Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2012

χαμομήλι

 φρικαλέα το μπρίκι
ανακατεύει
αναμενόμενα
βήχει
μορφάζει
τσαλακώνεται.

κοχλάζει
στα χέρια
αργά
σαν σύριγγα
αιματηρή
μετάγγιση.

τέλος.

το ρόφημα
σπαράζει
και χύνεται.



Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2012

σοβαροφανείς απαταιώνες και χαμένοι αιώνες
έτσι θα ξαναβάφτιζα
τα πρόσωπα των πεθαμένων
με ασβέστη

Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2012

τύφλα

μπαινοβγαίνοντας σε μπαρ ανομοιόμορφα
νομίζω είμαι ρωσίδα
με μια απέραντη πλεξούδα, ροδοκόκκινη
αχνίζω
ξαναμμένη και γυρνάω
τις γάμπες μου στους ώμους σου
αναζητώ τον πνιγμένο
πού τον κρύβεις;

κουρελάκι 2

θα πουν πως στέρεψες
οι τρελοί
πως είσαι αστεία τάχα
μ' αυτό το κουστουμάκι.
πως άρρωστα παιδιά θα γένναγες
τυφλά, συμφωριασμένα
ή δηλητήριο θα 'φτυνες
στους τοίχους.
μα δεν θα βγάλουν άχνα
για το κουρελάκι σου.



σήψη

τα μεγάλα πάθη, λέει
δεν έχουν υπόμνημα
ούτε στραγγαλισμένες φτέρνες
ορίζονται όπως
μια γρατζουνιά αδιόρατη
με οινόπνευμα
πεθαίνουν
πρόωρα
και τίποτα δεν αντιστοιχεί
σε τίποτα
τα χάη μόνο υποκλίνονται
ακροβατώντας στου λάθους
την οξύμωρη έλξη
απρόσιτα λευκή
κατοπτρισμός του μαύρου
η εποχή αυτή
μ' ανατινάσσει

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2012

κανείς

μη φοβάσαι
κανείς δεν θα μάθει ποτέ για όσα ζήσαμε
κυρίως όμως
δεν θα μάθει κανείς για όσα δεν ζήσαμε

γι αυτό μη φοβάσαι
έχω καλά φυλαγμένες στην πιο απόμερη σιωπή του εγκεφάλου μου
όλες μας τις ανύπαρκτες στιγμές

Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2012

The Tiger Lillies - Her Room


Where are the fun times? 
Where are the rum times? 
Where is the sunshine  
In her room

Looking for dog-ends 
Picking up her friend  
Looking for the end  
In her room

Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2012

mysery and mystery

ρε
δες με
τι θλιμμένη που είμαι
και πόσο θλιμμένα καπνίζω
αυτό το τσιγάρο
μες τη θλίψη
κοίταζέ με
πόσο θλιμμένα
βάζω τα ακουστικά
του mp3
στα αυτιά μου
και πόσο κενό
και θλιμμένο είναι
το βλέμμα μου!

ρε, κοίταζέ με επίμονα
σαν να είμαι
ότι πιο δικό σου
ότι σε πόνεσε
και σ' έκανε να λυγίσεις
σαν να 'μαι
όλη σου η θλίψη
μαζεμένη σ' ένα γυναικείο σώμα
σαν να μαι εσύ.

ρε
γάμα με όσο
θλιμμένα και οδυνηρά μπορείς
κι αγάπα με
όσο πιο άρρωστα κι απαίσια θέλεις
σκίσε με μες τις νύχτες των ματιών σου
κάνε με σκόνη απόκοσμη
κλείσε με στη θλίψη
στη μιζέρια
και τη μυστήρια μορφή σου
άσε με να ανιχνεύω
κάθε σπιθαμή του
αλλότριου εαυτού σου
να παρατηρώ τις άκρες των
δακτύλων σου
τις ιστορίες σου άσε με να μαντεύω
να σε μαντεύω
και να μαγεύω κάθε κρυφή
σπιθαμή του μυαλού, του κορμιού σου
να μαγειρεύω με σκοτάδι
τα ονειρά σου
τα ουρλιαχτά σου
να αγκαλιάζω
κι όλα όσα αγάπησες
να γίνομαι
φριχτά και πένθιμα
δικιά σου.

ω, δες με
γαμώτο μου
κοίταζέ με
με πόση θλίψη
περιμένω το λεωφορείο
με πόση θλίψη ανεβαίνω στο λεωφορείο
όπου όλοι είναι κόκκινοι
κι αναβοσβήνουν
σα λαμπάκια χαρμόσυνα
μέχρι να εκραγούν
και άπειρα, τα άπειρα
τα τρύπια γράμματα
ποιητές δεν υπάρχουν
ούτε θλιμμένοι ποιητές
ούτε άνθρωποι που είναι θλιμμένοι
ούτε συ, ούτε γω
με καυλώνεις
έτσι όπως στέκεις ανύπαρκτος
σαν δημιούργημα
του πιο αδέξιου φόβου μου
που δεν μ' αφήνει
να σ' αφήσω να με σώσεις

δες με
καύλωσέ με
γάμα με αγαπα με
κατάλαβέ με
νιώσε με
μύρισέ με
σκίσε με
ζωγράφισέ με
φύσα με να βγω
απ' αυτό το βάλτο
ταρακούνησέ με
να ξυπνήσω
απ' αυτή την άνευρη
σιωπή
που μας κυκλώνει σέρνοντας πάνω μας
τα ουρλιαχτά της
διαπέρασέ με
διαμέλισε το χρόνο μέσα μου
πίεσε τα γεννητικά μου όργανα
μάτωσέ με
χωρίς να έχω
κιόλας πεθάνει
σε κοίταζα
που έφευγες
δεν είχα τίποτα να σου δώσω
μόνο σε κοίταζα
κι απόδιωχνα το θάνατο
και πέθαιναν μέσα μου οι λέξεις
μια μια κατέρρεαν
πυροβολούσαν μέσα μου
οι σκιές η μια την άλλη
ανασταίνονταν κροταλίες
ασταμάτητες χαραυγές
απανωτά μερόνυχτα
κυλούσαν οι χρόνοι
έσκουζαν
κι εγώ βαριά σε ήθελα
να σ' έχω, να μη λυπάσαι για τίποτα πια
να κάθεσαι στα πόδια μου
πιο όμορφος απ' όλους τους γρίφους
της γης αυτής
κι αργά
κι ευλαβικά
να σ' ανασταίνω.


κλειτορίδα

ε;
τι;
πες
μου
εελα
μωρή
κάργια
να πάμε
διακοπές
αμερικάνο
φίλαθλο για
δες να σε δει
παρελθόν σου 
λέει μετά ξέρω
είσαι πολύ χαζό
και παραπληγικό
αλλά γι αυτό σε
αγαπώ, σαν να
σε γαμώ χωρίς
προφυλάξεις
αηδιαστικό
και δεν μ'
αρέσεις
χωρίς
κώλο
να το
ξες
τι;
ε;

Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2012

πεθαίνω σαν χώρα

Όνειρο στον άλλο κόσμο

Η εικόνα ξεπροβάλλει στιγμιαία και χάνεται.
Σε ουράνιους εμφανίζεται κήπους
ανάποδος φωταγωγός.

Τα μουσικά τοπία, οι ακατανόητες πτυχές
εκπομπές του βελούδου
μια ντουφεκιά από την κάνη της γαλήνης
σκορπίζει φτερά.

Ανάσκελα, δίπλα σε μερμηγκοφωλιές
μπολιάζοντας το σύννεφο με ρέμβη
πολύκαρπος
μ' ένα κομμάτι ουρανό, μ' ένα παγούρι θάλασσα
σ' αιώνια εκδρομή
σε δενδροκρέβατα επάνω
με εικόνες απ' τους κύκλους που σε πνίγουν.

Και γέρνεις κλαδί φορτωμένο το φως
και στ' αυτιά μου ο λόγος
ότι θα ρθεις στη χλιαρή γη
όπου θα έζησες κάποτε
που τόση αγάπη άφησε και αναβλύζει
μες στην ψυχή σου.
 

Αλλά μπροστά σου βούιζε ο θάνατος. Ο άλλος θά-
        νατος.
Κάτι σαν λεπίδια σμίλες του αέρα.
Στους κόκκινους εξώστες, σημαίες της παράφορης 
        στιγμής. 
Κι η μάνα σου λιγνή σ' αγκάλιαζε
κυρτή, λες πεθαμένη.
Κίτρινα, ραγισμένα πουλιά
ανέβαιναν συνέχεια προς τη γη.
Με μια ρομβική κίνηση ανέβαιναν.
Κι η ησυχία
μαρμαρωμένη λίγο πριν απ' τη βροχή
πιωμένη φωτιές και υγρούς ήχους
με το ρυθμό φοβισμένης φτερούγας, 
ανάσαινε.

Και τότε έπαψες σιγά-σιγά να μιλάς και να γράφεις.
Και γέμιζες μέσα σου νόημα και μουσική.
Συνέχεια γέμιζες



Θέμης Τασούλης

σε μωβ ελάσσονα

Τρίτη, 6 Νοεμβρίου 2012

μια μαλακισμένη ανάρτηση

κελιά.

απλώθηκαν μπροστά κελιά
ασήμαντα εκκολαπτόμενα κελιά
κι ο διεστραμμένος χρόνος
ανεστραμμένος
δείκτης ευφυΐας

(του μυαλού λέει είναι όλα)

κλειδοκύμβαλο
μίσος για τα βράδια που δεν έγινε τίποτα

μίσος για τη γη που μας κρατάει
μίσος για το φως που αναστέλλεται
και παραμορφώνει
το δέρμα του πιθηκανθρώπου
του πιο λάγνου
του πιο λάγνου, λέω, Εωσφόρος.

σκατά.

σκατά και μίσος
στις συμπεριφορές, στα πάθη, στα καφέ-μπαρ
ένα, δύο. τρία,
πήγα στην κυρία
μήλο ματωμένο
κι αηδία
μαλακία
κρεατοελιά.

κελιά
χιλιάδες αναπόσπαστα
εγκεφαλικά κύτταρα, χωρίς επιτήρηση
ανομοιόμορφες παροτρύνσεις
και παιχνίδια, και παραμορφωμένα κουμπιά,
και σκατά.

τρίγωνα πανοράματος

τι κι αν ζουν
τι κι αν πέθαναν
οι αλήθειες
οι ελπίδες
οι αναμνήσεις

γαμημένα τρίγωνα πανοράματος
τρώμε
και θεατρίνοι είμαστε
και θα είμαστε
αιώνια ελεύθεροι
και δέσμιοι
των εαυτών μας

η ευφυΐα μας
μας τρώει
ενώ τρώμε
τρίγωνα πανοράματος

Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2012

κι οι μέρες
μελαγχολικές στοές
στις άκρες των δακτύλων
μιας πόρνης
που άτσαλα ατσαλώθηκε
και ρίμαξε φωνές τριγύρω
μέσα απόκοσμη σιωπή
κι ας έρθει, ποιός να έρθει
να ξεκόψει απ' τη φυγή
το λυτρωμό του θέρους
άβολες θύμισες
του χθες συντρίμια
και του μεθαύριο στεναγμοί
κι υπόκωφες ελπίδες
ανακααααλώ
μια μέρα, μια οχιά με μάτια
άσπρα
δίκοπα δάκτυλα που απλώνουν
δύστροπα τις λέξεις
σε σελίδες ετοιμόρροπες
λεπτές, φοινικοδέντρου
κι αφήνεται βουβή κι ασάλευτη
η λέξη "αγγίζω"
τριχοτομία, δηλαδή
ενός λεπτού σφαγή
ανάκατη ασπιρίνη
με μαρτίνι
διαστροφή
και σκούρα έντομα
θολά στο μάτι
στροβιλίζονται
και σκάνε μες τ' απομεσήμερο.

Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2012

καταδίκη

γραπώθηκε άτσαλα
στο ασθενικό κορμί μου
ιαχές ξεχείλιζαν
απ' τις αρθρώσεις
ενίοτε ξένοι, ενίοτε δέσμιοι
και τόσο αλλόκοτοι
κλειστοί κι ασύμβατοι.
ο χρόνος κύλησε
ανάμεσα στα στήθια της
ερημικό τοπίο, συμπαντικό
 «
λέξεις δεν έχω να σου δώσω,
μοίρα μου πένθιμη
με αστραγάλους λιονταριού,
η γνώριμη μορφή σου
σέρνεται καιρό 
στις πιο απόμακρες στοές 
του εγκεφάλου μου
αφήνοντας τοπία άφταστα
γυμνή απ' όλα
κι από αίμα
στεγνή σαν θάνατος
καθώς βουβά εκρήγνυσαι
μπροστά να μου χιμήξεις
κι εγώ δειλιάζω, άρρητα
φωνάζω, και σου λέω πρέπει
πρέπει το χρόνο να δαμάσω
τώρα, χωρίς περιστροφές
ή άλλα αινίγματα, εγώ
στο χώμα ανακαλώ ζωές
στη γη κοιτάζω, κι αναιρώ 
τη λήθη, τη δικάζω
κι εσύ θολή, ανεξιχνίαστη, 
λεπτή με σώμα ερειπωμένο από 
ζωή, με καταδιώκεις
πάθος στη λάσπη, στον αέρα
αναταράζεις το εγκόσμιο 
δέρμα μου, και σιωπηλά
ουρλιάζεις, μέσα μου το ζώο
να υπερβεί τις πύλες του
θνητού εαυτού μου
και να διαβεί, σ' άγριες
σε εκκωφαντικές ονειρώξεις
ίσως,...
ίσως να είσαι η σκιά
που έμπηξε τα νύχια της
στην απουσία μου
και να διατάζεις θυμωμένη
τα φτερά σου να διαλύουν
να τρυπούν τ' άθλια πέλματά μου
να μην υπάρχουν πια τα 
πόδια μου, η γη να μην υπάρχει
στο διάφανο τοπίο, του μυαλού μου
ψιλαφώ μια ανεπαίσθητη εφορία
και ξαφνικά
ήλιοι κομματιαστοί
και μαύρες κόρες
των ματιών σου ολάνοιχτες
με διάτρητα φτερά
υψώνομαι και φεύγω
με βάρος άκαμπτο
κι αιώνια λαχτάρα
μοναχικός κι υπέροχος
νεκρός κι αθάνατος
με σώμα άδειο κι ασαφές
απόκοσμο και πρόχειρα 
δοσμένο, σ' ανείπωτους σπασμούς
γήινους θρήνους
κι άπειρα κελιά απρόσιτα, φωνές
κι ύστερα σπάζεις, 
δεν υπάρχεις κι αναιρείσαι.

ίσως, να είσαι η σκιά
που έμπηξε τα νύχια της
στην απουσία μου
αφού νωρίς, νωχελικά 
θα φτάσεις σε κάτι 
 απρόσμενα γνωστό 
θα με διαβείς, θα με 
λυγίσεις, και θα μου πεις
πως όλα τέλειωσαν
γλυκά, θα με κοιμίσεις
και θα 'σαι συ
παυσίπονος θεός
κι ανυπαρξία
»

Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2012

του μυαλού

ίσια, χώμα μπροστά, γη στραβή
και φύλλα άοσμα, ξερά
κοίτα πώς είσαι
ανέμενε. να ξεχαστείς
στα πένθιμα κατάρτια
να αφεθείς
κοιτάξου λίγο σοβαρά
στο τζάμι του μυαλού
χορός γυρτός
σφαγμένες μελωδίες
κι αναβοσβήνουν κάποτε τα φώτα
θόρυβος και θρίαμβος
εκρήξεις των χεριών
οι εκδρομές σ' αδειάζουνε
πια, ο αγέρας στα μαλλιά σου
αναστατώθηκε, λυτρώθηκε
η κρύα καρδιά, ελαφρυντικά
κι η καταδίκη λίγη κι άπειρη
για σένα, μόνο ήχοι και ξεσπάσματα
τους δρόμους κοίτα πώς κοιτούν
κι εκμυστηρεύονται
το ψέμα της ζωής
όχι δεν πάνε παραπέρα - σ' αγαπάω
κι έθαβα μέσα μου την Αποκάλυψη
καιρό, κι οι άνθρωποι με λύπηση
με προσπερνούσαν
κι ήταν οι λέξεις μου βαριές
και το κορμί μου αβάσταχτο
το χώμα που πατάς δεν σε αγγίζει
εσύ μ' αγγίζεις
γάμα τους δρόμους
που δεν τελειώνουν
κι έλα να σφάξουμε τον καιρό
το χρόνο να δαμάσουμε
κι εσύ να προσπερνάς σαν θύελλα
τ' άσπρα δαιμόνια.

Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου 2012

ασυμμετρίες

διάτρητες πόρτες
διάτρητα μυαλά
χυμένα
που στην ουσία
είναι ένα
ένα σελοφάν
που λάτρεψα
όταν δεν είχα άλλα
χρόνια να λησμονήσω
με βλέμμα επίμονο
διαστρικό
για μέρες, πέρασαν μέρες
κάτω απ' τα υπόστεγα
τσαλακωμένα χέρια
και έρχεσαι εσύ
και λες
"υπάρχω!"
και γελάς, γελάμε
ακατανόητα όλα, λες
ακατανόητα
και τόσο τετριμμένα
τόσο προσδοκώμενα
λες και ψάχνεις γκόμενα
χιλιάδες αποσιωπητικά
τι θα τα κάνουμε
τόσα αποσιωπητικά
χωρίς μια φιγούρα
τρυπημένη, ξεφούσκωτη
άσχημα δάκτυλα
στο παντελόνι ακουμπούν
χέρια ικανά μέχρι
και να σκοτώσουν
άσχημα χέρια
άδεια χέρια
φλύαρα χέρια
πολλά υποσχόμενα
λες και
ψάχνεις γκόμενα
γελάς, γελάμε
και κλαις
παρατηρώ τα μάτια σου
υγρά και τόσο
δύσκολα
γνώριμα, μπορώ να τ' αγγίξω
να τ' αγγίξω
μα δεν τ' αγγίζω
σου λέω, εγώ παρατηρώ
το ρολόι
περασμένο στον καρπό σου
διάτρητες πόρτες
άνθρωποι γνώριμοι
λευκοί
περνούν
μυαλά διάτρητα κι αυτά
απονευρωμένα
άσχημα χέρια
άδεια και απάνθρωπα
ικανά για τα πάντα
και για τίποτα
τίποτα κακό
τίποτα διάφανο
διαστροφικό
περιστροφικές κινήσεις
γαλαξίες, έτσι ορίστηκε
να είναι
να είναι εσύ
όπως κοιτάζεις, τώρα
τώρα γι αυτή τη στιγμή
που κοιτάζεις
με σφαγμένα μάτια
σαν να μου λες
"τώρα, τώρα
γι' αυτή τη στιγμή
φτιάχτηκε ο κόσμος" 
σαν να σε βλέπω
κατοπτρικά
κι αφύσικα λευκή
και αμόλυντη, ασαφή
κι αόριστη έτσι όπως κοιτάζεις
διάτρητα μυαλά
τα μυαλά μου
χυμένα στα πόδια σου
σελοφάν να τυλίξεις
τα ονειρά σου
κρύψε τις σκιές τους στη ντουλάπα σου
καθάρισε τα αίματα
απ' τ' άσπιλα κορμιά τους
φρόντισέ τα
διάτρητες λέξεις
αφύσικα λευκές
ανομοιόμορφες
δε βρήκα
μα το Θεό
καμία συμμετρία
σε τίποτα
μα το Διάολο
έχω τόσο άσχημα χέρια!
διάτρητες πόρτες
διάτρητα μυαλά
άνθρωποι και αποσιωπητικά
μορφές αλώβητες
στο χρόνο βολεμένες
κι απέραντες
τόσο που σκάνε στους τοίχους
με πάταγο
άνθρωποι ξένοι
ξένα γαμήσια
απονευρωμένες μαστουρωμένες πολιτείες
κι άκου
αυτή η στιγμή
άκου. . .
τώρα,
ξέρεις
γι' αυτή τη στιγμη φτιάχτηκε ο κόσμος.

Σάββατο, 6 Οκτωβρίου 2012

γαμημένες ώρες

ρε ξεκόλλα
τίποτα δεν καθορίζεται
όλα δαγκώνουν το αναποδιασμένο σώμα
όμως, άλλη μέρα θα είναι
πιο νωρίς
ο μεθυσμένος θίασος θα εξιλεωθεί
θα τρεκλίσει στο χάραμα ο τρελός θίασος
οι δρόμοι θα αναμένουν
τις ρόδες των ποδηλάτων μας
τίποτα δεν θα αντηχεί
δεν θα αντιγυρίζει, με μασημένες συλλαβές
πίσω απ' τις λέξεις, κι αγγίζω τώρα
το κενό
ταπεινά και φλερτάρω
το μαστούρη ήλιο
πόσες φορές στο είπα;
πόσες φορές είπα να μην μου γαμάς την ψυχολογία;
γάμα εμένα καλύτερα
θα σου έρθει φτηνότερα
και θα είναι πιο ανώδυνο
και πιο θλιβερό
περπάτησες και
τα βήματά αυτά ξύπνησαν μέσα μου την διάνοια
των πιο απομακρυσμένων λέξεων
των άρρητων φόβων, ξέρεις
ρε
ανθίζουν κάποιες μέρες, ανατέλλουν
κάτι παράξενα πρόσωπα μέσα μου, επικίνδυνα όμορφα
και ακανόνιστα
και ανατέλλουν
γιατί τόσες χιλιάδες φορές πνίγηκαν και πάλι ανατέλλουν
δεν είναι ωραιο;
και τόσο μα τόσο ψυχοφθόρο
και μοιραίο,
άφραγος καιρός, περπατάει με τα χέρια στις τσέπες
κι αποζητά, τις μέρες που δεν ζήσαμε και πέρασαν
και πέρασαν!
γιατί είναι ωραίο ρε
οι άνθρωποι να σου θυμίζουν τοπία
και τα τοπία να θυμίζουν ανθρώπους
- προσέγγιση εκατοστού
στο φαινόμενο της ζωής -
ζούμε χαραμίζοντας λέξεις
για άγραφα ποιήματα
κι οι ώρες εκδικητικές ξανθιές, αλύπητες γκόμενες
μαλακισμένες και γαμημένες
και ξέρεις ρε
αυτές τις ώρες
είναι ωραίο να με μισείς, να με βρίζεις να
ακροβατείς
στα ναυάγια των νευροκυττάρων μου
ξέρεις
πώς όλα ήταν ωραία πριν εξαφανιστούν
πώς τίποτα δεν μεταβάλλεται
στη γαμημένη ζωή μας
το μόνο που αλλάζει θέση είναι ο λεπτοδείκτης
και γουστάρεις τη μέρα που όλα θα είναι μπλε
γουστάρεις να με δεις να σου μαγειρεύω γυμνή
και να υπογράφω την καταδίκη μας
με γκρίζα μάτια
και δολοφονημένους μαστούς.

Πέμπτη, 4 Οκτωβρίου 2012

"kafka"


Έχω μια ανίατη αρρώστια
στην ντουλάπα μου κλεισμένη
μια μοναξιά
που μες στη δόξα της
γυμνή σε περιμένει
κι έχω μια τρύπα στο κεφάλι
για να βλέπω
ό,τι βλέπουνε και οι άλλοι
φώτιση
βγαλμένη απ’ το σκοτάδι
κι είναι η ανάγκη που με τρέφει μια ζάλη
ακόμα κι απ’ τη τρέλα
του παράλογου του λόγου
πιο μεγάλη
κι είναι οι κραυγές τους κάθε βράδυ
νανούρισμα στ’ αυτιά μου
αγωνία στα όνειρά μου
για ένα χάδι
φώτιση
βγαλμένη απ’ το σκοτάδι

Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2012

δαμάζοντας θύελλες

αυτοκτονικά σχεδόν
χαιδεύω τους γλουτούς σου
και πίσω μου καράβια
παραπατώ σ' ένα κενό αδιανόητο
επαναλαμβάνω
τον άπειρο κι άγνωστο φόβο
των άπειρων κι άγνωστων σκοταδιών
που κουβαλάω



Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2012

για τους φίλους που δεν γνώρισα

είναι όπως
οι χαμένοι ποιητές και
τα χαμένα, σοβαρά τους ποιήματα
είναι όπως οι φυάλες, τα αναλγητικά
είναι σαν τα πεταμένα εντόσθια
του σκύλου στους δρόμους
και τις σαπισμένες αιμοσφαιρίνες
εγώ τους μιλάω πού και πού
τους περιμένω στο υπόγειο γλέντι μου
φοράω τα καλά μου ρούχα, τα μαβιά
και έχω μια άσπρη διάφανη ανεμώνη
να μυρίζω αναμένοντας, τις κρύες ανατριχίλες τους.

ξέρω πως δεν θα ΄ρθουν
μα εγώ τους περιμένω
με παγωμένα χέρια και μαλλιά ανάκατα
χλομά περιστρεφόμενα πρόσωπα
επαναστατημένα κι άσχημα κορμιά
κατεργασμένα
λαμπιρίζουν, ξεφυσούν, κι αναγουλιάζουν
προσκυνούν το αύριο - ως αύριο να αντηχούν
να ξεμακραίνουν
ερπετά, εκτάσεις απονευρωμένες
από γη, άνθρωποι φτιαγμένοι από γρανίτη
βιαστικοί και φιλάσθενοι
νωχελικοί
και μόνιμα μανταλωμένοι στα μπράτσα μου
σα νυχτερίδες.

τους περιμένω
όπως ο χειμώνας τις πυρκαγιές
όπως η γη  τους πλανήτες
πώς ζουν χωρίς εμένα
κι εγώ νιώθοντας πως υπάρχουν;
ξέρω πως δεν θα 'ρθουν
μα έχω ετοιμάσει το τραπέζι
έχω βαφεί, έχω στολιστεί
και μια φορά αναπάντεχα
οι άγνωστοι φίλοι θα διαβούν
θα περπατούν βουβά και υπερήφανα
δίπλα μου θα καθίσουν
και θα με δουν
πώς ανατέλλω
πώς βαραίνω
και πώς χάνομαι.

Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2012

Socos & The Live Project Band - Κοκαίνη

                                   Κουράστηκες να ακούς μακρόσυρτες ευχές,
μικρές σποραδικές βροχές, να κυνηγάς εχθρούς

Και θες να ονειρευτείς, ξανά να ερωτευτείς
να σ' αγκαλιάσουν σαν σε βρουν οι άγνωστοι της γης

Στο παραμύθι αυτό νεράιδες δεν υπάρχουν
κι οι ήρωες που θα ΄ρθουν θα σ' έχουν για νεκρό

Και σαν θα κοιμηθείς σφιχτά θα σ' αγκαλιάσω
για σένα θα τρομάξω τους αγνωστους της γης...

Απ' την κραιπάλη που με πλάκωσε βαρειά,
παράλυτος μ' εκφυλισμένα μάτια,
ποιος θά 'ρθει να με ελευθερώσει μια νυχτιά;

Οραματίζομαι συχνά μιαν ύπαρξη
μια κόρη με τα κάλλη τα περίσσια
που θα με φέρει στην αλήθεια, ίσια
που θα με βγάλει απ' τον έκλυτό μου βίο...
Αντίο...

Θα βρω μια θεία ξεκούραση στα χέρια της,
και στο κορμί μου θ' απλωθεί αθάνατος
βαρύς και μελαγχολικός ο θάνατος.

Ω, τι γλυκά που ζει κανείς στο πέλαγος
των αναμνήσεων, έξω των ορίων
των γνώριμών μας των περιθωρίων
που κυβερνούν εχθροί και φίλοι-πίθηκοι,
ανήθικοι,
στο βάθος βυθισμένοι των οργίων...

Μέσα στην αγκαλιά σου, με κατάνυξη
βλέπω δειλά να μου χαμογελάς σαν άνοιξη
γεμάτη ανθούς και μύρα στολισμένη
Αγαπημένη...

Γύρε σιμά, έλα κοντά και δως μου το χεράκι σου
να τ' ακουμπήσω λίγο στην καρδιά μου

Απ' την κραιπάλη που με πλάκωσε βαρειά
και που στεγνά τη φθείρει τη Ζωή μου
εσύ θα ' ρθείς, Θεά μου εξωτικιά
να σώσεις τη χαμένη ύπαρξή μου

Η απόλαυσή σου έντονη σα βέλος
ας έρθει να μου δώσει ένα τέλος.

στα πρόχειρα...

1.
όλα ενώνονται μέσα μου
κι όμως διχάζομαι.

2.
κύηση ανεξερεύνητων βυθισμένων τοπίων
γέννα πρόωρη, θανατηφόρα

3.
χώρος μικρός, ζεστός, κρυώνω
και έτσι το φως σκοτώνω
με όπλο ονειρικό
ο στόχος: το ακατόρθωτο.

4.
πλήξη καλοκαιρινή
μαστουρωμένο το ρολόι
από πότε; από πάντα...

5.
πριν όλα ήταν μαύρα
ενώ τώρα όλα είναι μπλε!

6.
παρανοϊκές σιωπές
ήχοι ευκολονόητοι.

7.
οδυνηρές αλήθειες
λάθη ανώδυνα,
ωστόσο υπάρχουμε
ακόμη.

8.
νιώσε με, δεν νιώθω τίποτε
και ίσα που συνειδητοποιώ την απουσία σου.

9.
ο καπνός τελείωσε
και δεν έχουμε άλλη ασχολία
απ' το να αναπωλούμε
τον καπνό που τελείωσε.

10.
σ' αγαπώ πρόχειρα
με παίζεις σκόπιμα
δεν σ' έχω
άη πνίξου

Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2012

Ζωή, την άλλη φορά [απόσπασμα]

Σήκωνε πότε-πότε το κεφάλι, και κοίταγε ψηλά στον ουρανό ένα φεγγάρι θολό, που έφευγε πίσω απ' τα σύννεφα, κι έλεγε από μέσα του. Δεν θα πάω σπίτι, έλεγε.Δεν πρόκειται να πάω. Θα μείνω έξω και θα καπνίζω όλη νύχτα.

Έτσι είπε ο Βασιλάκης και τη νύχτα εκείνη, την πέρασε στους δρόμους. Πήγε και κάτω στο σταθμό.

Αργά πήγε, πολύ μετά απ’ τα μεσάνυχτα. Ανέβηκε απάνω στη γέφυρα και κοίταγε τα βαγόνια. Τις γραμμές τις σιδερένιες έβλεπε, που κράταγαν το φως του φεγγαριού και γυάλιζαν, και τον τοίχο, εκείνο τον τοίχο, που έμοιαζε σαν γκρεμός, κι όλος μαζί κατέβαινε απότομα, με κάτι σκάλες προς το δρόμο.

Κι ύστερα τον έπιασε ένα κρύο, εκεί απάνω που ήταν. Ρίγος τον έπιασε και μια τρεμούλα, γιατ’ ένιωσε άξαφνα, πως ήταν ξεκομμένος• απ’ όλο τον κόσμο ξεκομμένος. Ξένος και μονάχος του σε τόπο ξένο.

Ένας αέρας σιγανός τον φύσαγε, και κάτι που μύριζε σαν την καπνιά, κόλλαγε στα ρουθούνια του και τα ‘καιγε. Κάτι σαν ερημιά μύριζε… Κι αυτή η ερημιά, του φάνηκε πως ερχόταν απ’ τα σπίτια• από τα σπίτια τα πολλά, που έφταναν ως πέρα μακριά. Γιατί τα σπίτια αυτά που έβλεπε, ήταν σαν να ‘χαν μέσα τους ανθρώπους: απ’ όλη την Ελλάδα ανθρώπους, ναρκωμένους: γυναίκες, άντρες και παιδιά. Γερόντια απ’ το Βόλο κι απ’ την Ξάνθη• απ’ την Κομοτηνή από την Κρήτη κι απ’ τα νησιά• και μια κίτρινη σκόνη τα σκέπαζε, όπως σκεπάζει τον πεθαμένο το σεντόνι.

Νίκος Χουλιαράς

φάρσα στο 203828748301

είσαι η ανάμνηση μιας συντριβής
που ακόμα δεν έζησα
είσαι η σκιά που παραμιλά
όταν σωπαίνω
είσαι τα παγωμένα συναισθήματα
ο πληγωμένος εγωισμός μου
μια στιγμή αδύναμη, μια στιγμή άδεια
είσαι τα χρόνια, οι μέρες
είσαι το κενό μου σώμα
είσαι το άπληστο μυαλό μου
οι κλειστοφοβικές μου συνήθειες
οι παρανοϊκές μου εκλάμψεις
είσαι ο θόρυβος των αυτοκινήτων
στις μεγάλες λεωφόρους των αβύσσων μου
μια άχρηστη μα εθιστική ανάγκη
είσαι η ζωή που δεν έζησα
τα λόγια μου τα ασυνάρτητα
οι εφιάλτες και τα αστεία μου
τα δεκαεφτά χιλιάδες κοριτσάκια
που εκτρέφω μέσα στα στήθια μου
είσαι η φωνή μου η τρεμάμενη
και η αγρύπνια
είσαι οι λέξεις που αγάπησα
και οι πράξεις μου που μίσησα
είσαι το άπειρο, το άτακτο σύμπαν μου
είσαι η κίνηση, η τελειότητα, η ανυπόφορη έλξη
η σφαγή σε σκίτσο το δωμάτιό μου
είσαι το σκοτάδι που μ' ανάθρεψε
είσαι η θύμηση που μ' αναζητά
είσαι το μαργαριτάρι το μαύρο
το κρυμμένο μέσα μου βαθιά
είσαι η ανυπομονησία μου
για τη ζωή την άλλη
η ανάγκη μου για φως
τα σκορπισμένα μου δάκρυα
οι τσαλακωμένες μου ανάσες
οι λύκοι κάτω απ' το κρεβάτι μου
το πτώμα μέσα στη ντουλάπα μου
τα ρούχα μου τα μάλλινα, τα βαμβακερά
τα παπούτσια μου τα πολυφορεμένα
τα βιβλία μου, το κρεβάτι μου, το πορτατίφ μου
η μανία που με πιάνει από μέρα σε μέρα
οι κρίσεις μου, η μανιοκατάθλιψή μου
είσαι ο θάνατος, είσαι το σουτιέν μου
το πανωφόρι μου, το κατωσέντονό μου
είσαι η αρρώστια όλη που έχω μαζεμένη
είσαι όλα αυτά που πάλευα καιρό να αφήσω πίσω μου
μα τώρα ξέρω πως σαν όνειρα μαύρα
θα στέκονται πάντα ένα βήμα μπροστά από μένα
είσαι όλα αυτά που με ορίζουν
και ξέρεις κάτι
θες να μάθεις κάτι;
θες να σου πω τι πραγματικα -

η κλήση σας προωθείται, παρακαλούμε μην κλείσετε αν δεν ακούσετε σήμα κατειλημμένο
 τουτ τουτ
τουτ

το άψυχο σώμα μου
γελάει.


Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2012

ηχόχρωμα

καπνός διάφανος
αλόβητη ψυχή
και χέρια άδεια
ανάποδη τροχιά
σώμα γυμνό, ερειπωμένο
αρχιστράτηγοι νερκοί
παιδιάστικα αστεία
εθελοντές ονείρων
σκορπισμένα όλα
στο μαγικό κουτί μου.

δε σ' αγγίζω

μόνο το ηχόχρωμα της φωνής σου
αναγνωρίζω
και ίσως κάτι
πάνω σου δικό μου.

Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου 2012

ρε!

 αυτοι που πηραν τη φωτια δε μιλουσαν πολυ, ειχαν διάφανα πρόσωπα και, κάτι σαν αιμάτινα ακροδάκτυλα. μου αρεσε να τους χαζευω

ειναι να τους μιλάς, σαν να μην είσαι εκει, κι ολοι να υπαρχουνε ακουσια, στο πανηγυρι αυτό δεν θα χει φαντασματα. εγω απουσιασα απ' τη ζωη μου εφτά χρόνια, κι ήταν σαν να έζησα πρόσωπα δειλά, σαν να τρόμαζα χείμαιρες. εγώ είχα δάκτυλα ζογκλέρ.

δεν είμαι καλά ρε!

μια σκοτεινή απειλητική κραυγή δε με αφήνει σε ησυχία, έχω μικρούς θεούς, νεκρούς εκκωφαντικους σπασμους και δυστυχώς απουσιάζω πάντα.

Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2012

a light so dim





there are no trains that leave from the maze
my only chance was a ship to escape
 

if you are the light house in the storm
I'll be the ship with a thousand dead souls
 

how long will they believe in a light so dim
down in the gallows the darkness glows
 

it was hard to see in the hearts of them
if you see a light call down below
 

I'll be moving and sorting out our fears
how long will we believe in a light so dim
 

cause time is all we have so make the time
throw down the line I'll see to climb
 

if it's held close it may just work
if you are the light house in the storm
 

I'll be the ship filled with a thousand dead souls
and time is all we have so take the time
 

to make the time and make time to take the time



The Black Heart Procession lyrics

Σάββατο, 8 Σεπτεμβρίου 2012

Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2012

για τη νεότητα

τι αηδία
που με πιάνει πάντα
τι αηδία.

για μένα νεότητα είναι
ήχοι διαμελισμένων σωμάτων
χέρια που βαρούν μανιακά παλαμάκια
μάτια θεόρατα, ανοιχτά και φιλήδονα
βήχας ανάλγητος και κομμάτια κρέας
κομμάτια κρέας, ερασιτέχνες εραστες
θόρυβοι πρόστυχοι, τσιγάρα αφόρητα
ρούχα βαμμένα το χρώμα του μίσους
σφαγμένες λέξεις
ανθισμένες σε στοές
κι οι φίλοι νεκροί στο κέλυφος
μιας άγριας φάλαινας, τυφλής κατα προτίμηση.

μόνο εκεί να ξερνούν, να προστάζουν
να ομολογούν, να αισθάνονται
κι η πόλη να ενοχλείται απ' τις ονειρώξεις
απ' τις φιάλες, φαρμακεία κλειστά, εποχές
μπαρ ερείπια, μπαρ κατακρεουργημένοι φύλακες
το χάος, μια λησμονιά
να μυρίζει λάσπη, και καπνός και μπαρούτι
να βράζει ζωή σαν έκρηξη θανάτου
φως λειψό καστανοκίτρινο φεγγάρι
γνωρίζει ο ιερός, γνωρίζει τα ερπετά του
όπως αρμόζει, όπως είναι μπρούμυτα

πλασμένος για τη γη
διψασμένος για ουράνια σώματα
σώμα δέσμιο, πνεύμα ερημικό.

τι αηδία
που με πιάνει πάντα
τι αηδία.

Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2012

dead-end

δύσκολα
οι λέξεις ανασταίνουν
δύσκολα υπάρχουμε
εκτρέφοντας εκκωφαντικές σιωπές


και παραπέρα
ένα πικρό αβάσταχτο κενό
μια ιαχή
ονείρων περάσματα
δύκολα πρόσωπα
δύσκολες μέρες, απροσπέραστες
σκάνε σα βλήματα
οι ιδέες

τίποτα δεν υπάρχει
μέχρι να εννοηθεί

τίποτα δεν αξίζει
μέχρι να γραφτεί

"what is the end of / my troubled mind"


Σάββατο, 1 Σεπτεμβρίου 2012

πριν χαθούμε


"Γλιστράμε και περνούμε
κι αν μένει κάτι εδώ,
είναι το φως, που μας χαρίστηκε να δούμε,
μεσ' τη ζωή 
εσύ 
κι εγώ."
 


να μπερδευτούμε
να στερέψουμε
να πούμε
και σε ποιον
να γράψουμε
για τις φωνές μας και
μικρές φωτιές
αναμενόμενα
όσα πούμε
μόνο να υπάρξουμε
να υπάρξει
κάτι από μας 
λειψό
κι αγριεμένο
πεθαίνοντας
κάθε μέρα
ανάμεσα στους ανθρώπους
ασθμαίνοντας
κάθε νύχτα
πάνω στη σκηνή
περήφανα
και ό,τι αξίζει από μας
ας γίνει
γέμιση για κανελόνια. 





να αγαπηθούμε
είπες,
πριν χαθούμε.






"Τα χρόνια θα μας λιώσουν
κι αν μείνει κάτι εδώ,
θα 'ναι το φως, που είχαν οι μέρες πριν τελειώσουν,
μόνο το φως
 
το φως"


http://www.youtube.com/watch?v=yHNTWGMKQkk

Τετάρτη, 29 Αυγούστου 2012

Sara - θανάσης παπακωσταντίνου



Κι όμως εσύ Sara
Δε φοβάσαι τα φρούτα του πάθους
Κυλά το δηλητήριο στο σώμα σου,Sara
Κι όπου να 'ναι σου χαρίζει τα μαύρα φτερά.

Ντύνεσαι νύχτα ανάλαφρη,Sara
Δεν ξέρω σε ποιους τόπους γυρνάς
Με τέσσερα φεγγάρια στην πλάτη σου,Sara
Τέσσερα γαλήνια ξέφωτα.

Το σκουλήκι της γνώσης ζήλεψε,Sara
Γόνιμη ομορφιά, ζιζάνιο
Φωλιάζει στη χλόη του στέρνου μου, Sara
Και περιμένει τα δώρα απ' το κυάνιο.

Μπορεί στα φεγγάρια των Σιου,Sara
Μπορεί και στον Σμόλικα,
Κάνει τις πέτρες να σκιρτάνε,Sara
Σπάζοντας τον άγνωστο κώδικα.

Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2012

νταρκτζαζ νυχτες

δεν ήθελε να καταλάβει
δηλαδη; δηλαδη;
επαναλάμβανε σαν ηλίθιος τις ίδιες λέξεις
δηλαδή;θα φύγουμε τόσο νωρίς;
πότε θα φύγουμε;
τωρα;
αυριο;
δεν ήθελε καν να κοιτάξει
ευθεία μπροστά
κι όλες αυτές οι παύσεις
οι παύσεις προπάντων
με πέθαιναν.
με περίμενε, πάντα εκεί.
στο ίδιο μέρος
με την ίδια μελωδία ραμμένη
στο κορμί, την ίδια ανάμνηση
με τον ίδιο διαλυμένο θρίαμβο στα μάτια
προσμονή
μέχρι να του δώσω εγώ το όνειρο πίσω
κοίταγε τα παπούτσια του
αγάπαγε τα παπούτσια του
του άρεσε πολύ να κοιτάζει
συνεχώς
τα παπούτσια του.
όταν ούρλιαζε εγώ
ήθελα να μετράω ζωές
να ρίχνω σαΐτες στ' αστέρια
ή να κάνω ένα τσιγάρο στο μπαλκόνι
με καλό ποτό
με καλό ποτό και καλή μουσική
και να μην φτάνω
ποτέ να μην φτάνω, μα να 'μαι ακόμα δεκαοκτω
κοιτάζοντας ένα ρολόι
να λέω η ζωή είναι γαμάτη
αγαπώ τη ζωή, μην πιστέψετε τίποτ' άλλο απο μένα
και να παίρνω αυτό το σατανικό χαμόγελο
που με κάνει ανίκητη
και γκρίζα.
κούρνιασε πλάι μου
έγειρε, ξάπλωσε
μου είπε, πόσο όμορφο είναι το φωτιστικό απέναντι
το ανοιχτό παράθυρο, οι γρύλοι, η ησυχία, τ' αστέρια
γιατί μου λέει κλαίμε; 
γιατί να κλαίμε Δέσποινά μου άδικα κλαίμε! 
μ' ένα χαμόγελο μου μίλαγε, και μάτια ζωηρά
τρεμάμενα,
μου είπε πόσο όμορφη είμαι γω
πόσο θαμπή σαν φωτογραφία
σαν κάτι που δεν θα ξεχάσει
δηλαδή;
δηλαδή θα φύγουμε τόσο νωρίς;
γιατί να φύγουμε τόσο νωρίς;
σαν θεατρίνοι προσπερνάμε, φεύγουμε
δεν δίνουμε δεκάρα και ξεχνάμε, αδιαφορούμε, δεν αγαπάμε
εκεί που όλα έχουν τελειώσει λες: δεν γίνεται, δεν είναι δυνατόν
και μετά μ' αγαπάς πάλι, και τους ξεγελάμε όλους 
και τους ξεγελάσαμε όλους, κάνει σαν παιδί πάλι
συνεχίζει
και φεύγουμε, χανόμαστε, και λες δεν γίνεται αυτό
και μετά με βρίσκεις ξανά
κάνει μια παύση
με βρίσκεις ξανά
κι είναι όμορφο αυτό.
αυτό είναι ομορφιά.
σε ζω, με ζεις, κι ανήκουμε πάλι στο σύμπαν.

Τρίτη, 14 Αυγούστου 2012

όχι ακόμη!

δεν είμαι ακόμα Εγώ
δεν είμαι ακόμα
μα όταν θα φτάσω να είμαι Εγώ

χυδαία νοήματα θα εκραγούν
θα λιώσουν οι δεσμοί και τα νετρόνια θα ξεπετάγονται
όλα θα έχουν ειπωθεί
τα πάντα για μια ιδέα - καμιά ιδεολογία τότε
ούτε ανάλυση, φωλιές αγγέλων κι ερπετών
φωνές χαμένων
λυσσασμένων μικρών κοριτσιών
ανάσκελα θα στέκουν
οι άντρες γυμνοί μισοφαγωμένοι, υγροί
γεμάτοι ήλιο και καπνό, χωρίς
χωρίς να δίνονται, να μη χρειάζεται να δίνονται
οι πουτάνες, να μην βαραίνουν τα διαστροφικά μυαλά τους
να σκοτώνουν χωρίς άλλη σκέψη
χωρίς φαρμάκι, έλεγαν πως είχαν το φαρμάκι
μα δεν θα μένει τίποτα πια να τους μετουσιώσει
ενώσεις αδερφών, λέπια εκστατικών ροφών με σημασία
η γλύκα
του να φλέγεται κανείς από άποψη
δεν είμαι ακόμα Χρόνος
τότε που όλα θα χουν γίνει ένα, μια διπλή ανάμνηση
διπλή και κατοπτρική μονάδα
με ανθρώπους που δεν ξεχώριζαν
που πριν φύγουν στάθηκαν για λίγο
που ποτέ δεν κατάλαβαν το λόγο της απουσίας
τον βαθύτερο λόγο της απουσίας τους
τις έννοιες δίχως άκρη, δίχως σύνορα
τα παραπληγικά τους δάχτυλα, τα μεταμεσονύχτια γαμήσια
άφραγκοι από όνειρο, δεν είμαι ακόμα Εγώ
το Εγώ που θα 'ρθει, θα με βρει, θα με ταυτίσει με το όριο
το σύμπαν θα σωπάσει, θα 'ναι η ώρα περασμένη
δύσκολα, πολύ δύσκολα κι αμετανόητα θα διαβεί
το πέρασμα το Εγώ,
θα αντισταθεί, μα θα κατανοήσει, θα κατανοήσει
τα εγκόσμια, θα υποκλιθεί στην απάτη
θα υψωθεί
σε βράχια αδιάβατα και
θα ΄ναι η ώρα περασμένη μα ιερή
οι λέξεις θα αποκτούν υπόσταση και θα καταβροχθίζουν τα ανθρώπινα
συντρίμμια, θα μασούν καλά τα υπολείμματα
μιας ανθρώπινης ανάμνησης
και τότε εκείνες οι γυναίκες με τα μαύρα στολίδια
και τις πλεξούδες, με τα μαραμένα δάκτυλα
θα χύσουν αίμα προσμονής, θα ουρλιάξουν φως
θα 'ναι γεμάτες, φουσκωμένες, έγκυοι!
και στα τυφλά θα γεννηθούν οι θρήνοι μιας θυσίας
που κάποτε ωρίμασε, και σάπισε, και πάει
και τότε θα χαθούν έχοντας πάντα στο κεφάλι το όραμα του τέλους
του τέλους του Εγώ που ολοκληρώθηκε
ευτυχία στο Εγώ που έφτασε να εκπέμψει φως, ευτυχία!
κι οι άνθρωποι μισότρελοι και μισοπεθαμένοι
θα συνουσιάζονται στον ύπνο τους με τ' όνειρο
πως κάποτε θα φτάσουν, θα ρθει και γι αυτούς η ώρα
η ώρα που δεν έφτασε ποτέ
μα θα 'ναι όμορφη, γαλήνια, λυτρωτική
θα 'ναι το ψέμα που δεν χόρτασαν να ακούνε
οι άνθρωποι.

μοιάζω με το χορό ενός ηλίθιου ξεπεσμένου αρλεκίνου
που άθελά του ζύγισε τη γη
τη βρήκε λίγη
ζύγισε το νου, τον βρήκε ελάχιστο
που την ψυχή του δεν τη βρήκε ακόμη
που γνώρισε το φως, του φάνηκε έρημο
και το σκοτάδι άδειο
τα πόδια του τρεκλίζουν, άθελά του
αιμορραγεί και ξεψυχάει ανίκητος
που επιμένει να σωθεί, να σηκωθεί
μόνο μην πέσει πάλι κάτω, όχι ακόμη!
να κουνά τα απεγνωσμένα του μέλη
μανιακά και εύθυμα,
ένα ακόμη βήμα
αριστερά
μια στροφή
η μέση να λυγίζει
λίγο
όσο πρέπει...

Τετάρτη, 1 Αυγούστου 2012

για τα ανώδυνα ποιήματα

τα πιο ανώδυνα ποιήματα
όλα εκείνα τα ακίνδυνα
τα γνώριμα
τα τρυφερά, τα γλυκόπικρα
που συνοψίζουν τις ζωές μας
που μιλούν για όλους εμάς
που αναλύουν την ύπαρξη
που κολακεύουν
που παρηγορούν
που προσφέρουν συντροφιά
με στοχασμό, με ειλικρίνεια
και σεβασμό προς τον αναγνώστη
όλα αυτά τα κίβδηλα ποιήματα
τα δήθεν απαισιόδοξα με νόημα
αυτά που γράφτηκαν με σκοπό
συγκεκριμένο, να πουν κάτι, να (επί)δείξουν
να διδάξουν τη ζωή
να αυτοθαυμαστούν και να προσφέρουν
να προσφερθούν σε όλους
να συνοψίσουν, να μεταδώσουν την Αλήθεια
με προσοχή στην κάθε λέξη, την κάθε συλλαβή
τα χιλιοδιαβασμένα, μην και ξεφύγει κάτι που δεν έπρεπε
κάτι δίχως νόημα, κάτι λάθος, τα ποιήματα με αυτοπεποίθηση
και αυτογνωσία, τα πιο ανώδυνα

ω πόσο με αηδιάζουν!
με μια απέχθεια που δίχως να την επιλέξω
με διέπει, με προκαλεί να την αντέξω
χωρίς να βρίσκω τίποτα σε αυτά ακατανόητο
αιχμηρό, δύστροπο, ιδιαίτερο
κάποιο έστω παραλήρημα
κάποιο παραστράτημα του λόγου
ένα σπάσιμο στη φωνή, ένα τσαλάκωμα ψυχής
μια αιμορραγία, ή τουλάχιστον ένα ορθογραφικό λάθος
ένα ακατάστατο μυαλό που φθείρεται
που αποζητά απελπισμένα να ακουστεί
που δύσκολα κανείς θα προσεγγίσει
μα εκείνο επιμένει να αραδιάζει τις ακαταστασίες του
έτσι όπως του δόθηκαν, έτσι όπως είναι ατόφιες
πόσο με αηδιάζει οι στημένη, οι επεξεργασμένη ποίηση
αυτή που αρνείται τη φθορά, που αρνείται τον άνθρωπο
-και κυρίως- που αποδιώχνει το λάθος
πόσο φτηνά αποδιώχνει το λάθος
πόσο φτηνά εκλογικεύει
πόσο φτηνά φτύνει την ύπαρξη

αγαπώ την ακατάδεχτη ποίηση
αυτή που κατά πρόσωπο ορμά, και σπάζει
αυτή που δεν χρειάζεται να αποδείξει τίποτε
ή να δώσει εξηγήσεις
αυτή που γράφεται επεδή το χάος το απαιτεί
επειδή οι μέρες είναι μετρημένες,
αυτή που ο χρόνος την γεννά
αυτή που δεν μπόρεσε να είναι αλλιώς
που πνίγεται μέσα στις ίδιες της τις λέξεις
που πεθαίνει εκείνη ακριβώς τη στιγμή
που χαράζει αιωνιότητες, που ζει γνωρίζοντας
την οδυνηρή μοίρα του ανθρώπου
την ιδιοτροπία αυτή της μοναξιάς,
που αγκάλιασε χίλιες αλήθειες
την κυνική ποίηση
που δεν έχει όρια
που ζει τις αντιθέσεις και δεν τις καμουφλάρει
για να επιβάλει μια επιφανειακή τελειότητα
που κάλπασε πέρα από τις μικρότητες
τους συμβιβασμούς, που ξεσκέπασε πρόσωπα
ξερίζωσε αντιλήψεις, φραγμούς, στερεότυπα, μύθους
που ξέσκισε με λύσσα το χρόνο που παρέλυσε μπροστά στο μεγαλείο που της δόθηκε
που υποκλίθηκε σε μια διεστραμμένη παραίσθηση, μια αυταπάτη
που το ίδιο της το σώμα την αναιρεί και την απελευθερώνει
που αποδέχτηκε την εγγενή σχιζοφρένεια
ως απολύτως φυσική τάση του ανθρώπου
την παράνοια, το έρεβος
-μα επιτέλους κανείς δεν το βλέπει πως πλανιόμαστε στα σκοτεινά δίχως έλεος-
που έτσι ξερά και απροκάλυπτα
ξεστομίζει, όσο πιο χυδαία μπορεί
απάνω στον άνθρωπο
το χειρότερό του
φόβο
το θάνατο
"φαίνεται ότι οι πραγματικά μεγάλοι άνθρωποι πρέπει να νιώθουν σ' αυτό τον κόσμο μια πολύ μεγάλη θλίψη"
Ντοστογιέφσκι, Έγκλημα και Τιμωρία

Τετάρτη, 25 Ιουλίου 2012

Κυριακή, 15 Ιουλίου 2012

πλύση εγκεφάλου

ξεθωριασμ.ενο
σούρουπο στον εγκέφαλό μου
οι ενοχές
ρυτίδες σκέψεις
κλειστοφοβικές αντιλήψεις
κι όλα μέσα στο αιδοίο
\μο.υ
να καίνε ψηλαφώντας το χρόνο
κάτι που άρχισαν οι άνθρωποι
κάτι σαν
ΠΑΙΧΝΊΔΙ
και το παλεύουν πολύ και
είναι σαν ξεθυμασμένο
ταξίδι σε έρημες πόλεις
έρημα χνώτα
έρημες λέξεις
ψυχές
.κορμιά
αναμ.νήσεις
αιτίες . , και όλα έτσι
αποχαυνωμένα
να με κοιτούν
κατασκοπεύοντας τη νιότη μου
οι ταράτσες που ζήσαμε
που ζήσαμε σε πόλεις, σε σπίτια φίλων/ γνωστών
που σακατέψαμε τα όνειρα
και είχε πλάκα
και είχε πολύ πλάκα αυτή η ζωή και γελάσαμε
γελάσαμε πολύ
(οι γελασμένοι)
και φύγαμε για έρωτες
για απάτες
για ζω.ές άλλες
πλύναμε τα τομάρια μας με wash and gο
με ιστορίες άλλων
και κοιμηθήκαμε πάνω σε παραθυρόφυλλα
έχοντας πάντα ζωντανό το απομεσήμερο
εκείνο το υπέροχο δώρο
το απομεσήμερο
και τα πλοκάμια ενός απρόσιτου θριάμβου
μέσα στα φυλλώματα του απλώναμε
χέρια και λέξεις να στεγνώνουν
με τα δάκρυα
.
και για να μη λέτε
πως εγώ γεννήθηκα για να ζω τους θανάτους σας
μες τη βοή την τέφρα μου ξερνάω
οχλοβοή, κοσμοπλημμύρα
μοίρα δική μου: το ακατόρθωτο,
μέσα σε σπίτια φίλων
στον καναπέ ή στην κουζίνα, λες
"ειμαστε χαρούμενοι / παίρνουμε ναρκωτικά
χα χα χα χα χα χα χα χα χα χαχα"
και δεν είχε τέλος το πανηγύρι αυτό
το πορτατίφ άναψα δυο λεπτά
να δω εκείνο τον άντρα που παραμιλούσε μέσα μου καιρό
μα τα τσιγάρα είχαν τελειώσει και
δεν υπήρχε κανείς
να μου πει πως
οι χελιδονοφωλιές για τα θηρία
γκρεμίστηκαν και,
ο εγκέφαλος αδειάζει αδειάζει
λεκάνες αίμα, λεκάνες ιδέες, πόρνες νεκρές
αναμνήσεις, κουράγιο, διαστροφικές αλήθειες, δ.έσμιες

να τα στύψεις καλά μου είπαν στο καθαριστήριο,
δεν θα χει νόημα αλλιώς/ πώς αλλιώς;
"να ζήσετε!, να ζή.σετε να τα θυμάστε. . ."