Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2012

μόνος

πριν φύγουν όλες οι μέρες απ' τα τρύπια μου χέρια, πριν ανταμώσω με τη σκιά μου στον ίδιο δρόμο, πριν με βρούν και με λιώσουν οι χειμώνες που αγάπησα, πριν αγγίξω με στοργή τα χρόνια, τη νεότητα πριν χαραμίσω, πριν ευνουχίσω επιθυμίες, πριν αλλάξω δέρμα, πριν γδάρω με στοργή τη ζωή, πριν αναλωθώ σε παράδοξα όνειρα, πριν δω το φως που κοχλάζει, πριν καώ, πριν πάρω φωτιά. Πριν πεθάνω, ήμουν μόνος.



οι εποχές
οι ελπίδες
οι άνθρωποι

έτρεμα, κι ήμουν μόνος
έτρεμα, για να είμαι μόνος
έτρεμα, κι ήθελα να τρέμω μόνος

τόσο καταραμένα και αμετάκλητα μόνος.

οι εποχές που με τσάκισαν
οι ελπίδες που δεν με λύτρωσαν
η μοναξιά των ανθρώπων

άλλαζα, κι ήμουν μόνος
άλλαζα, για να είμαι μόνος
άλλαζα, και άλλαζα μόνος

τόσο άρρητα και προσδοκώμενα μόνος.

οι εποχές που έφυγαν κυνικά και με άφησαν παράλυτο
οι ελπίδες που με καταδίκασαν στην άπωση
οι άνθρωποι που έστρεψαν τα μάτια μου
προς τα μέσα

τόσο υπερήφανα, τόσο υπέροχα φλεγόμενος· και μόνος.

Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2012

ο ίδιος

Βήματα.

Βήματα ασκητικά και ταιριαχτά, βήματα πένθιμα
βήματα άγνωστα και βήματα γνώριμα
βήματα παράφορα, βήματα σίγουρα και βήματα ενοχικά
βήματα-σπασμοί, βήματα-τρεκλίσματα
βήματα-φόβοι και βήματα ιερά
βήματα άσκοπα, βήματα που δεν έγιναν
βήματα-μετανιώματα και βήματα φραγμοί
βήματα-λύκοι και βήματα ελάχιστα
βήματα σωτήρια, βήματα ανεξίτηλα
βήματα αδιάφορα ή βήματα του νου
βήματα θεικά ή της κολάσεως βήματα
βήματα σκυθρωπά, βήματα-φόνισσες
βήματα ανεπαίσθητα και βήματα βροντερά
βήματα αθάνατα, βήματα ανάλγητα
βήματα αταίριαχτα και βήματα βασανιστικά
βήματα ασθενικά και βήματα με ηχόχρωμα
βήματα με νόημα και βήματα χωρίς νόημα
βήματα που έσβησαν, βήματα ασφυκτικά
βήματα ερωτικά και βήματα χρησμοί
βήματα αόρατες εκκλησίες λογισμών ή παραλόγου.

Ο Άντρας-Χωρίς-Πόδια, έμενε πάντα στο ίδιο μέρος
με κοίταζε κάθε φορά που περπατούσα
και σαν να με φυλλομετρούσε,
σαν να διάβαζε βραχνά
όλης της γης τα βιβλία μέσα μου
πάνω μου
που δεν γράφτηκαν ποτέ.

Η αναπηρία του τον έκανε Θεό
και ήταν όσο απόκοσμος χρειαζόταν για να ενυπάρχει
ήταν πάντα εκεί, ο ίδιος, μήτε κουνιότανε
εκεί, δίχως σώμα, ίδιος με βραχο.

Μια μέρα σχολίασε τον βηματισμό μου
"είναι αρκετά..αργός δεσποινίς"
"δεν βιάζομαι σήμερα" του αποκρίθηκα
"ο βηματισμός σας είναι πάντοτε αργός δεσποινίς".
τότε τον πλησίασα
-κι αυτό το πλησίασμα κράτησε αρκετή ώρα-
"τουλάχιστον περπατώ." του είπα στεγνά.
Τότε εκείνος γέλασε, και γέλασε πολύ
δεν τον είχα ξαναδει να γελάει.
"παίρνετε πολύ σοβαρά την ύπαρξή σας δεσποινίς."
μου είπε μέσα από γέλια πνηχτά.

Δεν του κρατώ κακία, αυτός θα έπρεπε να μου κρατά
Και υπήρχε μια δύναμη
μια δύναμη ανάμεσα στην κίνηση και την ακινησία
τη θάλασσα και το βράχο, το χάος και τη ζωή
υπήρχε ένα χάσμα που ενώνει, και κάποτε το είδα, το εννόησα
εκείνος, στο σημείο του χορταριασμένος, ένα σημείο δικό του, ένα σημείο κάπου στον κόσμο, κάπου κοντά μου
και τόσο μακριά από μένα, απ τα βήματά μου τα ολόλευκα, τα βασανιστικά
"πριν αυτοκτονήσω θα σας χαρίσω τα πόδια μου.." είπα
"μου έχετε ήδη χαρίσει τα βήματά σας δεσποινίς. Και είμαι εντάξει, μην στεναχωριέστε."

Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2012

Στη μούσα

Είσαι βρύο πλάι στο μεγάλο ποτάμι
κρυφές γωνιές όπου ακούγονται οι φωνές των μαστιγωμένων
κι οι αναστεναγμοί των εραστών
πόση αθωότητα και πόση έκπληξη μαζί!
Είσαι μορφή και το παιγνίδι επιβάλλει
μόνο μια ύπαρξη να παίρνεται στα σοβαρά.
Είσαι το φεγγάρι σε μοναχικά δρομάκια
όπου οι θεοί συμπεριφέρονται οι άνθρωποι πεθαίνουν
κι εσύ ρίχνεις σ' ένα σκουπιδοτενεκέ αδειανό
ένα χαλάζι γέλια.
Τραγούδα μας την ανθρώπινη αποτυχία
κάνε την κατάρα κήπο
άνοιξε τη φυλακή των ημερών μας
και μάθε στον ελεύθερο άνθρωπο
να τραγουδάει το φως.

Τινάζει κανείς από πάνω του τη σκόνη της δόξας
καταπίνει τη ντροπή
υποφέρει το μαρτύριο
εκείνος πραγματοποιεί εκείνη μπορεί
κανένας δεν πρέπει τίποτα δε φταίει.

Λευτέρης Πούλιος

Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2012

1/2

-μισάνθρωπος
-και το άλλο μισο;

για πέταμα, ίσως και παραπάνω
για τα σκουπίδια σου είπα, για τα μπάζα πως το λένε
πώς να το εννοήσεις καημένε
αφού κι εσένα σ' απορροφά το μελάνι της πένας μου
το μελάνι και το αίμα που χάνω

μισάνθρωπος
μισός θεός μισός θεριό, δαγκώνει, μόνο δαγκώνει
με ανακούφιση, μια ανακούφιση!
με εξωθεί, με τοποθετεί κάπου που να μην μπορώ να βήξω
-σε μια παράσταση-
ατελείωτης διάρκειας, χαμηλωμένος φωτισμός
εγώ πράσινη, (όχι ακόμη, παραλίγο)
εγώ ν' ακούω την απολογία της
μια μαγεμένη απολογία, μια τρυφερή κατάρα

να καταφέρω να αποδόσω μια κίνηση - την τελευταία
αμυδρά ψιλαφίσματα, ανεπαίσθητα σπασίματα των καρπών
που καταλήγουν σε ξόρκι ή φάντασμα-από-καλειδοσκόπιο
συνθήματα του σώματος - παρανοήσεις του μυαλού
στην κορυφή ενός έρημου τόπου ή μέσα σε μια αίθουσα
εκείνη να σπάζει λίγο λίγο, να φεύγει, να χάνεται
κι εγώ να μένω εκεί
να μετρώ τ' απομεινάρια όσων υπήρξαν κι όσων αφανίστηκαν

[...]

αν ποτέ πεθάνω, θα είναι παράξενο.
θα είναι όπως στις ταινίες ή τα χιλιοπαιγμένα θεατρικά έργα
όπου η πρωταγωνίστρια πεθαίνει σε κάθε παράσταση.
στο τέλος - τι ειρωνεία- μπορείς να πας και να της ζητήσεις αυτόγραφο
"συγχαριτήρια δεσποινίς, εξαιρετικός θάνατος!"
εκείνη θα χαμηλώσει το βλέμμα και τα φώτα,
θα σηκώσει τη φούστα της
θα δεις, θα καταλάβεις, θα ψιλαφήσεις τις πληγές, θα αισθανθείς το βάρος
τότε είναι το βάρος, μεγαλύτερο
κι από ένα θάνατο που δεν συνέβη
(κι αυτοί που συνέβησαν
ποιος ξέρει αν συνέβησαν
στ΄αλήθεια
ή για ποια αλήθεια μιλάω)
Η πρωταγωνίστρια θα βγάλει τη μπλούζα, τις μακριές κάλτσες
θα λύσει τα μαλλιά
θα καθίσει πίσω στον καθρέφτη της
"ξέρετε, κύριε" θα ψελίσει
"ξέρετε... πεθαίνω κάθε μέρα"
θα βγεί ψυχρά, μια ακολασία,
μια αθοώτητα, και μια γλύκα
οδύνη ή ηδονή
ασυνείδητα θα γελάσεις
θα αφεθείς
(κάθε παράσταση είναι αλλιώς, κάθε ζωή και κάθε μέρα είναι αλλιώς
κάθε θάνατος, πεθαίνω αλλιώς -δεν ξέρεις-)
αυτή θα ξεράσει, αυτή θα είναι γυμνή, όμορφη και θα ξεράσει
θα παρακολουθήσεις το ξερατό της με προσοχή
τα μακριά κατάμαυρα μαλλιά να μπλέκονται στους εμετούς
τα λάθη ένα ένα στα πατώματα
με βία, με βία, μετά θα γαμηθείτε, θα γαμηθείτε άγρια
-δεν ξέρεις πώς είναι να γαμάς μια τσαλακωμένη ύπαρξη-
μα θα ναι όμορφη, θα φέγγει, θα βογγάει, θα χύνει, θα δίνεται
για κάτι ιερό
ή για το τίποτα.

Έτσι θα γίνει
και αύριο
αυτή
θα βρει, μόνο ο Θεός ξέρει από πού
τη δύναμη
να σβήσει πάλι
πάνω στη σκηνή.

Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2012

Κυρία των μέσα μου ανέμων

Κυρία των μέσα μου ανέμων,
Δεν θέλω να αρνηθώ ό,τι ακριβώς σε οδήγησε,
Να σπείρεις μέσα μου την ευλογία της κίνησης,
Της πράξης,
Να ρίξεις το σκοινί,
Στο σκοτεινό κι αλλόκοτο πηγάδι,
Που χρόνια λαθροζούσα,
Για να βρεθώ ξανά στο λαμπερό σου κόσμο,
Τον θαυμαστό, Τον πληγωμένο.
Σου υπόσχομαι να ξεκοιλιάζω κάθε βράδυ,
Τους θλιβερούς ορίζοντες της λογικής μου,
Ν'απογειώνομαι από τις φλούδες του γραπτού μου λόγου,
Στους πλησιέστερους φιλάσθενους πλανήτες,
Κάθε φορά και μ ένα αλλιώτικο τραγούδι,
Να ξεμουδιάζω γλείφοντας τον κοφτερό σου σκελετό,
Κι ούτε ένα Μάιο δε θ ανεχτώ,
Να σκύψει πάνω μου,
Με λόγια σκωπτικά,
Και σύριγγες,
Και φαγωμένα χείλη,
Να ειρωνευτεί την αδειανή και χυλωμένη μου πατρίδα.
Πιο ριψοκίνδυνος κι από το Ναζωραίο,
Θα περπατήσω πάνω απ'την κινούμενη,
Τη σαρκοφάγο άμμο,
Που διατηρεί απρόσιτες τις χώρες των ιερών παλιάτσων,
Και των σεληνιασμένων γελωτοποιών,
Τραυλίζοντας λόγια ισχνά,
Μα και σπουδαία,
Θ'αποσυρθώ στις προθανάτιες κοιλάδες των λοιμών,
Και της αγάπης,
Όπου απ'το μαύρο χώμα τους διάσπαρτα ξεφυτρώνουν,
Κορμιά ανθρώπινα διαμελισμένα,
Πλάι στις φεγγαρολουσμένες παπαρούνες,
Ίσως κι εγώ εκεί να λησμονήσω τον τραυματία ουρανό,
Και ν'αρχινήσω ένα τραγούδι που θα λέει μόνο,
Σ'αγαπώ σ'αγαπώ.
Και σαν τελειώνει θα σταματάνε τα ποτάμια,
Κι οι οδοντοστοιχίες θα εκρήγνυνται,
Και θα γεμίζει ο αέρας πέταλα καρατομημένων ανθών,
Καρπούς γυναικείων χεριών,
Και λιωμένα κοσμήματα,
Κυρία των μέσα μου ανέμων,
Τιμώρησέ με αν θες,
Γύμνασέ με στο γέλιο και στον πόνο,
Είμαι ο οριστικός εραστής σου,
Ο αόριστος,
Ο τωρινός και ο παντοτινός,
Ο πιο ανώριμος,
Ο πιο σοφός,
Τώρα πια γνωρίζω τι μ'οδηγεί να υποτάσσομαι,
Στην ετοιμόρροπη και ασθενική σου θέληση.

Γιάννης Αγγελάκας

Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2012

requiem

ψηλώνει η ψυχή της
φεύγει
ο νους της
δεν αποκρίνεται πια
ένα χαμόγελο αυτοκτονικό
μια χαρακιά στο στήθος
σιμά στην καρδιά
εκεί που αναμόχλευε τις ιστορίες
τα λάθη, εκεί
που εξέτρεφε τις χίμαιρες
τα σκοτεινά "υπάρχω"
τις φυλακές που ξέφυγαν
δεν νιώθει πια
εκεί καταβροχθίστηκε
το μεγαλύτερο "πιστεύω"
στη ζωή της
μια ψευδαίσθηση.

αν είναι να μείνει κάτι από μένα
θα είναι η τέφρα
που είχε κάτι το ξεχωριστό
κάτι το απόκοσμο
κάτι που με γεννούσε και μ' έπνιγε
κάτι που στρίγγλιζε στ αυτί μου
σαν προσευχή και θρήνος
σαν ηχώ μελλοθάνατου

έζησε απροστάτευτη
στον κόσμο πέρασε σαν σκιά ονείρου
σαν κραυγή Θεού
ο νους της ψήλωσε τώρα
η ψυχή της σωριάστηκε απαλά
σαν ψιχουλάκι
σαν ψιχουλάκι
ησύχασε τώρα
η τρεμάμενη ευχή της
πήγε στο διάολο
πήγε στο διάολο

μόνο σιωπή τώρα
μόνο σιωπή
και η ερημιά
που σκεπάζει τον κόσμο

Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2012

γυναίκα



παιχνίδι εξουσίας
παιχνίδι λαγνείας
παιχνίδι ζωής
παιχνίδι τύχης ή ατυχίας




με σκότωσε
κι απόψε
με κατάπιε
κι αυτό το βράδυ
κι όσο ορκίζομαι
πως θα την αρνηθώ
τόσο χιμάω
σαν αλήτης αδέσποτος
και ναυαγώ
σα σκύλος ετοιμοθάνατος
σαν αυτόχειρας γυμνός
σαν τυφλός εχθρός
της αγάπης

Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2012

ψέμα λάσπη φως

γυρε να σου πω μια ιστορια
και μη με πιστέψεις για τίποτα
δεν υπήρξα στ αλήθεια
ήμουν το απαύγασμα μιας γης
που έτσουζε ψέμα λάσπη φως

κι ότι γυρισα να κοιτάξω
ήταν ένα ανακάτεμα στο στομάχι

υπάρχουν τρόποι για να πεθάνει κανείς
αν ποτέ υπήρξε
υπάρχουν τρόποι και για να ζήσει
αν του δωθεί το δώρο της γέννησης

άνθρωποι
ένα κράμα από ψέμα λάσπη φως

μια χούφτα αίμα αλιχτάει
στο σώμα μου
κάποιος πεθαίνει κάτω απ το δέρμα μου
οι λέξεις μ' αγαπούν
με δέχονται μαύρη
η σκόνη με λυγίζει και γελάω ατόφια
αχνοφέγγει μέσα μου το ζώο
το έντομο που δεν μιλαει
που αλητεύει
που παραμονεύει
να ρουφίξει τη σάρκα

δεν υπήρξα στ αλήθεια
είμαι η στάχτη του κόσμου
της γης καθώς γυρνάει
της μάνας μου καθώς γερνάει
της γλώσσας που γέρνει
για αιώνες

δεν έχω κάτι να δώσω
απλώς παρατηρώ
τ αγγίγματα, τις ενοχές, τις εμμονές
των ανθρώπων τα χέρια
δεν έχω κάτι να πάρω
ούτε ψέμα ούτε λάσπη ούτε φως
μπουχτίζω σύμπαν
μπουχτίζω συνειρμούς

μ αρέσει πότε πότε
να γυρνάω τα πέλματά μου στον ήλιο
μέχρι να κοκκινίσουν και μετά
να τα πατάω στο χώμα

κάθε χρόνο ξαναβαφτίζομαι
κάθε χρόνο πέφτω βάναυσα
εκεί που δεν ορίζεται άνθρωπος
ένα τέρας μ' ακολουθεί
ένας άντρας με προσπερνάει
τα γόνατά μου γλείφουν μαύρη νεότητα
δαγκώνω με το νου την αγιότητα
χιλιάδες πόδια πάνω απ' τον ορίζοντα
χιλιάδες πόδια πηγαίνουν κάπου
κάπου
με θυμώνει αυτό το κάπου
μου αντιγυρίζει τη γελοία μου φύση
γελάω
γέλιο, γέλιο πνιγηρό
γέλιο απάνθρωπο

θα μπορούσα να το κάνω για μέρες
να κοιτάζω μια καρέκλα που πετάει
μέχρι να εκραγεί στο δωμάτιό μου
δεν ξέρεις τι υπάρχει
τι υπάρχει πιο μέσα
πιο μέσα είναι χάος αγάπη μου
πιο μέσα χαθήκαμε
πιο μέσα λιώσαμε
πιο μέσα δεν πάει.

με ξυλοπόδαρα στιλώνω την ψυχή μου
με ψέμα, με λάσπη με φως την κραυγή μου



ΥΓ.
ξαναδιαβάζω το κείμενο
ψι. λα. φω.
κοροιδεύοντας κάθε γραμμή
κάθε σειρά
φτύνοντας τις συλλαβές
φτύνοντάς με
πώς αλλιώς
θα ξαναφυτρώσω;
ένα μαχαίρι
ένα μικρό μικρό μαχαίρι
π' ούτε το χέρι δεν το πιάνει
μα εκείνο μπαίνει παγωμένο
στην ξαφνιασμένη μας καρδιά
και σταματάει εκεί που τρέμει
θωλή κι αξήγητη για πάντα
η σκοτεινή μας ρίζα
της κραυγής

Φ.Γ. Λόρκα
την ώρα που ο ηθοποιός ξεσπάει στη σκηνή
είναι εκείνη η στιγμή που αυτοελέγχεται όσο ποτέ άλλοτε