Σάββατο, 26 Μαΐου 2012

όμορφα

να υπάρξω
να ουρλιάξω
να σταθώ πάνω μου
να στερεώσω το χρόνο
ένας άντρας εκεί
με φωνή βραχνή
απεγνωσμένη
ήξερε μόνο να λέει
"αγαπώ το φως και τις στοές που μου δείχνει"
στο δέρμα μου απάνω
είχε στάχτη στα μάτια
σχοινιά που σέρναν τα πελώρια δέντρα






εγώ εγώ
ήθελα μόνο να τρέχω
και να φωνάζω
"μαλάκεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεες μου γαμάτε τη ζωή"
και να γελάσω σαν ουράνια τρέλα ή αματρία
ή άνθ(ρωπ)ος με πέταλα μαύρα
άσκοπα να με σέρνω από στενό σε στενό
να παραμιλώ, να μιλώ για τις μέρες
που θα ρθουν
να αγαπώ
χωρίς να
είμαι εκεί
επάνω στ' όνειρο
το μόνο που μπορεί τώρα
να με ησυχάσει
είναι
η φωνή μου να λέει
"πεθαίνεις αργά
ασθενικέ φραγμέ της ύπαρξής μου"
κι όλα να μοιάζουν οικεία
κι όλα γνώριμα κάπου εκεί
στη φθορά
στη φθορά
δεν πονάω πια
  δεν πονάω ρε
 δεν πονάω πια
     δεν πονάω πια
δεν πονάω πια
   δεν πονάω πια
 δεν πονάω πια
δεν πονάω πια
   δεν πονάω πια
      δεν πονάω πια
   δεν πονάω πια
 δεν πονάω πια
        δεν πονάω πια
           δεν πονάω πια
       δεν πονάω πια
        δεν πονάω πια
           δεν πονάω πια
    δεν πονάω πια δεν πονάω ρε
             δεν πονάω πια
                   ..δεν πονάω πια
           δεν πονάω πια
                δεν πονάω πια
 δεν πονάω πια
            δεν πονάω πια
                δεν πονάω πια
             δεν πονάω πια
               δεν πονάω πια
           δεν πονάω πια
                     δεν πονάω πια
           δεν πονάω πια
             δεν πονάω πια
      δεν πονάω πια
           δεν πονάω πια
     δεν
               ...ρε
     δεν.....μαλάκες
            στο διάολο
                 ειναι όμορφα.



Παύλος Σιδηρόπουλος - Blues (Live) [12]






Κρυμένη θα 'ναι η ψυχή
κι αυτό το βράδυ,
ιδρώτας, βρίσκεις αγκαλιά ερωτική.
Χαρακτηριστικά γνωστά,
μα άγνωστο χάδι,
σε κάποιο μπαρ, σε κάποιο μαγαζί.

Τις περισσότερες φορές
το περπατάς μονάχος,
μα τούτη η νύχτα
είναι δύσκολη να βγει.
Διαλέξεις σε διαλέξουνε,
δεν θα υπάρχει λάθος,
ίδιο νερό άλλη πηγή.

Μ' ένα σουγιά, άγρια μεσάνυχτα,
χωρίς πολλά πολλά γιατί.
Χωρίζεις τα όμορφα απ' τα άσχημα,
αφού για σένανε η πλάστιγγα
θα γέρνει πάντα προς τη γη.

Τη ζωή σου στην πασάρανε,
αυτή είναι κι αν σ' αρέσει,
τυχαίο σπέρμα αισθάνεσαι
απρόσωπου γονιού.
Γυναίκα μοιάζει ο θάνατος
που σ' έχει προκαλέσει,
κι έτσι τον κυνηγάς παντού.

Αχ δεν ξέρεις πότε έρχεται
ή φεύγει μια ευκαιρία.
Για σένα οι πλούσιοι είν' έξυπνοι
και βλάκες οι φτωχοί.
Κόβεις το γόρδιο δεσμό
για ασήμαντη αιτία,
μήπως πιστέψεις τη ζωή σου
πως την κυβερνάς εσύ.

Μ' ένα σουγιά, άγρια μεσάνυχτα,
χωρίς πολλά πολλά γιατί.
Χωρίζεις τα όμορφα απ' τα άσχημα,
αφού για σένανε η πλάστιγγα
θα γέρνει πάντα προς τη γη.

Κυριακή, 6 Μαΐου 2012

κουρελάκι

στον Ν.
και μετά
ήταν ζωντανός / η
κι αν εσύ
 γράφεις
εγώ μιλώ
μιλώ για σένα
μη λιποθυμήσεις!
στ' αλήθεια
η φυγή συνέβη
χωρίς αναλγητικά
χωρίς ιστορίες με περίστροφα
οι άνθρωποι
που δε συνάντησα ακόμη
ήταν άνθρωποι
μπορεί να σε στεναχωρήσω
να σε προδόσω
να σε κολλήσω στον τοίχο και
να σε σκοτώσω
ή να αφήσω να
μου κάνεις έρωτα.
ζαλισμένη κενη
άδεια
της μοίρας ειναι
χωρίς εμένα
παλεύω με χίμαιρες
γαμώτο μου
και κανείς δεν βλέπει
ασθενής
ασθενικός
ασμένων
ασταμάτητος σπασμός
διαστρεβλώνομαι
μετανιώνω
(κι αν
οπισθοχωρίσω;)
δε θα φταίω
με κάνεις να νιώθω τραγικα!
χωρίς να φταίς για τις ιστορίες
εσύ ποτέ δεν έφταιγες
και η βάρκα
και οι ζωγραφιές στον τοίχο σου
και οι σφαγές που κάναμε
πριν με γνωρίσεις
και με ρωτήσεις
πόσες φορές πεθαίνω κάθε μερα
εγώ ήξερα τι είναι η μοναξιά
και ήξερα τι είναι να σ αγαπούν
εγώ ήξερα πώς τ αντεχω
εγώ ήξερα πώς τα καταφέρνω κι επιβιώνω
κάθε φορά
εγώ δεν έχω καπνίσει ποτέ καρέλια
μόνο κουρέλια
και άλλες ιστορίες
εγώ είμαι γεμάτη τσιμπούρια
βδέλλες και άλλες σιχαμερές
αναμνήσεις κουβαλάω
χωρίς να ξεχωρίζει κάτι από μενα
μονο που είσαι
είμαι
ΘΝΗΤΉ
και αγαπημενη
του σκοταδιού
χωρίς, χωρίς να το ξέρω
τι είμαι, τι ήσουν
προσκύνησε με!
ή εγώ ή εσύ
ή ο κόσμος
ένιωσα στ αλήθεια ηλίθια
χωρίς να πονέσω
ή πολύ νούμερο
μάλλον νούμερο
με είχες κατακτήσει
ή καταντήσει
ή εμείς ή η ηδονη
διάλεξε το πιο ανώδυνο
να ξελιγώσεις τη νύχτα σου
και το μυαλό σου με το γέλιο μου
μια ανάσα μακρύτερα απ το χάος της άγριας εφηβίας
ποιος ξέρει ποιος με ξέρει
θα πεθάνω μόνη, πνιγμένη από μέσα
τιληγμένη με το δέρμα των αδερφών σου
δε με ήξεραν οι χειμώνες σου τότε
αντικαταθλιπτικό για 18χρονους
που ξέρουν να εκτιμούν την απουσία του άλλου
έχω κι εγώ νεκροθάφτες
που μου τραγουδουν τις νυχτες...
έχω κι εγώ ενοχοποιητικά στοιχεία
που θα μπορούσαν να σε κάνουν να με χαιδέψεις
και μετά να είναι όλα σαν πεθαμένο μαγνητόφωνο
όμως έχω και μια
αναισθησία άλλο πράγμα!
είμαι όμως πολύ όμορφη μου είπαν
κι αυτό με σώζει απ την καταστροφή 
σ έχω ανάγκη
αλλά εσύ μ έχεις περισσότερο.

Νιώσε με δε νιώθω τίποτα!
η ζωή είναι γαμάτη
κι έχω μερικά κουρελάκια να τα δένω γυρω απ το λαιμό μου
έτσι, για να θυμάμαι που και που τους θεατές μας
τα σκηνικά και τις μεγάλες κουρτίνες
μαζί θα υποκλιθούμε
και μαζί θα χαμογελάσουμε και θα παραδεχτούμε
το μεγαλύτερό μας φόβο:
τα παρασκήνια.

μαζί δε βρήκαμε τους εαυτούς μας
βρηκαμε έναν ανάπηρο.