ανώφελη
και την πικρή ανοησία
που μας δέρνει.

Είμαστε έρμαια των σκιών μας - απομείναμε
μόνοι στη φλέβα των σκυλιών
και ριμαγμένοι από νοήματα - και λέξεις όπως
"τέλος"
στο τώρα, στο αύριο, στο τίποτα.


Στο βάθος ανόθευτοι, στην πράξη σχιζοφρενικοί.

४ ५ ८ ९ ० १ २ Η τελετή ७ ८ ४ १ ६ ५


Με των φωνητικών

Χορδών μου την ψυχή

Τρεκλίζω κόσμους

Μυστικά φτιαγμένους

Από λυγμούς ανείπωτους .

Λαρυγγισμοί στεγνοί κι υπόκωφοι

Κι αυτός ο χτύπος, και πάλι η φωνή.

Κι οι άνθρωποι, από τότε που εφευρέθηκαν

Φοβάμαι να υπάρξω.

Μα κάπου στην ανατομία μου

Αν με ξεκοίλιαζες να βρεις των σωθικών μου τ’ ανήμερα

Δε θα ‘βλεπες παρά μόνο

Έναν πατέρα

Και μια μάνα

Εκείνη στεγνωμένη απ’ τα δάκρια

Εκείνος σιωπηλός στην εντροπία του

Και με φωνές πάλι

Ν’ ανακαλώ

Των χαμένων πια αιώνων

Τη συμπάθια.

Τα άφιλτρα

Αέρα, λίγο αέρα μόνο τίποτ’ άλλο. Να βγω έξω, ο κόσμος μ’ αηδιάζει, τα πρόσωπα, τα λόγια, τα παπούτσια τους, θάνατος, μόνο λίγο έξω παρακαλώ να βγω! Το παράθυρο, το παράθυρο, είμαι στο έλεος του. Όλα περάσαν, περάσαν! Τ’ ακούς; Μια μέρα θα γελάω με τα χάλια μου τα εφηβικά. Μια μέρα θα ξεσπάσω σε γέλια, απροσδόκητα. Θ’ ανεβούν απ’ τον κόρφο μου ως τα τύμπανα των αφτιών, θα τυραννάνε το σώμα μου κι όμως εγώ θ’ αφρίζω από άθλιες σκέψεις. Μόνο μην κλάψεις, μην κλάψεις τώρα! Σε βλέπουν, θα χαρούν, μην κλάψεις. Μάζεψε τα κουράγια σου μέχρι ν’ ανοίξεις το παράθυρο, να πάρεις εκείνο τον αέρα, τον εύθραυστο. Με συγχωρείτε, μα ξέρετε, δεν σας βλέπω, δε βλέπω. Μόνο την κορφή της σκιάς μου να αγγίζει το χερούλι, πλησιάζω, να σέρνω μια εικόνα της θλίψης μου, στα έγκατα της γης πηγαίνω, αφήστε με, σ’ ένα παράθυρο, λίγο αέρα. Κι ο πόνος μου κραυγή, στις δυστυχισμένες σάρκες σας.
Έφτασα , το άνοιξα, έχωσα το κεφάλι μου απ’ έξω, πήρα δυο βαθιές ανάσες κι ύστερα ξανακάθισα. Όλα ήταν όπως πριν, μόνο που στα πνευμόνια μου είχα τον άνεμο που χρειαζόμουν. Και δεν έγινε τίποτ’ άλλο, στ’ αλήθεια, όλοι έμοιαζαν ευτυχισμένοι. Με ανοιχτό παράθυρο η αίθουσα έμοιαζε με ανοιξιάτικο λιβάδι.
Μετά ο κόσμος έφυγε. Έφυγα κι εγώ χωρίς κανένα απολύτως συναίσθημα. Χωρίς καμία συναίσθηση του εαυτού μου, του τι κάνω εδώ, τι έκανα, πόσα χρόνια έζησα και πόσα θα ζήσω ακόμα, την ύπαρξή μου μετρημένη στα δάκτυλα, και την ψυχή μου κόκκινη μεσ’ τ’ άφιλτρα όνειρά μου, τα πολλά εκείνα χρόνια της αιωνιότητάς μου, μιας αιωνιότητας τελείως προσωπικής, τελείως μοναδικής και την αυτοκαταστροφική μου άβγαλτη περηφάνια να τσουρουφλίζεται λίγο λίγο από ανεμόβγαλτες λάμπες πυρακτώσεως. Κι αν έχω ζωή, σίγουρα δεν είναι εδώ. Είναι κάπου αλλού, έξω απ’ το παράθυρο . Ίσως κι έξω απ’ τον κόσμο. Πέρα απ’ τα σύνορα, πέρα απ’ τις σειρήνες των ασθενοφόρων και τις αμαρτωλές ελπίδες των ψηλοτάβανων εκκλησιών. Και σίγουρα πολύ πιο πέρα απ’ τον ασθενικό εαυτό μου.