Σάββατο, 26 Μαΐου 2012

όμορφα

να υπάρξω
να ουρλιάξω
να σταθώ πάνω μου
να στερεώσω το χρόνο
ένας άντρας εκεί
με φωνή βραχνή
απεγνωσμένη
ήξερε μόνο να λέει
"αγαπώ το φως και τις στοές που μου δείχνει"
στο δέρμα μου απάνω
είχε στάχτη στα μάτια
σχοινιά που σέρναν τα πελώρια δέντρα






εγώ εγώ
ήθελα μόνο να τρέχω
και να φωνάζω
"μαλάκεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεες μου γαμάτε τη ζωή"
και να γελάσω σαν ουράνια τρέλα ή αματρία
ή άνθρωπος χωρίς το "ρωπ"
άσκοπα να με σέρνω από στενό σε στενό
να παραμιλώ, να μιλώ για τις μέρες
που θα ρθουν
να αγαπώ
χωρίς να
είμαι εκεί
επάνω στ' όνειρο
το μόνο που μπορεί τώρα
να με ησυχάσει
είναι
η φωνή μου να λέει
"πεθαίνεις αργά
ασθενικέ φραγμέ της ύπαρξής μου"
κι όλα να μοιάζουν οικεία
κι όλα γνώριμα κάπου εκεί
στη φθορά
στη φθορά
δεν πονάω πια
δεν πονάω ρε
δεν πονάω πια
δεν πονάω πια
δεν πονάω πια
δεν πονάω πια
δεν πονάω πια
δεν πονάω πια
δεν πονάω πια
δεν πονάω πια
δεν πονάω πια
δεν πονάω πια
δεν πονάω πια
δεν πονάω πια
δεν πονάω πια
δεν πονάω πια
δεν πονάω πια
δεν πονάω πια δεν πονάω ρε
δεν πονάω πια
δεν πονάω πια
δεν πονάω πια
δεν πονάω πια
δεν πονάω πια
δεν πονάω πια
δεν πονάω πια
δεν πονάω πια
δεν πονάω πια
δεν πονάω πια
δεν πονάω πια
δεν πονάω πια
δεν πονάω πια
δεν πονάω πια
δεν πονάω πια
δεν
...ρε
δεν.....μαλάκες
στο διάολο
ειναι όμορφα



Παύλος Σιδηρόπουλος - Blues (Live) [12]






Κρυμένη θα 'ναι η ψυχή
κι αυτό το βράδυ,
ιδρώτας, βρίσκεις αγκαλιά ερωτική.
Χαρακτηριστικά γνωστά,
μα άγνωστο χάδι,
σε κάποιο μπαρ, σε κάποιο μαγαζί.

Τις περισσότερες φορές
το περπατάς μονάχος,
μα τούτη η νύχτα
είναι δύσκολη να βγει.
Διαλέξεις σε διαλέξουνε,
δεν θα υπάρχει λάθος,
ίδιο νερό άλλη πηγή.

Μ' ένα σουγιά, άγρια μεσάνυχτα,
χωρίς πολλά πολλά γιατί.
Χωρίζεις τα όμορφα απ' τα άσχημα,
αφού για σένανε η πλάστιγγα
θα γέρνει πάντα προς τη γη.

Τη ζωή σου στην πασάρανε,
αυτή είναι κι αν σ' αρέσει,
τυχαίο σπέρμα αισθάνεσαι
απρόσωπου γονιού.
Γυναίκα μοιάζει ο θάνατος
που σ' έχει προκαλέσει,
κι έτσι τον κυνηγάς παντού.

Αχ δεν ξέρεις πότε έρχεται
ή φεύγει μια ευκαιρία.
Για σένα οι πλούσιοι είν' έξυπνοι
και βλάκες οι φτωχοί.
Κόβεις το γόρδιο δεσμό
για ασήμαντη αιτία,
μήπως πιστέψεις τη ζωή σου
πως την κυβερνάς εσύ.

Μ' ένα σουγιά, άγρια μεσάνυχτα,
χωρίς πολλά πολλά γιατί.
Χωρίζεις τα όμορφα απ' τα άσχημα,
αφού για σένανε η πλάστιγγα
θα γέρνει πάντα προς τη γη.

Παρασκευή, 11 Μαΐου 2012

encore


Εχθές πάλι
έφτιαξα το διάβολο
και τον είδα με τα μάτια μου
μπροστά μου να ζωντανεύει
να σκοτώνει.

υπήρχαμε
πίσω στη γη
ακούγαμε τον άνεμο
θυμάμαι, τα ανεμόπλοια
τις ταραχές του βάλτου
πώς τρανταζόταν
ο βυθός, οι λέξεις
πώς πλαντάζαν
εκεί που ανέτειλε γλυκά
ο ήλιος
ήξερε τα πάντα
μα δεν έλεγε τίποτα.

Κάποτε έκανα όνειρα
αλήθεια έκανα
κι έλεγα πως
δεν θα παέι χαράμι τίποτα
ορκιζόμουν
λαχταρούσα τη μέρα που
θα γυρνούσαν όλα πίσω
θα βάζαμε το CD
και θα ακούγαμε στο replay
την ευτυχία.

κάθε φορά να σε διαλύω
κάθε φορά να τρέχω να σε βρω δίπλα στη θάλασσα
βουβή, χωρίς να βγάζεις άχνα
με μάτια υγρά να λες
"δεν έχει πια ζωή εδώ πέρα"
κι εγώ συμφωνούσα
αλλά δεν ήθελα να τελειώσει
ό,τι κι αν ήταν.

ήθελα να ναι πάντα εκεί
με την ελπίδα πως θα υπάρξει
κάτι για μας
ένα ψιχουλάκι.

ξέρω πως πια
μόνο καταστροφή μπορώ να προκαλέσω
όχι άλλα ψέματα, όχι άλλη τυφλωση.

Πίστευα πως κάποιος μ' έραψε
για τον αιώνα
πως δεν χωράω σ' αυτή τη γη
πως δεν ανασαίνω όπως θα πρεπε
γιατι ποτέ δεν έζησα όπως θα πρεπε
λάθη λάθη λάθη
κι άλλα λάθη χάρισμα, βοή.

απάνω μου στέκουν οι βράχοι
κι εγώ ανεβαίνω σιγά σιγά στον ουρανό
να βρω όσα δεν μπόρεσα να μας χαρίσω
μια αγκαλιά μια προσευχή που θα κρατήσει
μια ιαχή φτιαγμένη απ' τις δικές μου πληγές
φτιαγμένη από στάχτη

Δεν κάνω τίποτ' άλλο εδώ και δεκαοχτώ χρόνια
απ' το να κλαίω και να  μουρμουρίζω ιστορίες που δεν έζησα
νιώθω τώρα πως ο κύκλος ολοκληρώνεται
πως ό,τι σπαρτάρησε μέσα μου
με οδηγεί τώρα
γλυκά, απαλά προς το Θάνατο
μου δείχνει επιτέλους το δρόμο της σωτηρίας
μου κλείνει τα μάτια
"ησύχασε τώρα....πέρασε τώρα ησύχασε
πέρασε η ζωή σου, τόσα μπόρεσες, τόσα έκανες
ησύχασε τώρα, τελείωσε, τελειωσε..."

ο χρόνος κυλούσε εκδηκιτικά
για μένα, για εμάς.
πέρασε η ζωή μου χωρίς να μ αγαπήσω
χωρίς να κρατήσει.
πέρασε κι όλα τώρα είναι δικά μου
όπως τα ονειρεύτηκα
ένα κρεβάτι με λουλούδια πολύχρωμα
ένα πέπλο, τεράστιο, λευκό
ένα τραγούδισμα, δικό μου
που κανείς ποτέ δεν άκουσε
μια απαίσια νιότη, που θα ζήλευε κάθε πικραμένος
μια μάνα
που δεν έζησε για να με δει να ζω
αλλά για να πεθαίνω.

Κάθε μέρα σκότωνα.
τώρα θα σκεπάσω με θάνατο το πετσί μου
θα βγω από δω μέσα
θ' ανασάνω φως
θα λυτρωθώ.

-
κι όταν μετά
όρθια πάλι θα σταθώ
για λίγο εκεί πάνω απ' το βράχο που με βάραινε και δω
απο ψηλά όλα αυτά που μ' έκαναν μισή
και καταλάβω πως
τίποτα δεν άξιζε
κι εμείς τσακίσαμε
και λιώσαμε

για πρώτη ίσως φορά
θα αρπάξω φωτιά
μαζί μ όλα όσα με σκότωσαν
κι αναστηθω.

Κυριακή, 6 Μαΐου 2012

κουρελάκι

και μετά
ήταν ζωντανός / η
κι αν εσύ
 γράφεις
εγώ μιλώ
μιλώ για σένα
μη λιποθυμήσεις!
στ' αλήθεια
η φυγή συνέβη
χωρίς αναλγητικά
χωρίς ιστορίες με περίστροφα
οι άνθρωποι
που δε συνάντησα ακόμη
ήταν άνθρωποι
μπορεί να σε στεναχωρήσω
να σε προδόσω
να σε κολλήσω στον τοίχο και
να σε σκοτώσω
ή να αφήσω να
μου κάνεις έρωτα.
ζαλισμένη κενη
άδεια
της μοίρας ειναι
χωρίς εμένα
παλεύω με χίμαιρες
γαμώτο μου
και κανείς δεν βλέπει
ασθενής
ασθενικός
ασμένων
ασταμάτητος σπασμός
διαστρεβλώνομαι
μετανιώνω
(κι αν
οπισθοχωρίσω;)
δε θα φταίω
με κάνεις να νιώθω τραγικα!
χωρίς να φταίς για τις ιστορίες
εσύ ποτέ δεν έφταιγες
και η βάρκα
και οι ζωγραφιές στον τοίχο σου
και οι σφαγές που κάναμε
πριν με γνωρίσεις
και με ρωτήσεις
πόσες φορές πεθαίνω κάθε μερα
εγώ ήξερα τι είναι η μοναξιά
και ήξερα τι είναι να σ αγαπούν
εγώ ήξερα πώς τ αντεχω
εγώ ήξερα πώς τα καταφέρνω κι επιβιώνω
κάθε φορά
εγώ δεν έχω καπνίσει ποτέ καρέλια
μόνο κουρέλια
και άλλες ιστορίες
εγώ είμαι γεμάτη τσιμπούρια
βδέλλες και άλλες σιχαμερές
αναμνήσεις κουβαλάω
χωρίς να ξεχωρίζει κάτι από μενα
μονο που είσαι
είμαι
ΘΝΗΤΉ
και αγαπημενη
του σκοταδιού
χωρίς, χωρίς να το ξέρω
τι είμαι, τι ήσουν
προσκύνησε με!
ή εγώ ή εσύ
ή ο κόσμος
ένιωσα στ αλήθεια ηλίθια
χωρίς να πονέσω
ή πολύ νούμερο
μάλλον νούμερο
με είχες κατακτήσει
ή καταντήσει
ή εμείς ή η ηδονη
διάλεξε το πιο ανώδυνο
να ξελιγώσεις τη νύχτα σου
και το μυαλό σου με το γέλιο μου
μια ανάσα μακρύτερα απ το χάος της άγριας εφηβίας
ποιος ξέρει ποιος με ξέρει
θα πεθάνω μόνη, πνιγμένη από μέσα
τιληγμένη με το δέρμα των αδερφών σου
δε με ήξεραν οι χειμώνες σου τότε
αντικαταθλιπτικό για 18χρονους
που ξέρουν να εκτιμούν την απουσία του άλλου
έχω κι εγώ νεκροθάφτες
που μου τραγουδουν τις νυχτες...
έχω κι εγώ ενοχοποιητικά στοιχεία
που θα μπορούσαν να σε κάνουν να με χαιδέψεις
και μετά να είναι όλα σαν πεθαμένο μαγνητόφωνο
όμως έχω και μια
αναισθησία άλλο πράγμα!
είμαι όμως πολύ όμορφη μου είπαν
κι αυτό με σώζει απ την καταστροφή 
σ έχω ανάγκη
αλλά εσύ μ έχεις περισσότερο.

Νιώσε με δε νιώθω τίποτα!
η ζωή είναι γαμάτη
κι έχω μερικά κουρελάκια να τα δένω γυρω απ το λαιμό μου
έτσι, για να θυμάμαι που και που τους θεατές μας
τα σκηνικά και τις μεγάλες κουρτίνες
μαζί θα υποκλιθούμε
και μαζί θα χαμογελάσουμε και θα παραδεχτούμε
το μεγαλύτερό μας φόβο:
τα παρασκήνια.

μαζί δε βρήκαμε τους εαυτούς μας
βρηκαμε έναν ανάπηρο.

Δευτέρα, 30 Απριλίου 2012

Τρυπες - Το Τρενο

Όταν θα'ρθείς να με ξεθάψεις απ'τις στάχτες
και διώξεις από πάνω μου όλη τη σκουριά
και ξαναβάλεις τις ρόδες μου σε ράγες
και εγώ αχίσω να κυλάω ξανά

Τότε οι λύπες θα με ψάχνουν
και άνεργες θα θρηνούν
Θα πέφτουν μανιασμένες οι βροχές
και θα ρωτούν

Τι έγινε εκείνο το τρένο που έβλεπε
τα άλλα τρένα να περνούν...

Τρίτη, 24 Απριλίου 2012

ψυχανθός



Γύριζε στους δρόμους ο τρελός λαγός
γύριζε στους δρόμους
ξέφευγε απ' τα σύρματα ο τρελός λαγός
έπεφτε στις λάσπες

Φέγγαν τα χαράματα ο τρελός λαγός
άνοιγε η νύχτα
στάζαν αίμα οι καρδιές ο τρελός λαγός
έφεγγε ο κόσμος

Bούρκωναν τα μάτια του ο τρελός λαγός
πρήσκονταν η γλώσσα
βόγγαε μαύρο έντομο ο τρελός λαγός
θάνατος στο στόμα

Μίλτος Σαχτούρης
(Ι)
οι φλεβάρηδες
τα λεωφορεία
και λίγος θάνατος
για κείνους που ξοδεύτηκαν άσκοπα
μακριά απ' όλους
που δεν τους έφτασε τίποτα
για κείνους που απ τους λιγμούς τους
ξεχύλιζαν ιστορίες για λύκους
για όλα αυτά που νοστάλγησαν
σ' ένα σκουπιδοτενεκέ
που χιμήξαν να κατασπαράξουν
οι αιώνες.

(ΙΙ)
οι δύσεκτοι χρόνοι
οι πιο δύσκολοι
και λίγος θάνατος
στο στόμα του λαγού
ή του Σαχτούρη
στα χέρια του ποιητή
στην αίθουσα προσμονής
εισητήρια ονείρων για όσους πληρώνουν
για όσους ελπίζουν
ελπίδες και ενοχές αναπήρων
για όσα δεν μπόρεσαν να υπάρξουν
ασθενικούς ψυχανθούς
που δεν κλαδεύτηκαν σωστά
ή στην ώρα τους
τρόποι να έχω
τρόποι να πεθαίνω
και να γλείφω το σαράκι απ' τη σάρκα σου
για να σου δείξω πως δεν αξίζει
δεν αξίζει να ζητάς ζωή εφεδρική
για λίγες ηδονικές λέξεις
για κάτι που δεν γράφτηκε
κι ούτε που θα μπορέσει
ποτέ να γραφτεί.

(ΙΙΙ)
οι εφηβικές μέρες
μέσα από κάκτους μολυσμένους
αιώνια συνδιαλλαγή με το εφήμερο
κάπως να οριστεί να μην ξαναυπάρξουμε
να ευνουχίσουμε όσα μας χαρίστηκαν απλόχερα και βίαια
τόσο βίαια
χωρίς περιθώρια πένθους
εμείς θα εφέυρουμε τα περιθώρια Νίκο
ένα με το φως
ένα με τη ζωή
αφού θα έχουμε δαμάσει
χίλιους θανάτους.

Σάββατο, 21 Απριλίου 2012

à côté de la silhouette

ίσως
να είμαι η σκιά
που έμπηξε τα νύχια της
στην απουσία μου


Κυριακή, 15 Απριλίου 2012

είμαι αυτός
που όλοι θα έλεγαν
"ευτυχώς που δεν είμαι αυτός"
μέσα απ το μαύρο
θ' αναδυθώ
σαν νεκρική φυγή
δώρο στο σύμπαν

Τετάρτη, 11 Απριλίου 2012

ασε με μένα


Βαριά μου τύχανε
άρρωστο μπόλι
κι ας μην υπήρχανε
τα είδαν όλοι.
Βαριά τ' ανύπαρκτα
και ριζωμένα.
Κάτσε και κοίτα τα
κι άσε με μένα .

Άσε με μένα
κλαδί γυρτό.
άσε με μένα,
δε βρίσκω ίσκιο να κρυφτώ.

άδικα φύγανε·
έφταιγες ψεύτη.
Κι άδικα ήρθανε
σε χρόνο κλέφτη.
Όσα μας είπανε
τα 'χαμε μάθει
κι όσα ξεμείνανε
τα 'χουμε πάθει.

Άσε με μένα
είναι γραφτό .
άσε με μένα,
σε ξένο χώμα θα θαφτώ.

Δευτέρα, 9 Απριλίου 2012

μονο σκοτάδι μονο

ξερετε γιατρέ
δεν γραφει πια
δεν πινει δεν καπνίζει
δεν κανει ερωτα με αγνωστους
δεν βγαινει έξω
δεν μιλαει
σχεδον ποτέ
σχεδον δεν ανασαίνει
γιατρέ
ξέρετε
πόσες χιλιάδες ζωές
θα είχαμε ζήσει
ως τωρα
αν ήταν. .
αν δείτε
πώς κλείνεται
πώς δεν ακούει
καλά καλά
δεν αντιδρά
δεν ξέρω
τι αντιλαμβάνεται
τι σκέπτεται
τι νιώθει
δεν γνωρίζουν οι δικοί της
γιατρε
δεν ξέρουν καν
αν αναπνέει
λένε
πως πότε πότε
θυμάται
το όνομά της
και ψελίζει
λέξεις
που δεν υπάρχουν
πότε πότε
θυμάται
πως αγάπησε
και λέει
"διψ ακαιτυ φλωση"
το διαισθάνομαι
κάποτε ήξερε
να ουρλιάζει
ξέρετε γιατρέ
κάποτε
είχε αγαπήσει
κάποτε
με είχε αγαπήσει
πολύ
κι εγώ την έζησα
κι εγώ έζησα μέσα της
σε όλη της την αυτοκαταστροφή
πιστά δεμένος
με τον τρόπο της
να χάνεται
κάποτε .. .

δεν

ή αν
ίσως

όχι


κάποιος
υπήρξε . . .κάποτε


ή εμείς . . .

εκείνη


τώρα. .. . σκοτάδι
ένας δρόμος στο σκοτάδι
τωρα

τίποτα

γιατρέ μου
με συγχωείτε
εγώ σας έλεγα
για κεινη
που κάποτε ένιωσε
την αλήθεια
στο πετσί της
κάποτε με ένιωσε
αυτη η κοπέλα
τι είχε
στο μυαλό της
αυτη η γυναίκα
με τις μαύρες
ανησυχίες
κάποτε την πλήγωσαν
τα κοράκια
κάποτε την παράτησαν
οι φόβοι και κάθε είδους
φως
δεν βλέπει πια
ξέρετε εγώ
εγώ ημουν εκεί
και έφυγα
τωρα ξέρω
τωρα ξερω πως
ότι ψαχνω είναι για λίγο εκεί
θαμπό
έστω κι από ένα τηλεφώνημα
για λίγο
για μερικά δευτερόλεπτα
ήμουν εκεί
και χάθηκα και πόνεσα
πόνεσα
και
δεν νιώθω πια
όμως
δεν πίνω δεν καπνίζω
δεν βγαίνω πολύ
απ το σπίτι και
δεν βλέπω ταινίες
επιστημονικής φαντασίας
ούτε πορνό, ούτε κωμωδίες
εγώ δεν αγγίζω καν
τους ανθρώπους πια
εγω δεν περιμένω
κάτι απ' τη ζωή μου
γιατρέ μου εγώ
έχω φυγει
εδώ και μέρες από παντού
με ψάχνει μια μνημη ανεξήτηλη
θολή αναμέτρηση
με το ιερό τέλος
ή παρελθόν
όπως θέλετε πέιτε το εγώ
ήρθα εδώ

εγω

ήρθα και

άγρια
ξημερώματα
με βρίσκουν
στο δρόμο
γυμνό από εικόνες
εγω είχα
μια ιστιρία
και ελπίδες
και όνειρα
εγώ είναι ένας άλλος
ένας που ντύνεται καλά
φοράει χοντρα ρούχα
για να κρύψει κάτι
να κρύψει την ερημιά του κορμιού του
εγώ είναι μια φαντασίωση
μια πεθαμένη ιστορία αγάπης
ω γιατρέ μου
είμαι μια ιστορία αγάπης
θαμμένοι αιώνες
βαθιά στα πετρωματα
είμαι ένας λιγμός
που θυμάται
κάθε κίνηση
κάθε λέξη
κάθε σιωπή
κάθε ανάσα
κάθε τρεμούλιασμα
στο σκοτάδι κάθε
ημίφως
τρέλα με πιανει
και μονο που ξέρω πως
δεν ειναι καλά πως
βήχει πολύ και
είναι ασθενής
ήταν πάντα
σχεδόν νεκρή
είναι η νόσος
της δικιάς μου παράνοιας
παράφορή μου ελπίδα
ένας λόγος να ζώ
κι ας μην την ξαναδω ποτέ
παρά μονο μέσα απ το τζάμι

εγώ
στο δρόμο μας
περπάτησα τόσες φορές. .
. . αν μ' ακους .

ομορφιά μου . .
και χάθηκα
εκεί κάπου
στη γη
απάνω ή από κάτω
με τις βαλίτσες
στους ώμους
τα σκουβαγιάζ
στην πλάτη
πήγαινα κάπου στο διάβολο

καποτε αγάπησε, γιατρέ
κάποτε
γιατρεύτηκε
η ψυχή της
κάποτε μ αφησε να στάξω μέσα της
την αγάπη
χίλιες σταγόνες
διστακτικής ενοχής
που πλήγιαζε
ή πλάγιαζε

εγώ. . .
υπήρξα

εκείνη. .
υπήρξε

τωρα
μια ασπρόμαυρη φωτογραφία με καταπίνει

δεν πίνει

δεν καπνίζει

δεν τρώει
δεν κοιτάζει
μ αυτό το βλέμμα
το γεμάτο ζωή
δεν τραγουδά
δεν γράφει πια

γιατρέ πηγαίνετε κοντά της
πείτε της δυο λόγια έστω
αληθινά
από μένα μην της πειτε κάτι
μην της πείτε πως υπάρχω
μην της πειτε
πως έχει μείνει κάτι από μένα
μην της πείτε
τέτοιο ψέμα

περπατά
στον ίδιο δρόμο
τον γεμάτο αγκάθια
το ίδιο γυμνή
το ίδιο αποστειρωμένη
το ιδιο αποξενωμένη
και ζητά
κάτι διαστρεβλωμένα γνώριμο
που είχε ρίξει ταφόπλακα
μοιάζουν αιώνες
κάτι μας διέλυσε

ξέρτε γιατρέ
το φως μας πρόδοσε

ξέρετε
μας σκότωσε. . .

Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

Blessed Persistence

I changed my mind
And looked no better
Hard of hart blind blind to his higher art
My frustration
My anger in disguise i slip under
I slip under quiet
He spots me anyhow
Chalk up my name
You burn my bridges for me
To a dry and clackin stalk
I swallow stone
They do not recognize inside with them
The locust has no king
Just noise and hard language
They talk me over but i fade slower
On fever
Blessed persistence right under my skin
Blessed persistence
Blessed persistence right under my skin
You burn my bridges for me
To a dry and clackin stalk
Blessed persistence
Nothing comes to mind
Nothing comes to mind
Nothing comes to mind
Nothing comes to mind
Hey chalk up my name
Right under your skin
To a dry and clackin stalk
Nothing comes
Nothing comes to mind
Nothing comes
Nothing comes to mind
Nothing comes to mind

κύηση

όπου κοιτάζω, ατλάζι
σαν από χώμα ερημικό
αυτουργώ
Ω! απαίσια φωτιά
χαρά μου
αναμενόμενος σπασμός
εφεδρικός πατέρας
Ω! κορμί μου
λατρεμένο κι αγιάτρευτο
λαξεμένο σε παράξενες στοές
συνεπαρμένο
από θανατηφόρα Εγώ
όπου κοιτάζω, χαράζει
κρύβω το πρόσωπο
στο αιώνιο μνήμα
αγέννητων ονείρων
πνίγομαι ακόμα
ή απουσία

Ω! απρόσιτη λέξη
των απολήξεων των καρπών μου

Ω! απάνθρωπη έλξη
αντιγύρισμα απονευρωμένο
σάπιο θεριό φρικτό έντομο της ύπαρξης
άπληστο, μαύρο

Ω! και ατέρμονο!

στραγγάλισμα της πάλλευκής μου αγάπης
ηδονή και πρόσταγμα που εγγυμονώ
ή πεμπτουσία

όλα θα υπάρξουν
Ω κόσμοι ανέγγιχτοι
θα σμίξουμε στο τέλος
το τέλος
με φιλάσθενη ομορφιά
τελειώνω.

Σάββατο, 24 Μαρτίου 2012

death is the road to awe

ποιοι
ηταν αυτοί
οι άνθρωποι
που πέρασαν
έτσι απόκοσμα
και πώς μετριέται
η περπατησιά τους
ποιες λέξεις ψέλισαν
έτσι ανόθευτα
έτσι ψυχρά
ποιούς ακουμπήσαν
δαίμονες
από ποια αλάθευτη
ενοχή γεννήθηκαν
από ποια δολοφονημένη
νιότη ανατράφηκαν
ποια θύμιση
λησμόνησαν
πώς χάθηκαν
αυτοί οι άνθρωποι;

ποιες αγκαλιάσαν
εμμονές
ποιά αιώνια απάτη
θήλασαν
και πόσος χρόνος
έμεινε τάχα
για να ζητήσουν;

αιώνιοι λαξευτές ονείρων
με ανατομία απροσδιόριστη
άγνωστοι κοσμοαταίριαχτοι
απωστικοί λυγμοί
της απουσίας φιλοφρονήματα
σκόρπια στο σύμπαν στάχτη
συνωμοσία διαστρική
και κοσμική απουσία.


ποιοί
ήταν
αυτοί οι άνθρωποι;
που ζήλεψαν θανάτους
κι άφησαν στίγματα καπνού
ποια ερημιά τους ξύπνησε
πώς βρήκαν σάβανο να δέσουν
το θεριό
πού βρήκαν μνήμα
να αλανίσει το παράλογο δέρμα
της απόληξης του νου
ποια ασίγαστη ευλογία
έγειρε πάνω τους
βαριά να δέσει
τα κορμιά τους
ποιά δύναμη αλλόκοτη
τους σπάραξε απροστάτευτους
ποια δίνη τους παρέσυρε
στην μαύρη ακολασία;

αλαλαγμοί χιλιετιών
υψώνονται οι θρήνοι
τώρα ησυχάζουν στα πετρώματα
στα νέφη και στα τείχη
τώρα υψώνονται χάλκινοι
μ απρόσιτα κορμιά
φλεγόμενα δοκάρια
πνιγμένοι επωαστές θανάτων
χαθήκαν ωραίοι
μες τις εκλάμψεις τους
ανέγγιχτοι στο χάος
με μάτια ξένα, ανάστροφα
τον άνεμο νιώσαν βαθιά στα σπλάχνα
μια γεύση αιωνιότητας.

Σάββατο, 3 Μαρτίου 2012

το αστείο

οι μέρες μου με τρώνε
κι ας είναι δικές μου
είναι αυτή η ηλιθιότητα της φύσης μας
το λάθος, η αμοιβή
το απροσδόκητο αγκάθι
ο προσδοκώμενος θάνατος
που πάντα θα επιστρέφει γυμνός απ' το πάρτυ
κι όλα θα φαίνονται φυσιολογικά
στην αίθουσα αναμονής
δέχομαι, δέχομαι, δέχομαι
οι άντρες με γαμάνε
τ' αστέρια με ζαλίζουνε
η πολλαπλότητα μ' ευνουχίζει
το Εγώ μου σαπίζει
μέσα σε ξεράσματα εφημερίδων
τυλιγμένη με ζωές άλλων
ανθρώπων που δεν έζησαν ή δεν γιατρεύτηκαν
να τυλίγω το νήμα της τύχης γύρω απ' το λαιμό σου
το Εγώ μου μουδιάζει
φτύνει κι απαρνείται τα πάντα
με τρυπάει, με χύνει στο χώμα
σα νερό βρώμικο, σαν αποτυχημένη μελωδία
να σε στολίζω με κατάρες που φωσφορίζουν
λαμπιόνια του Ελέους
στιγμές του Ερέβους
κάποιος με γδύνει αργά
κάποιος με τρώει και ρεύεται ευτυχής
το γύψινο σύμπαν / το παράλληλο, μ' εξουθενώνει
με κάνει μισή
εγώ δέχομαι, ο κόσμος με κλωτσάει
το σπέρμα ανατινάζεται βουβό
μετανιωμένο, που δεν γύρισε πίσω
στη μεταστροφή του χειμώνα
τα σύμπαντα όλα, χορεύουν για μένα
χάρτης πού 'στεψε ανάποδα
πρόσωπο που ξεθύμανε
όπλα που έλιωσαν κάτω απ' το μαξιλάρι μου
σε άπειρα στρέμματα αστείρευτου πάθους
και καμιά μεταμέλεια,
γρατζουνάω τα όρια με μανία / με κόλαση
διορίζω τους αγγέλους μου
απλήρωτους τους έχω, κάνουν ανταρσία
τού στριψε / τού στριψε, τώρα χαροπαλεύει
μια αράδα νόμιμης υποταγής
μια μπουγάδα συναισθημάτων
απλώνω την ψυχή μου - φύλλο για την τυρόπιτα
λέξεις για ν' ακουστούν
εκρήγνυνται
ένα βήμα πιο κοντά στην αλήθεια σου
με φέρνει εκατομύριες ζωές μακριά απ' όλα
(όσο γράφω στερεύω)
ο σκόρος της διάνοιας θα δείξει το τίμημα
δεν ήξερε την ενοχή της καρδιάς μου
-είναι ενοχή η ύπαρξη;-
θα αποκαλύψει το τίμημα
για όλη τη βλέννα που μάζεψε το αιδοίο μου
για όλα τα χάδια που με ξεπέρασαν
που δεν ήταν για μένα
αλλά για την παράνοια της φύσης μου
την ντροπή / η ντροπή
δεν φτάνει
τίποτα δεν φτάνει
ανατριχιάζω
βλέπω τη βρομιά
"είσαι μια χούφτα λάσπης που πάλλεται μέσα στο βούρκο των αναμνήσεων"
από την άλλη ζωή που δεν έζησες
από μιαν άλλη ζωή
κάποτε κάποιος είπε ότι όλα είναι μια μεγάλη απάτη
πως το σπέρμα το εμπόδισε μια κραυγή ανεπιτήδευτη
ένα γέλιο τρανταχτό, σπάσαν οι δεσμοί, χύθηκε αίμα
το ωάριο διαλύθηκε σε χίλιες άμαξες αγγέλων που σκόρπισαν στον ορίζοντα
και μύριζαν θάνατο
η διαστροφή που με διέπει
τα σύρματα που με τρυπάνε
όλα, όλα καταλήγουν
σε μια αχαλίνωτη ανάγκη για επιβίωση
τώρα νεογέννητοι φρύνοι θρηνούν ανήκουστες μελωδίες
απόκοσμη ακοσμία, στο έλεος της γης
μόνο της γης και της σιωπής
που θα ρθει καθαρτήρια να επουλώσει τα ανεπανόρθωτα
που θα ρθει, να φέρει θεούς ανάστροφους
με κεφάλια από λάσπη
τα μάτια της δράκαινας ησυχάζουν
κι ήταν όλα μια πεθαμένη φωτογραφία
το Εγώ που κατέστρεψε το φιλμ
το Εγώ που χάθηκε σε μια ανελέητη κοσμοσυρροή
το Εγώ που συρρικνώθηκε για να χωρέσει
το Εγώ που ασφυκτιούσε, το Εγώ που δεν χώρεσε
το Εγώ καθρεφτίζεται σε κάτι ανεξήγητα λευκό
οι άνθρωποι γρυλίζουν μέσα μου
το κατακάθι τους πέφτει ατόφιο
λιώνει και σκληραίνει τον πυρήνα
τα στήθια μου είναι γεμάτα γάλα
τα στήθια μου είναι γεμάτα ζωή και ηδονή
η ομορφιά, δεν έρχεται
(όσο γράφω στερεύω)
η ομορφιά σε κόβει στα δυο
της λείπει η ασχήμια, της λείπουν ρυτίδες
διχασμένη ομορφιά, ανάκατη με δώρα θανάτου
με δώρα παστρικά, με δώρα πένθιμα
κι όλα μαζί στοιβαγμένα
σ' ένα ποτ πουρί αηδιαστικό
μα τόσο δικό σου που σε κάνει να κλαις.


κάποιος είπε ότι όλα είναι μια μεγάλη απάτη
κάποιος κατάλαβε και αποχώρησε νωρίς


όσο γράφω στερεύω
ή απλώς αστειεύομαι.