Πέμπτη, 6 Νοεμβρίου 2014

η αυτοαναίρεση του καθρέφτη

"και χαιρετώ σας
και φιλώ σας
όντα μικρά χρωματιστά
μες τον καθρέφτη κλειδωμένα"

αναποδογυρίσαν
τα φανόμενα
και βλέπουμε μηχανικά
απ' την αντίθετη

τα μαθηματικά εξιχνιάζουν το μυστήριο

μέσα από εμένα
είδα φλεγόμενους
τους πεινασμένους ανθρώπους
της κοιλιάς μου
στην πίσω όψη
του ανεστραμένου
κοσμικού καθρέφτη

μέσα στη μεγάλη αποχέτευση
παρασυρόμαστε γελώντας
με τραγούδια

πόσο νηφάλια αυτή η αίσθηση κατάπωσης
του ειδώλου των ματιών μου

σίγουρα με προσπέρασαν
οι προηγούμενες υποθετικες μου  κόρες
που γεννήθηκαν από μένα
πριν από μένα
 για να φυτέψουν στο δρόμο μου
παράδοξα ανθοπέταλα.


είμαι -λες-
η οξύμορη εικόνα του ειδώλου μου
που τρέμει πίσω απ' το γυαλί
σφαδάζοντας, για μια ματιά
από εμένα.

τα δάχτυλά μου ζωγραφίζουν
νοητά τον άνθρωπο
που έχει αφήσει την πνοή του
την ανάστροφη
εδώ και αιώνες
στην παλάμη μου

ο χρόνος είναι κάτι το τρομερό
-λες-
και μ' ένα πάταγο
χτυπάς το κρανίο σου

βαριέται λες, ο χρόνος;
κι αν τρελαθεί ποτέ;
κι αρχίσει να γυρίζει πίσω;
και γελάσει;

τότε οι μορφές θ' ανατινάσονται
σαν ξεθωριασμένες γκραβούρες.

και τότε,
αγάπη μου
ποιος θα σε ξεχωρίσει
απ' το βάλτο;

 

δευτερόλεπτο

ο νους
ανθίζει εκθετικά
και πεθαίνει
απ' τη συμπαντική βαρύτητα
μέσα σ' ένα διαστρικό δευτερόλεπτο

αγαπάω την καύλα του τρελού
και την αμηχανία του πεθαμένου

το μυαλό μου σχίζεται
χαιδεύοντας με μανία
την μελανιασμένη ανυπαρξία
και την σαρκοβόρα ύπαρξη


έχω ένα χέρι γεμάτο
απ' τα δικά μου έντομα
αυτά που μόνο εγώ τα βλέπω
και μόνο εγώ μπορώ να τα σκοτώσω
μέσα σ' ένα εγκεφαλικό δευτερόλεπτο.

έργο παράξενων μερμυγκιών

φωτογραφίζομαι από την κλινική μου
με γάζες και άσπρα εσώρουχα
και αιμοβόρες κούκλες βουντου

οι υπόλοιποι ψυχανεμίζονται
τη συντριβη μου και
το βάρος της σάπιας οδοντοστοιχίας μου
και βήχουν πυρετικά
σαν αυξυμένες δόσεις ασπιρίνης

γελάστε σαρκοβόρα πτηνά
με την πόλη που χτίζουν
εκατοντάδες ψυχεδελικά μερμύγκια
πάνω στο χέρι μου

ξέχασα το μονόλογο της υπεροψίας
έχασα τα λόγια απ' το βιτριόλι
και κοιτάζω το πρόωρο δέρμα
που τη λεχώνα κυψέλη του κρανίου
επισκευάζει

Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2014

ΑΠΩΣΗ

σ ένα μπαούλο τιλυγμένος
με κορδέλες
ο τρελά νεκρός
ο ερωτευμένα τρελός
γιος της άγονης σφαίρας
της ανασυγκρότησης
του οργασμού
και του χαμού

η κυρά του
μίλαγε με τα παιδιά
σαν να ήταν λουλούδια
κι απ' το στόμα της
ψέλλιζαν δύο κατσαρίδες

"δες με
πιο απάνθρωπη απ' την σιγή των σπηλαίων
και πιο στεγνή από τους ατέρμονους αφανισμούς
μια αφρική και μια ασία
και μια κοιλάδα με πορφυρές γυναίκες
το πέλαγός μου χύνεται απ' το κιούπι του μυαλού μου
στα πόδια σου
μια ζοφερή ξένη γη με φέρνει δίπλα
στο πηγάδι σου"

λέει πώς κάποτε
θα αναστηλώσουν την ατλαντίδα
κι οι γέροι θα μασάνε τρόφιμα βιολογικά
μες το σκοτάδι της παράφορης πόλης.

εδώ
καμιά υπόνοια σκέψης
δε με συγκρατεί
απ' την άπωση

ΑΥΤΟ ΑΝΩΣΗ


ζύγησα τη σήψη
απ' το τσίρκο της φυγής
ως τη φαγωκυττάρωση
και τη βρήκα
ανύπαρκτα γλυκιά
και τόσο οικεία

μέσα στις κυψέλες
του εγκεφάλου σου
σε παρατήρησα γυμνό
από κάθε οπτική γωνία
και σε βρήκα να τρέμεις
κάπου μεταξύ συρμού
και αποβάθρας

η μέρα λήγει
μ' ένα μακρόσυρτο
"ανάθεμα"

κι όποιος από σας
που με κοιτάζετε έτσι
τώρα, βλοσυρά
σαν ξένο έμβρυο
δεν έχει νιώσει
αυτή την παγωμάρα
της ακινησίας
έστω και για
ένα λεπτό

ας με περιγελάσει.
εγκεφαλικά θα τον στείλω
στο διάολο

(φέρε μου ένα ποτήρι νερό
τα δόντια μου λυσσάνε
φτύνω την ενσάρκωση μου

φέρε μου ένα ποτήρι νερό
να καταπιώ την πέτσα μου
την άνωσή μου)

Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2014

η ψυχιατρική κλινική των ξεχασμένων ήχων μας

πειραματόζωα
σε μια γιορτή διαμελυσμένης ύπαρξης

οι άνοστοι νεκροί με φυγαδεύουν

άναρθρες λέξεις
φτίνω απ' τον πυρήνα της εξάντλησης

ηχορυπαντικό και ενέσεις
για ήχους απορυθμισμένης
νοσηρής μας νιότης

φυγή στο ασύμμετρο θηρίο
της γελοιότητας
της μοναξιάς μας

 παύση σπασμών
θα ενορχιστρώσω την παγκόσμια άρνηση
την τρέλα

τα άρρητα θα ράψω
συνοχή για άστεγους



ως τη διάλυση του σαρκίου

όσο το χάος μέσα του βαθαίνει
προσπαθεί
το πρόσωπο
να μην το ξεθωριάσει.

όταν η σάρκα πάλλεται
εντός κι εκτός της
οι κυτταρικές χορδές
σκληραίνουν

τα δάχτυλα της μήτρας
αποθήκευσαν τη διάσπαση του νου

τα οστά του δίχρωμα
κρατήρες της απώλειας

οι κυλίδες των ματιών τους
ποίηση για ανάπηρα ηφέστεια

"ως τη διάλυση του σαρκίου"
είπε στο αφτί της
"εγώ θα αναγεννιέμαι
μέσα απ' την αστείρευτη
θωλή ενόραση
του πενταγράμμου"



αυτοάνοσο

του χρόνου τ' αποτσίγαρα
μασάω
ηττημένος

μες την πλεκτάνη του φωτός
διασκορπισμένος
βρίζω

το μέλλον, αυτονόητο
κορνάρει

τα πλήκτρα του εγκεφάλου
αποσιωπητικά και επινοημένα
με προσβάλλουν

ωστόσο
τα σχισμένα χέρια μου
μου ράβουν τις αυτοάμυνες

κι ολόκληρος ξαναβαφτίζω
το αυτοάνοσο παιδί
της τρέλας μου
ουρλιάζοντας


(έχω έναν πόνο στα αριστερά του κρανίου
γέννα της γέννας μου:
συγχώρεση
και ηδονικό μου σφάλμα)
πλάι στην τέφρα μας κουρνιάσαμε
σαν ηδονοβλεψίες της κραυγής μας

τα άγρια πέλματά μας διαβρώσαμε
παίζοντας με τα βλοσυρά κουφάρια του μυαλού μας

σίγησε η γλώσσα μας - παράφορη εποχή
απ τη στερνή μας ώρα να αποστάξει

άνευρα ρήματα που διέλυσαν τη γη
και την ασπρόμαυρη φωτιά να μας σπαράξει

Τρίτη, 23 Σεπτεμβρίου 2014

συμφωνία διάλυσης

αλλάζω δέρμα
αργά
με σχήμα φυγόκεντρο
εκκολάπτοντας
μια σύνθλιψη
των νευρώνων

γεννητικά όργανα
και αρθρώσεις
όλα χυμένα
στα πόδια μου
βρίζουν

αλλάζω δέρμα
τσούζωντας
με μάτια ανάστροφα
χέρια μολυσμένα
νοσηρό περίβλημα

ωστόσο μέσα μου
βρυχάται η διάλυση μου
"ζωντανεύοντας"

Σάββατο, 13 Σεπτεμβρίου 2014

το μανιφέστο της ανάπηρης ευφυίας μας



μια κυψέλη με αίμα
στις άκρες των δακτύλων
-φυγόκεντρο σπέρμα-
εγκυμονώ το μαύρο δράκο
των ανέραστων φόβων.

η μορφή μου διασπάται
ανάστροφη
.

το τζάμι κόβει το πρόσωπο
απ' τις αρθρώσεις ως το νου
πες
"νιώθω την υπόστασή μου"
"ολόκληρη"
έχεις σταθεί ποτέ σ εκείνη
τη ρωγμή του χωροχρόνου
ν' ακούσεις -λιγο-
την ανάσα σου;

im not one of them
they are one of me.

ενυπάρχω πρόωρα
σε μια φυλακή αφομοιομένης ελπίδας
η δεύτερη φύση μου με ξεπερνά

όσα δε γράφτηκαν
όσα δε ζήσαμε
και για όσα πια
αποκλείστηκαν ως ενδεχόμενα
για όσα χρόνια πέρασαν
αδιάφορα
σκουρόχρωμα
και αλλότρια δεσμευμένα

ζωγραφίζω την μορφή μου
εκεί που θα την ήθελα
και δειλά δειλά
και ντροπαλά, 
την πλησιάζω


δεν ξέρω πόσες λέξεις χάθηκαν
έγκυες κι ανυπόφορες
με λίσσα στα μάτια
μια μέρα θα μ εκδικηθούν
που δεν τους έδωσα
-για λίγο έστω-
το θρόνο ν' απαγκιάσουν
να γελάσουν
να ακουστούν
το χρόνο να εκτιναχθούν

θα με δικάσουν
ύστερα από χρόνια
προβλέποντας τη συντριβή μου
πάνω σε κάποιο
βάθρο με σπασμούς
και στάχυα
φυτρωμένα στις ταράτσες στα πάρκα
μεγαλωμένοι σε παράξενες στοές
γεράσαμε
έχοντας πάντα εκείνη την εφηβική κραυγή
αγωνίας και θλίψης
αηδείας και πτώσης

εναντίον μου στέκω
γυμνός
με φίκια μπλεγμένα στα μαλλιά
στα χέρια
χύνω το μελάνι μου
στο άδειο δωμάτιο
της απαρχαιωμένης πια πυξίδας
μου
την ψόφια κόλαση
μοιράζω στα παιδιά μας
πρόσφορο έδαφος
για τις συμφωνημένες μελωδίες
και τα άσκοπα γράμματα ελπίδας

μαυρίζω το πάτωμα και το ταβάνι
μαυρίζω τους τοίχους
τις πόρτες
με μελάνι
άγριο φως μαύρο φως
με ταραχή κι αστάθεια
δειλά αναδυόμενη φόνισσα
των παιδικών μου φόβων
η μουσική
που χύνω τρέμοντας
χορεύοντας παραπατώντας
το μελάνι
ώσπου να σιχαθώ
το σπέρμα της απάνθρωπης μου
ανάμνησης
μια σπίθα, μες το μεσημέρι
μαύρη  χαραυγή ξημερώνει
θέλω να ζήσω
όπως οι τελευταίες νότες
απ' το τραγούδι των ηττημένων
ποιητών
θέλω να ζήσω
ασθμαίνοντας
ακους;
μάνα της όξινης βροχής
και των υδάτων μάνα
ξύπνα τη μοναχή σου κόρη
την αδάμαστη, την πνιγηρή της σιωπή σπάσε
μάνα των ιαχών και των γιορτών μητέρα
η νιότη μου
ανθίζει και με καίει απόκοσμα
απορροφά τη στασιμότητα
και φτύνει χρόνο
κι όλοι να αναμένουνε την ώρα
της σφαγής του απομεσήμερου
εκείνου του τελευταίου
ώρα θανάτου και γιορτής ξεκίνημα
μες τη ζαλάδα και το ημίφως
εκπνέω
μελανιασμένοι τοίχοι
τα γυμνά μου χέρια
εφάπτονται
κουράζομαι,
νυστάζω,
τρέμω
πυρκαγιά! η έξοδος
η έξοδος το φίλημα του χρόνου
η έξοδος
η αναγέννηση της ματαιότητας
η έξοδος
μια μυστική υπόγεια διάβαση
στην ατελή και πάντοτε φθαρτή μου
κράση
έχοντας πάντα μες τα σπλάχνα
αυτή την αδιόρατη ημιτέλεια
μισή
παράδοξα ακατανόητη
και υπερβατική
πάντοτε αξεπέραστη
ύπαρξη
που διαχωρίζεται απ' το είναι μου
κυκλικά
η αναπηρία μου να συλλάβω
αυτή την έκρηξη
των συνειρμών
της άπωσης
να βάλω τάξη στην αχόρταγή μου
ανάγκη να ξεπεράσω το νου μου
να βρω μια τρύπα να βγω
από μέσα μου
από το μελανιασμένο άδειο δωμάτιο
του μυαλού, της σιωπηλής απάτης
αυταπατόμαι και γνωρίζοντας υποκύπτω
σε κάτι απρόοπτο
αδυνατώ να εννοήσω την κραυγή μου
να επινοήσω τη φωνή μου
να δαμάσω το χωροχρόνο
ή το χορό του χρόνου μες τον κόσμο
οι κινήσεις σπάζουν
και νιώθω ανίκανη να εξηγήσω
τον τρόπο που δράω
που ανταποκρίνομαι
που αρνούμαι
που αυτοανακυρίσσομαι βασίλισσα
των παραλογισμών μου
η αναπηρία αυτή της ευφυίας μου
να συλλάβει τα αδιανόητα, με διαλύει
με υπερβαίνει
ίσως και σκόπιμα
φαντάζομαι το τρομερό αυτό νυστέρι
του αιώνιου ταξιδιού
της αναλώσιμης σκέψης μου
έτσι θα υπάρξω σύντομα
κοντά μου
πάντα με την επίγνωση πως
είναι όλα ψέματα, ψέματα
ακούς;
η διαφορά του υποδύομαι και του ζω
μου διαφεύγει
μέσα απ' τα χέρια φτύνω τον ατμό
τον χείμαρρο της ευκολίας μου
της ευφυίας και της αποστροφής μου
του συνδυασμού της τρέλας και της άπωσης
και πέφτω απαλά σε μια σκοτοδίνη
πρόθυμη να με απαλύνει
να με σφίξει
στην κατάμαυρη αγκαλιά-θηλιά της
μέσα απ' τα χέρια μου -μιας χρήσης
τελευταίας- θα ελευθερώσω
τσούζωντας τα μάτια
και αφόρητα σφαδάζοντας
εκείνες τις μικρές
και χιλιοαγαπημένες
τις πολύτιμες για μένα μονάχα
μαύρες μου πεταλούδες.


σα μαντήλι θα σύρουν τη σιωπή μου
να χαϊδέψει τη γη, το χώμα
τα φρέσκα λουλούδια
κι ευτυχισμένη πια
θα σβήσω.

Κυριακή, 31 Αυγούστου 2014

Διώξε με
  Διώξε με
 απ' τη φωνή μου
διαχώρισε το όραμα
   απ' την υγρή
 φυλακή μου

Παρασκευή, 22 Αυγούστου 2014

Πτώση ή πόσα μέτρα απέχω απ' την παράνοια, μαμά;

το αυτοκίνητό μας, χρώμα πράσινο
πέφτει στους θάμνους.

πέταξα μες τη θάλασσα όλα τα μισοπεθαμένα Εγώ
και τις ακροβασίες στο διαστρικό ουρανό.

με συγχώρεσαν μόνο
οι φύλακες των ανατρεπόμενων στιγμών
και των διχασμένων παρορμήσεων.

είναι όλα τόσο διεστραμμένα γύρω μου
φοβάμαι για το μυαλό μου.

οι παρορμήσεις πολεμούν με κόκκινο
τα λεπτομερώς προσχεδιασμένα μου όνειρα.

"ή θα αφεθώ και θα πέσω, ή θα προσχεδιάσω την πτώση μου.
είπε ένας φίλος.

με τρόμαξαν αυτά τα πτηνά, πετούσαν ώρα μες το στήθος μου
αραδιάζοντας τη ζωή πετσοκομμένη στο νεκροσέντονό μου.

το έντομο, αναρριχήθηκε μέχρι τη σπλήνα,
οι γιατροί είπαν πως ξόφλησαν τα γεννητικά μου όργανα
και μέσα απ' το γυαλί ουρλιάζω στα φίδια
να ρθουν, να χορέψουν για μένα
μέσα απ' τις φυλωσιές
τον τελευταίο παράλυτο χορό.

μόνο το σώμα μου υπάρχει
ή μόνο το μυαλό.
ποτέ δεν συνυπάρχουν μαζί,
παραλύουν εναλλασσόμενα
φθίνουν προς μια κατεύθυνση
και ύστερα αντίθετα,
σαν να κινούνται δίπολα ανομοιόμορφα
εκτός μου
μέσα απ' τις κλειδώσεις
βρυχάται, η αναπηρία μας.

ψυχοφθόρο που υπάρχω έτσι.
μικρούλα κι εύθραυστη, σπάζω σε χίλια κομμάτια
και μια ζωή με μαζεύω απ' τα πατώματα
προσπαθώντας να με ξαναχτίσω
μα πάντα βγαίνει κάπως θολό το ομοίωμά μου
στον καθρέφτη κοιτάζεται και σπάζει ξανά
ασθμαίνοντας λέξεις όπως "πόσο"
"μάταιο" "είναι"
"να με χτίζεις"
"ξανά..." 
"αφου όλο πέφτω."

είναι όμορφα από εδώ.
είναι ψηλά! και βλέπω τα σύμπαντα να τρέχουν
αβαρή κι ασήκωτα
και τους μικρούλικους ανθρώπους
να παραληρούν μέσα στην έκσταση και στον πόθο
παραμορφωμένοι απ' το χρόνο
και εφήμεροι, χωρίς ιδέες ή νοήματα σαθρά
υπόγειοι άνθρωποι, κάτω απ' το χώμα
χαράζουν κύκλους
κι άλλους κύκλους
συνεχόμενα και ασταμάτητα
και πένθιμα ζώα τους τρίβουν τη μούρη
κι εκείνες οι κοπέλες
οι πανέμορφες, με τα στιλπνά μάτια
χαρακώνονται χαράζοντας τρύπες στη γη
να βρουν το δηλητήριο
πού το κρύψαν οι αόμματοι νεκροί;
μέσα στις λάσπες παλεύουν
και τα όμορφα μαλλιά τους μπλέκονται
κι οι σάρκες τους κολλάνε
και υγραίνουν
και λιώνουν όλες μαζί πυρετωδώς
αναστενάζουν τα υγρά τους χείλη
παρατεταμένες σιωπές
και πρόσωπα σβησμένα με ανάσες
βουτούν στο δηλητήριο
κοχλάζει ατόφιο, να το βρήκαν
και το τρώνε,
μέσα τους στάζει, στις ψυχές
γεμίζει ο ουρανός δρυοκολάπτες
και τρυπάει τ' αστέρια με βελόνες αιχμηρές
κι η πορφυρή μου μάσκα βρέθηκε κάπου
ανάμεσα στα συρματοπλέγματα
τσουρουφλισμένη, διάτρητη
μα αφόρετη
ούτε που πρόφτασα να την κρατήσω
στα χέρια μου
σπάσαν τα νερά
του εγκλεισμού μου
και ξεγέννησα το πιο απαίσιο κτήνος
ξεμέθυστη, νηφάλια
μέσα στον πυρετό της ύπνωσης
και στα ανομολόγητα αστεία μας
το κτήνος επέζησε
για μερικά λεπτά, εκείνα τα τελευταία
τα εφιαλτικά δευτερόλεπτα
που κυλούσαν πιο αργά κι από αιώνες
εγώ σφουγγίζω τα μάτια μου
τα καθαρίζω απ' τις τσίμπλες
και προσπαθώ να τα ανοίξω με χαμομήλι
και βαμβάκι
η θλιβερή εικόνα του Ιησού
μέσα από τριπλό ή τετραπλό τζάμι
αντικατοπτρίζεται
φοράει ρούχα γυναικεία
και τα ήρεμα μάτια του κοινωνούν
τώρα και για πάντα
καταδικάζουν την ανυπαρξία
και ελέγχουν με απόλυτη σοβαρότητα
τις κινήσεις των χεριών
και τα βλέφαρα χαμηλώνουν
και χαμηλώνουν
και η εκκλησία λίγο πριν κατεδαφιστεί
μαζί με όλους τους απίστους
και τους ένορκους
κοιτάζομαι για μια στιγμή στο τζάμι
το κρυστάλλινο
εκείνο το σπασμένο
του δωματίου μου το θεριό κοιτάζω
και βλέπω μέσα στο βαθυκύανο βλέμμα του
την γνήσια ανυπαρξία
την πραγματική αστάθεια
τον αληθινό Θάνατο ντυμένο στα χρώματα
μιας γης που φλέγεται
και πυρπολείται μέσα μου
η φλεγμονώδης σάρκα του
το πτώμα της σαρκάζει μέσα μου
γελάει με τα κλειστά μου βλέφαρα
αδειάζει τα αποτσίγαρα
γδύνει το σώμα μου
και δείχνει σε όλο το βουβό
πεθαμένο ακροατήριο
της πληγές στο στέρνο, στα χέρια
στο στήθος, στα γεννητικά μου όργανα
και τις πιέζει επιδεικτικά μπροστά τους
μέχρι να χύσουν αίμα
και να στάξουν ύδωρ μυστικό
ερμαφρόδιτο
κι ο Θάνατος ντυμένος στα λευκά
σαν νύφη λιθιβολεί την αντρική μου υπερηφάνεια
με μια κουκίδα στο μέτωπό του
ανεξιχνίαστη
με αργές κινήσεις μου προσφέρει το λευκό κρασί
ταπεινωμένη με το αίμα να κυλάει απ' τη μήτρα μου
γίνομαι σιγά σιγά κάτι άλλο κι όχι άνθρωπος,
εγώ, σιγά σιγά πίνω το λευκό υγρό με μάτια
σχεδόν δολοφονημένα
γαλήνια και αργά χωρίς βαρύτητα
πέφτω στο κρύο πάτωμα
ξαπλώνω πάνω στα σπασμένα γυαλιά
για πρώτη φορά δεν ζω δοκιμαστικά
αλλά είναι εκείνη η στιγμή
που δεν θα υπάρξει όμοιά της ποτέ
είναι εκείνη η ιερή και πένθιμη στιγμή
που τίποτα δεν θα αντηχεί στ' αυτιά μου
ικετεύοντας για μια επαναληπτική παρτίδα
χαμογελάω, με το πιο καθαρό βλέμμα
και μια σιωπή θεόρατη με σκεπάζει
λευκή σαν σεντόνι
χωρίς κανένα θόρυβο
πολύ σιγά
τελετουργικά και
σχεδόν αναμάρτητα.

ξόρκισα τη θλίψη με μια πτώση
εξάλειψα την πιθανότητα αυτή εδώ η ζωή
να είναι πια δικιά μου
τώρα μόνο άλλα μάτια θα πάρουν τη θέση μου
κι απ' την αρχή θα ορίσω το χρόνο και τον πόνο
με μια ελαφράδα σαν πυροτέχνημα
σαν έκρηξη με απαλούς αστραγάλους
με τις ιδιόρρυθμα κατεβασμένες κουρτίνες
να μην με βλέπουν κι όμως να τους βλέπω
απ' την ρωγμή αυτή του βράχου
που άφησα για παν ενδεχόμενο.

Πέμπτη, 21 Αυγούστου 2014

ερευνώντας τα πιθανά και τ' ανεκπλήρωτα

το μνησίκακο άγαλμα

το μνησίκακο άγαλμα
στεκόταν πάντα ακριβώς εκεί
ούτε πιο δεξιά ούτε πιο αριστερά

κοίταζε τους περαστικούς
μ' ένα βλέμμα διαπεραστικό

ήξερε τι πρόκειται να συμβεί
όμως δεν είχε μιλιά να το πει

 ο φαγωμένος θρίαμβος
των κουρασμένων ματιών μου
εξερράγη κάπου χωρίς συγκεκριμένες μορφές
κάπου που οι διακλαδωμένες πιθανότητες χορεύουν
με τα γεγονότα.

η μνήμη συγκαρτάει το σώμα μου 
λίγο πιο ζωντανό απ' όσο θα πρεπε
λίγο πιο νεκρό απ' ότι ήταν προγραμματισμένο.

όσα συνέβησαν, δεν ήταν παρά ένα υπόλειμμα
μετενσαρκωμένης πιθανότητας
που κάποιος τρελός δορυφόρος 
επέλεξε για μας
έχωσε τη μεγάλη χούφτα του
στο κέντρο της γης, η τυχαιότητα 
επέλεξε για μας
με τα μαγικά της χέρια
την ακατανόητη μορφή μας
-τόσο ασαφή και τόσο συγκεκριμένη-
και ίσως παγιωμένα ανεκπλήρωτη.

ελαστικές υπάρξεις
πλαστικές ψυχές

περιμένωντας ν' ανατραπούν
οι εφήμερες φωνές μας

το σπερματοζωάριο
αυτό το θλιβερό μικρόσωμα της κίνησης
που έφτασα να μαι εγώ
αθόρυβα και μόνιμα
ή περίπου μόνιμα.

οι σκιές των ανθρώπων
καλύπτουν σίγουρα κάτι άλλο, πιο σκοτεινό
η γκρίζα όψη ξεγελάει τα μάτια τους τα πολύχρωμα.

δεν επέλεξα τη σύνθλιψή μου.
τον εγκυμονούντα εαυτό και τις ανατριχίλες
τις αστάθειες του κορμιού μου και τις ασύμβατες λέξεις.
συνίσταμαι απ' όλα αυτά και όσο γίνεται τ' αφήνω να εκρήγνηνται
διάφανα μες τον κόσμο των μικρών ανεστραμένων στιγμών μου
σαν πολύτιμα ζωγραφισμένα χεράκια
συντονισμένα στην απόθηση και την αναβολή

οι κορυφώσεις και οι ανατροπές συνίθισαν να είναι
κάπως, μέρος του γονιμοποιήσημου ζώου
που με διανέμει πιο ξάστερα, σχεδών ικετευτικά
σε κάποιο άλλο μέρος
σίγουρα πολύ μακριά από εδώ.

θα φτιάξω ένα μικρό χαοτικό σύμπλεγμα
από μελωδίες δικές μου μπλεγμένες
που θα ξεδιαλύνουν κάποτε μονάχα
οι νότες της τελευταίας μου 
αναρίχησης στην πιο εξώφθαλμη πραγματικότητα.

οι ευνουχισμένες στιγμές μου
θα θυσιάσουν ένα μέρος τους 
στο πληθωρικό βασίλειο των περιπτίξεων
των εκδοχών του βασανισμένου κορμιού μου

και οι υπόλοιπες θα βγάλουν στόματα πελώρια
και θα πετσοκόψουν λίγο λίγο
τη μνήμη μου.

όλα τα υπόλοιπα
θα 'ναι σκόνη 
πίσω απ' το παραβάν θα παρατηρούν
-μόνο θα παρατηρούν-
αυτή την τελευταία διαστροφική συνάντηση
με τις άλλες εκδοχές του εαυτού μου
που ίσως και να είχαν κάποτε τραγουδήσει
τη μελωδία της αποσύνθεσής μου
ανάμεσα στα στήθια μου, 
μα το μισοφαγωμένο αυτί μου
τις αγνόησε παράφωνα.

εκείνες που θα μπορούσαν να έχουν υπάρξει παράλληλα
αν το μνησίκακο άγαλμα 
το πυρετικά ανυσπόστατο
και ξένο έστρεφε λίγο 
τους καρπούς του προς το φως.

Δευτέρα, 18 Αυγούστου 2014

μέσα απ' τις σχισμές των ματιών της διαμελισμένης μορφής μου

η διαμελισμένη εικόνα μου με κοιτάζει
με μάτια-γρίφους
μ' αυτά τα παράξενα μάτια
προσπαθεί να με ερμηνεύσει
μ' έναν τρόπο ατίθασο
επίμονα τα χαριτωμένα χεράκια της
αποκομμένα, η μύτη κάπως στραβή
το σώμα ανάστροφο.
κάτι θέλει να πει
όμως δεν μπορεί να μιλήσει ακόμα.

στέκεται μπροστά μου σα φωτογραφία
που δεν μπορώ να ορίσω
αν το κορίτσι αυτό είμαι εγώ
ή μια χυδαία στραβοχυμένη φωτοτυπία μου
το κορίτσι χαμογελάει
με δάκρυα στα μάτια, χωρίς βέβαια
να μου πει το λόγο.

μόνο εκείνη ξέρει
από πού πηγάζουν οι διαθέσεις της
πώς στο διάβολο προήρθαν οι στίχοι της
γιατί τις νύχτες αλλάζει πλευρό κάθε δυόμισι λεπτά
και γιατί δεν μπορεί να ελέγξει τα μέλη του σώματός της.

κάτι πήγε στραβά όταν τη φωτογράφισα.

μες τα λευκά πέλματά της
στους κυρτούς μηρούς
επωάζεται μια ιδέα
για το πώς μπορεί να διασταλεί το χάος.

κάτι σαν ψιφιδωτό
ανάμεσα σε λήθαργο και ηδονή
σε μαύρο φως και αποχαύνωση
κοιτάζει κάπως βλοσυρά
ή μάλλον λάγνα
ή ίσως και να βαριέται κάπως
να παίξει μαζί μου.

δεν μπορώ να προσδιορίσω
τι ακριβώς θέλει από μένα.


το αστείο είναι
πως την έχω δει χιλιάδες φορές αγουροξυπνημένη
με πρησμένα μάτια
την έχω δει να φεύγει
να βογγάει
να τρελαίνεται
να αφρίζει
να ησυχάζει
να τρώει μέχρι να σκάσει
να διαβάζει τις σιωπές των ανθρώπων
να ψάχνει τρόπους να σκοτώσει
να αυνανίζεται με την ιδέα της ολικής της
κατάρρευσης
να καίγεται
να στραβομουτσουνιάζει
να γελάει μέχρι να σπάσουν τα σαγόνια της
και να εκραγεί
να μιλάει.. τόσο πολύ και τόσο δυνατά
και ύστερα να κουράζεται
και να πέφτει πάλι στο μαύρο πέπλο
της μαμάς μοναξιάς,
αποκαμωμένη.

σήμερα αυτή διαμελισμένη μορφή (που
στέκεται πάντα μπροστά μου
και κάπως μου μοιάζει)
μου είπε ένα μικρό μυστικό.
δεν κατάλαβα όλες τις λέξεις που αράδιασε
-ούτε μπορώ να καταλάβω τι την έπιασε-
και μου το είπε σήμερα-
μα ήταν κάτι σαν:
¨"ξέρεις...
μέσα απ' τις κόρες των ματιών
διαστέλλεται το χάος

ή / μέσα απ' τις κόγχες των αόρατων στιγμών
διαστέλλεται το χάος /
ή / μέσα απ' τις κόρες των αόμματων γιορτών /
θέλω να παίξω μαζί σου
πριν το χάραμα,
θέλω να σε γευτώ
θέλω επιτέλους να με αγγίξεις
να με βρεις,
να παγιδέψεις μέσα μου όλες τις
πένθιμες στιγμές ανυπαρξίας σου
και να με κατακτήσεις έτσι όπως είμαι
μονοκόμματη, και τόσο διαμελισμένη
γιατί θα μπορούσα να είμαι εσύ,
αν λίγο με προσέγγιζες, λιγάκι μόνο.
-
κάνε με το πιο κρυφό κι απαίσιό σου δημιούργημα
αυτό που κανέναν δεν θ' αφήσεις ποτέ να κοιτάζει
φύλαμε μέσα στα υπόγεια των παραλογισμών σου
και άσε με να βγαίνω μόνο
όταν τα χάος διαστέλλεται μέσα στα μάτια σου
όταν αιωρείσαι σ' έναν ανάλαφρο βυθό
και σε τσιμπάν μικρά ψαράκια-δολοφόνοι
όταν οι λέξεις δε σου φτάνουν
για να μ' αρνηθείς
κι οι διχασμοί σου σε πολλαπλασιάζουν ανελέητα
και χάνεις το μέτρημα των εαυτών σου
όταν στερεύουν οι απαγχονισμένες σου
ορέξεις ή λαχταράς
την αντρική φαγωμένη σάρκα
όταν ταΐζεις με φωτιά τις νότες των αλόγιστων σπασμών σου
και τις ξεπλένεις πρόχειρα χωρίς καμιά μετάνοια
όταν μανιασμένα τρως κομμάτια απ' το σύμπαν
και οι πραγματικότητες σε καταρρίπτουν,
άφηνέ με να βγαίνω εγώ,
να τα ορίζω όλα απ' την αρχή
και να χαζεύω
με τα γυμνά μου μέλη σαστισμένα και υγρά
το ηλιοβασίλεμα
σ' εκείνον τον απομακρυσμένο βράχο
της πιο ανύπαρκτης ανάμνησής σου."


κι όταν τα είπε αυτά
-ή κάπως έτσι-
ξέφυγε μέσα απ' τα χέρια μου η μορφή αυτή
τα μέλη διασκορπίστηκαν
και παραμορφωτικά με επαναρύθμισαν
ο νους μου να συγχρονιστεί με την απώλεια
το σώμα μου να πάψει ν'΄αλιχτά
και τα στιλπνά, τα διχασμένα μου μάτια
να συνηθίσουν λιγάκι πιο πολύ
τη διεστραμένη φύση των πραγμάτων
και μέσα σ' αυτήν
(πάντα με τη φυγή απ' αυτήν
και τη σφαγή της)
να καταφέρω να υπάρξω πια,
ολόκληρη.


Παρασκευή, 8 Αυγούστου 2014

ο χορός της σκιάς


χορεύω στο σκοτάδι κι ύστερα στο φως.
κι οι νεκροί μου σιγά σιγά ανασταίνονται.

love me as i'm gone - θεσσαλονίκη

σαν μια ηχώ στο τούνελ των παραλογισμών μου
που την κινήγησα για λίγο
εξακόσια χιλιόμετρα μακριά απ' το υπόγειό μου
αυτές οι μέρες ήταν σαν ένα ξέσπασμα φιλάσθενων γιορτών
που μέσα μου ξεσπούσαν, άσκοπα
χωρίς να ξεκαθαρίζουν τη θέση τους στις πολικές ακροβασίες του νου μου.

   τα κινέζικα υπόγεια ήρθαν, χωρίς να το ξέρουν
μ' ένα δώρο για τη μνήμη μου
και με μια αναλγητική συμπάθια και καούρες, νύσταζαν.

   οι Γ. που ήταν πολλοί και όλοι από μια μελωδία στα χέρια
η Γ. με λέξεις δικές της
με αγκάλιασαν μ' ένα παράξενα εκκοφαντικό διχασμό
ανάμεσα στην μουσικά εκτεθιμένη κραυγή
και τον αυθορμιτισμό.

βγήκα για λίγο απ' το διάτρητο καβούκι μου
χωρίς να το έχω προσχεδιάσει και χωρίς να ντρέπομαι

οι μέρες με τύλιγαν σιωπηλά
στην αποχαυνωτική απελευθέρωση των συνειρμών

το πείραμα με έδενε με τον κόσμο
μ' ένα τρόπο κάπως ασαφή που όμως
δεν είχα την παραμικρή ανάγκη να ερμηνεύσω.

οι στιγμές, που το βλέμμα φωτογραφικά
διασπόταν σε κάποιο μικρό αντικείμενο
ένα μα(ρ)ξιλάρι, ένα πρόσωπο, ένα γιουκαλίλι.

και όλα αναιρούσαν τη σιωπή μου
και μια παράξενη παρόρμηση μ' έκανε να θέλω να
τραγουδήσω.

χωρίς τίποτα το αλώβητο ή το αποξενωμένο
χωρίς η τελειότητα να με τυραννάει
τραβώντας με υποτονικά απ' το μανίκι
μέχρι να παραδεχτώ
ότι δεν θα την αγγίξω ποτέ
κι εγώ αφέθηκα στο έλεος της ανάγκης μου
για τους ήχους προδίδοντας έτσι την τελειομανία.

ερωτεύτηκα κάθε στιγμή και κάθε πρόσωπο
που εκεί σκόρπισε μέσα μου αυτή την εκδίκηση της μαυρίλας
σαν να ξορκίζαμε συνοπτικά το ανομολόγητο σκοτάδι
ξεφαντώνοντας και αλιχτώντας τελετουργικά
και η παράνοια μεταμορφωνόταν σε μαγνητόφωνο.

   ο Β. τρελάθηκε -για λίγο- με τρόμαξε
σε μια προσπάθεια να συμφιλιωθεί με το εφήμερο
με την παροδική απουσία των ανθρώπων
με την φορτική μοναξιά και τα παραστρατημένα νοήματα
μέσα απ' τα λόγια και τις ανάποδες στροφές
του παρελθόντος

ξέρω πως η ζωή θα του αντιγυρίσει
ό,τι ο χρόνος του στέρησε ειρωνικά
γιατί του αξίζουν όλα
μια αγκαλιά για τις πεθαμένες του εκλάμψεις
μια δικαίωση για τις χυδαίες ανατροπές του έρωτα
με όπλο του τις λέξεις και την ομορφιά της ψυχής του
η ζωή του έχει χιούμορ
κι εκείνος δύναμη να της το ανταποδώσει.

(κάποτε θα ξανασυναντηθούμε, 
και θα σπάσουν τα ρολόγια
και θ' αυτοκτονήσουν οι ώρες,
αγάπα τον εαυτό σου
βρες αυτό το δύσβατο όριο ανάμεσα
στην τραγική ειρωνεία και την ειρωνική τραγικότητα
κι εγώ θα υπάρχω ξέχωρα 
και τόσο κοντά)

κάτι με αγάπησε καθώς έφευγα

ίσως εκείνος πιο πολύ και για πάντα
παρ' όλο που η σιωπηλή συμφωνία μας να χαθούμε
ήταν πικρή μα γόνιμη για το μέλλον που μας περιμένει

ίσως η Θεσσαλονίκη
που με διαμόρφωσε ξανά φορώντας μου
το σκήπτρο της ελπίδας

ίσως η ζωή
που με περιμένει στη στροφή του δρόμου
ακροβατώντας στο σταθμό με τα περίστροφα βλέμματα
όταν όλοι με είδαν να κλαίω στην αγκαλιά του
και δεν είπαν τίποτα.

ίσως εγώ
που εγκυμονώ μια παρέλαση απονευρωμένων ιδεών
και φυγόκεντρων απολαύσεων

ο έρωτας για όλα, η καύλα για ζωή.
μέσα μου περπατούν χιλιάδες κόσμοι ανάστροφοι
που θα με πλημμυρίσουν κάποτε, έστω και για μια στιγμούλα.

και πόσες ακόμη στιγμές που δεν αποτυπώθηκαν
μέσα σ' αυτές τις μέρες
πηγάζουν τώρα μέσα μου οι εικόνες τους
χωρίς στ' αλήθεια να χω την ανάγκη να τις γράψω.

ίσως αυτό είναι η ζωή τελικά.


Κυριακή, 3 Αυγούστου 2014

Πρωινό Μέθης - Arthur Rimbaud

Αχ, δικό μου καλό! Αχ δική μου ομορφιά!
Φρικαλέα φαμφάρα όπου δεν παραπαίω!
Παραμυθένιο βασανιστήριο!
Ζήτω φωνάζω για την ανόσια πράξη και το κορμί το μαγικό,
για την πρώτη φορά μου!
Μέσα σε γέλια παιδιών είχε αρχίσει και μ' αυτά θα τελειώσει.
Το δηλητήριο αυτό θα μείνει σ' όλες μας τις φλέβες,
ακόμα κι όταν αλλάξει σκοπό η φαμφάρα
κι εμείς βρεθούμε στην παλιά δυσαρμονία.
Αχ, τώρα εμείς τόσο άξιοι γι' αυτά τα μαρτύρια!
με ζήλο ας περιμαζέψουμε την υπεράνθρωπη υπόσχεση
που δόθηκε στο πλασμένο κορμί και την κτιστή ψυχή μας:
εκείνη την υπόσχεση, εκείνη την παραφροσύνη!
Κομψότητα, επιστήμη, βία!
Μας υποσχέθηκαν να θάψουν στο σκοτάδι
το δέντρο του καλού και του κακού,
να εξορίσουν τους τυράννους της ευπρέπειας,
για να μπορέσει να εκφραστεί ο πιο αγνός έρωτάς μας.
Μες την αηδία είχε αρχίσει και τελειώνει
-μη μπορώντας να μας βγάλει αμέσως απ' αυτή την αιωνιότητα-
τελειώνει μέσα σε αρώματα σκόρπια.
Γέλιο παιδιών, εχεμυθεια σκλάβων, παρθένων αυστηρότητα,
φρικτές μορφές και αντικείμενα του εδώ,
σας ευλογώ για την ανάμνηση αυτής της αγρυπνίας.
Που μες τη βαρβαρότητα είχε αρχίσει,
και που τελειώνει με φωτιά και πάγο.
Μικρό νυστέρι μέθης, αγιασμένο!
Και να σκεφτεί κανείς πως θα μας χάριζες μόνο μια μάσκα.
Υποκλινόμαστε στη μέθοδο!
Δεν ξεχνάμε ότι δόξασε χθες την κάθε μας ηλικία.
Έχουμε πίστη στο δηλητήριο.
Ξέρουμε τώρα πώς να προσφέρουμε καθημερινά όλη μας τη ζωή.
Αυτός είναι ο καιρός των Δολοφόνων.

για την Γιουδήθ (3)

θα σου φτιάξω ένα κόσμο
μικρών δυσαρμονικών ονειρώξεων
με σφιχτά αγκαλιασμένες εικόνες από κομματιασμένα σύμπαντα
τα δικά σου διαμελισμένα τοπία
θα προσεγγίσω
με μια ενδοφλέβια τελετή  παράφορων διωγμών
από το γκρίζο ρουχαλάκι της κραυγής σου.

μέσα απ' τα δάκρυά σου θα τιθασεύσω
ποιήματα που ξέφευγαν απ' τις αφόρητες ώρες σου
και πλάνταζαν μέχρι τώρα σε ξένα στήθη
στη γνώριμη σιωπή σου υπακούοντας
υπνοβατικά με χέρια-στρυχνίνη
και παραμορφωμένες συλλαβές

υπάρχεις στο χείλος της γιορτής του φωτός
σ' ένα αιώνιο παιχνίδι με τις νύχτες
τυφλόμυγες διατάζοντας να σε υπερβούν
φοβίες ανώνυμες σου κλέβουν τον καιρό
και μάσκες σου αλλάζουνε, με βάρδιες.

ο σπόρος του νοσήματος, εκχύλισμα πικρό
μια γεύση από φυγή, κοιτάζεις
σχεδόν δολοφονημένη, η ζωντανή σου εκδοχή
θυμώνει, κι ένα κομμάτι της ξεκόβεται
και τρέχει αλαφιασμένο προς την έξοδο.

σαρκαστικά οι ώρες, αναμένουν
τον κόσμο αυτό, που δείλιαζες να αντικρύσεις
το παρελθόν-πυροτέχνημα εκρήγνυται
μέσα από σένα είδα τη γη να πυρπολείται
στο κατακάθι της ψυχής ξυπνάει μια υπόνοια
εκκοφαντικής διαστολής, χειροβομβίδα

θα σου φτιάξω ένα κόσμο βρυχηθμών
που πάντα υπήρχε
κι όμως η τέφρα της ζωής
καταδίκασε το βλέμμα σου στη σκιά.

Τετάρτη, 23 Ιουλίου 2014

η κάθε μου κίνηση αποθηκεύεται
αμείλικτα στο χωροχρόνο
σ' ένα σύμπλεγμα σπασμών
και τραγικής ειρωνείας
η υπόστασή μου παγιδεύεται
αντιμεταθετικά
στη μνήμη του κενού.

Κυριακή, 20 Ιουλίου 2014

όλα ηχούν απόκοσμα στ' αφτιά μου
η τελειότητα με διαπερνά
αφήνοντας στίγματα εκκωφαντικών σφαλμάτων
ο προγραμματισμένος εγκέφαλος σπαταλιέται
φτύνοντας χρυσάφι απ' τις κλειδώσεις των λευκών αιμοσφαιρίων
η ευφυΐα μας, παίζει μαζί μας σκόπιμα, μ' ελάχιστη δόση
ηδονικής κι ακατανόητης καταστροφικής απόλαυσης
κάτι αναιρώ απάνθρωπα,
προσπαθώντας να το διασώσω απ' τα περιτώματα
του ανθρώπινου κατασκευάσματος.

Σάββατο, 19 Ιουλίου 2014

συνέντευξη

-τι επαγγέλεστε;

-εκτελώ νεκροψία στην ανυπαρξία.

εξετάζω το πέος του χάους

και μου τη σπάει η φάτσα σου.

-ποια είναι η ηλικία σας;

-η βλέννα της φωτιάς με δικάζει τις νύχτες

μετρώντας τα κιλά του αίματος που χάνω

δύο στάλες τη μέρα.

 - τι στόχο έχετε στη ζωη;

όλα κατασπαράχτηκαν

πρόωρα, χωρίς να τα διατάξω

ανατινάχτηκαν.

-πού πηγαίνετε;

- όλα σπαταλήθηκαν,

πριν την τελική συνάντηση με τον

εγκυμονούντα εαυτό

-αγαπάτε τη ζωή;

-φυσικά.

i was made of sleeping milk and some flesh

ενσαρκωμένη σε μια ανυπότακτη ανάγκη ν' ανασάνει
έστω κι απ' το στόμα
με σαλιγγάρια στα μαλλιά
και αφφυδατωμένες απολήξεις
όταν ο θάνατος βαθιά απομυθοποιήθηκε
και μάταια τον δείχναμε με το δάχτυλο, στη σκόνη
κάτι κατέληξε, και σάπισε χωρίς
αιτία ή υπεκφυγή
πάντα έλεγα πως η ζωή είναι κάτι σαν αντικατοπτρισμός
στο είδωλο του ονείρου, με μια υπόνοια ύπαρξης
μια ψευδαίσθηση ανάγκης, μια αφορμή για να πεθάνουμε,
μια παρωδία του μυαλού, ένα μεγάλο κι ανυπόφορο αστείο
αναμενόμενο και αποδυναμωμένο απ' τις κλωτσιές
είμαι δύστροπη και δεν θα το δεχτώ
αν δε το δω να τσαλακώνεται μπροστά μου, ως τη σπλίνα μου
αν δε διαχωρίζεται, κάτι απ' αυτό έστω,
που να με ορίζει,
ένα σημείο αναφοράς που να με προσδιορίζει
αμόλυντο και άσπιλο, ένα κορμί τσακισμένο απ' τους οργασμούς,
αλλεπάλληλες ηδονές για τον εκφοβισμό του απροσδιόριστου
κάνωντας έρωτα με την παραφορά του μυαλού του
με την ιδέα του φόνου
ένας φόνος, έστω!
με τρεμάμενα χέρια και σχεδόν χωρίς αναπνοή,
κοιτάζω το φρέσκο αφορισμένο πτώμα
σκότωνα την πραγματικότητα
μ' ένα απροσδιόριστα καταρακωμένο χαμόγελο,
με μια αγωνία στα στήθια μου που αναδύεται ως το νου
και τσουρουφλίζει το ασυνείδητο
και καίει αυτόματα,
αναπόδραστα, η ύπαρξη καταλύεται μπροστά στα μάτια μου,
ξεδιπλώνοντας την απαράμιλλη ηδονή της καταστροφικής επέμβασης
του ανθρώπινου εγκεφάλου
ο άνθρωπος χάνεται σ' ένα διόροφο κτίριο
διαφορικά διφορούμενος, με σπασμούς
ο άνθρωπος καταλύεται, μπροστά μου
ταϊζοντας με τη σάρκα του, το πεινασμένο ατίθασο μυαλό μου
ο άνθρωπος αποκτά την διαμελισμένη υπόσταση του ζώου
ψυχομαχόντας με την ακατανόητη αιτία της άνωσης
ταϊζει το μυαλό μου με υπονοούμενες σφαίρες αβεβαιότητας
και δυσανάλογα νοήματα, ενδοφλέβιες υπερωρίες
αμνησίας.

Παρασκευή, 18 Ιουλίου 2014

Για την Γιουδήθ (2)

παραπατώντας μόνη σ' ένα κόσμο που κοχλάζει
ακροβατώντας στην οξύμωρη αναλγησία των καιρών.

τα μικρόβιά μου ανατριχιασμένα, ξεψυχούν ανίκητα
ουρλιάζοντας αλεργικές σιωπές σ' ασθενοφόρα
τα μικρόβια σπαρταρούν, νομίζω πως με βλέπουν
τρώγοντας φρίκες, ενοχές κι εγκλήματα, πτυχές
που αρρώστησαν και χάθηκαν στην άσαρκη αγάπη
αυτή που σκότωνε διαρκώς κι εκστατικά
νοήματα που σκόνταφταν στο λογισμό μας
στη σκέψη μας που υπόκοφα ψυθίριζε πως
τίποτα δεν θα ξαναϋπάρξει εκτός μας
κι όλα θα εννοηθούν και πρόστυχα θα μας διαλύσουν
ανεπαίσθητα, πριν μαθευτούν τα πάντα κι αντηχήσουν
με μαθηματική σαφήνεια προσδιορίσουν τ' άρρητα
κι ανώφελα κουρνιάσουν σ' ένα σύμπαν ξένο.

με μια έκρηξη σκληρή, θα αποδομήσουν
το ακατανόητο,
κενό τοπίο της μοναξιάς της
σκόπιμα θα ρουφίξουν τις ξεχχασμένες ανατριχίλες της
όταν στο ψύχος θ' αντιμάχεται την ευτυχία
μ' ένα πικρό χαμόγελο του νου της
σαρκάζοντας διοπτρικά τις ξένες σάρκες
που λαχτάρησε απρόσμενα, μια οσμή από τυχαιότητα
από είδωλα και παρορμητικές ανακρίβειες
εδώ θα περιστρέφεται βουβή σχεδόν αιώνια
η θύμισή της μέσα απ' τη στεγνή άσφαλτο μιας γήινης κόλασης
την επίγεια θανάτωση, αρχικά,
και πριν απομακρυνθεί αηδειασμένη από τον πανάρχαιο
τρόμο, αλιχτώντας πρόχειρα κι επαναδιατάσσοντας την παράνοια
σ' ένα διπολικό αδιέξοδο, βαμένη το χρώμα της αποστροφής
εμμονικά και βάναυσα κοιτάζει στο σταθμό,
το πλήθος, τους κυρτούς ανθρώπους,
ασύμβατες συναρτησιακές οντότητες
με χάρτινα ακροδάχτυλα,
στα σύρματα που έπλεκε τα δάχτυλά της με μανία
τώρα τους κοιτάζει, ανεξήγητα χλωμή, κι ασύμβατη
ακόμη, κι φωνές ρωτούν "ως πότε;" κι έπειτα
ξερνούν, μεσα της χύνουν τον ασβέστη
και ξέρεις, πέρα από εραστές,
μακριά απ' τα μικρά ανεστραμένα τους χέρια
μακριά απ' όλα υπάρχω,
για σένα
για την Γιουδήθ, που αλλού την λέγαν έτσι
στον κόσμο των ανύπαρκτων στιγμών
και των τσαλακωμένων ονείρων, εγώ
θα υπάρχω για σένα μέχρι το χάραμα
που αργοσβήνουν οι λέξεις, αρχίζεις να βλέπεις
πώς χάνονται οι νότες μέσα στο χρόνο
και με τα χεράκια σου γυμνά τις ξαναβρίσκεις μια μια
και τις γεύεσαι ολόκληρες, πως από πάντα
ήσουν τόσο αληθινή και τόσο αλλότρια στον κόσμο τους
και σπάραζες βαθιά ως τις ρίζες, ν' ανθίσεις
πενθώντας άσκοπα για την ανάμνηση της νιότης
και σπαρταρώντας με κραδασμούς στο ύψος του υπογείου
ακατανόητα όλα λες, αφηνιασμένα,
τα πέλματά σου προς το φως γυρνάνε, ν' ανασάνουν
να που όμως ο χρόνος διαστρεβλώθηκε τελικά
κι όλα ηχούν παράξενα κι ατόφια κοντά σου
ψυθιρίζοντας στριγγά στο αυτί σου
πως έστω και για μια στιγμούλα υπήρξες
κι ήταν για σένα αληθινό
το τσίρκο εκείνο της κρυστάλλινης σιωπής σου.

Τρίτη, 17 Ιουνίου 2014

Δυικό σύμπαν

με κούρασαν οι λέξεις
οι αναστεναγμοί
οι βαριές πατημασιές
και τα φιλήδονα νιαουρίσματα
οι δυνατές κραυγές
και οι παραχωρήσεις
οι αλλότριοι εαυτοί
και τα καταπονημένα αστεία
οι φλυαρίες
για μια υπέροχη ζωή
και οι απαιτήσεις
από μια ατίθαση κόλαση
να με περιμένει
όσο χρειαστεί

κάπου σε κάποιο παράλληλο σύμπαν
υπάρχει μια Δέσποινα
που αναπνέει.

αγαπάει τη ζωή και το θάνατο μαζί
και προκαλεί εκρήξεις
πυρπολεί και πυρπολείται
κάθε μέρα
ξαναγεννιέται
και σφάζει κατακρεουργημένες μελωδίες
η Δέσποινα
που τραντάζεται και καίει.

κάπου στα έγκατα των ατελείωτων δωματίων
του μυαλού της
σαν υπόηχος ουρλιάζει η ύπαρξή μου αυτή, η ανυπόστατη.

ο χρόνος γελάει σατανικά
στα κουφώματα των σάπιων τοίχων
και όλοι γιορτάζουν πριν την τελική συνάντηση
με την αποτέφρωσή τους

μια παρανοϊκή σιγή
μου τρώει τη σάρκα υποτονικά
ανώδυνο, όταν υφίσταται
μέσα απ' το γυαλί

το σύμπαν, ύπουλα προσπαθεί
να με συμφιλιώσει με την παραίτηση
ασθμαίνοντας βουβά κι ανυποχώρητα
μπροστά μου
πνίγοντας με σκόπιμα

δεν ξεχωρίζουν οι νότες πια
απ' τις συλλαβές
μόνο οι υπόχωροι του διανυσματικού μου κενού
με σημαδεύουν τραγουδώντας
κοχλάζοντας σε μια μελωδία
-τη δικιά μου μελωδία-
σκοτεινή κι ασύμβατη
αιχμηρή και απάνθρωπη
που δεν πρόκειται ποτέ να γραφτεί.
το χάος κινείται ύπουλα
και τα βραχνιασμένα μικρόβια
του εγκεφάλου μου
το χαϊδεύουν.

Τετάρτη, 28 Μαΐου 2014

Jolly Roger ft. Βδέλυγμα - 06 (Κενό)

Μην μου χτυπάτε την πόρτα

δεν σας ανοίγω
Έτσι κι αλλιώς σε λίγο 
σκόπευα να φύγω
Έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν ήξερα 
τι έπρεπε να κάνω
για ν’ ανήκω σ’ ένα σύνολο
Ποτέ δεν είχα πλάνο
Λέω να την κάνω
αφού ποτέ δεν σας κατάλαβα
ή μήπως τα κατάλαβα όλα
και σας σιχάθηκα;
Λυπάμαι που τρελάθηκα νωρίς
Μαζί μου δεν θα φύγει κανείς
Είμαι σαφής;
Είστε κανίβαλοι
Κι εγώ επίσης
Τί να τις κάνω
τόσες ώρες συζητήσεις;
αφού η λογική αναζητάει επιβολή
είμαι παράλογος
και άντε τώρα να με πείσεις
Ομολογώ πως έχει πλάκα
να σας βλέπω να χτυπιέστε
να φωνάζετε,
στην πρώτη ευκαιρία να καυχιέστε
να γκρινιάζετε
μα με κουράζετ’ ώρες-ώρες
με κουράζετε
γιατί μου μοιάζετε
Τρέχετε,
μισείτε
και ζηλεύετε
πληγώνετε,
χτυπάτε,
ανασαίνετε
κλέβετε,
αποφεύγετε,
αρπάζετε
αντέχετε
κι ανέχεστε
επιβιώνετε,
γαμιέστε
και μετά απλά πεθαίνετε
Μην μου χτυπάτε την πόρτα
δεν το αντέχω
Σήμερα αποφάσισα απ’ όλους σας ν’ απέχω
Μόνο για σήμερα, γαμώτο!
Γάμησε το
Δεν θα φύγω
Κάντε με ό,τι θέλετε, αρκεί να βλέπω ήλιο

[Βδέλυγμα]
Είμαι μια σκιά σαν όλες τις άλλες, για όλους τους άλλους
που γίνεται ορατή μέσω του ακούσιου χρωματισμού στα ρούχα της
Το πιο κοντινό σ’ επιλογή είναι να προτείνει πως θα ντυθεί
απλά για να δει της προτροπές της να γκρεμίζονται

Καταβάθος δεν ξέρω ούτε εγώ ποιος είμαι. Περιμένω να μου πείτε
Περιμένω να μου παραδώσετε τον εαυτό που οραματίζομαι

Κάθε δράση στη δικτατορία των εξελιγμένων όντων
είναι ένας λαμπρός πειραματισμός
μα και μια βόμβα συνεχώς σε ετοιμότητα
Που εκρήγνυται συχνά-πυκνά

Η φλόγα της κομίζει καταφύγιο, ζεστά κορμιά
ή με πλακώνει στο ίδιο μου το μέρος που νόμιζα σπίτι
κι οφείλω να με ξεθάψω, έπειτα να χτίσω νέο

Ο μόνος λόγος που εκλιπαρώ να μ’ αγαπήσετε
είναι γιατί θέλω πολύ να μ’ αγαπήσω
Ντρέπομαι, μα είναι αλήθεια
Δεν ξέρω πόσοι με καταλαβαίνουν
αλλά δεν είναι όλοι απαραίτητοι

Το υπεροπτικό σεντόνι στο κοιμητήριο μου
λεκιάζει επικίνδυνα, είμαι πιο τρωτός απ’ όσο νόμιζα

Βοηθήστε με να θεωρώ ότι με ξεπέρασα
Να νιώσω την πολυπόθητη δύναμη
που κατοικεί ανάμεσα στον εμπαιγμό
και τη σιγουριά της αποδοχής

Πρέπει να γίνω ορατός αξιοπρεπώς
Παρακολουθώ τη γλώσσα του σώματος
με μεθοδικό άγχος, μιλάω σαν να μην έχω τίποτα
μα όταν έχω τρέμω

Να βρω ενα καλό αστείο, μια πρωτότυπη ιδέα
ένα επιχείρημα, να με τοποθετήσω στο χάρτη
είτε να μαχαιρώσω την πλήξη στην φουσκωμένη της κοιλιά

Βλέπω τον κόσμο μέσα απο κινηματογραφικά φίλτρα
που μεταβάλλονται ανάλογα με το ρεύμα η το νεύμα
του σκηνοθέτη (ή του υπεύθυνου φωτογραφίας)

Η αβεβαιότητα τρέχει πιο γρήγορα από τη νοητική μου εξέλιξη
τροφοδοτούμενη από την ανέλπιδη εξέγερση

Αν έτρεχα γυμνός κανείς δε θα μ’ αντίκρυζε και ο καθρέπτης θα αυτοαναιρούταν
Ωστόσο αν γνώριζα τον τρόπο θα το ρίσκαρα

Σάββατο, 24 Μαΐου 2014

εμετός

ένα απρόοπτο μηδενικό που δεν προβλεπόταν να είναι, όταν εγώ απουσίαζα από την απόφαση της δημιουργίας μου, απόπειρα σύγκλισης στις σκέψεις που μάχονται, εγκυμονώ μια διαταραχή που ξερνάει, η σκέψη μου τρέχει πιο βασανιστικά απ το χάρτη μου, προσπαθόντας να λύσω το γρίφο μου, να αντιταχθώ στον κανόνα μου, τι θα μπορούσε να έχει η παράνοια που να την κάνει γοητευτική, η προσπάθεια να αποτυπώσεις την τρέλα στο χαρτί απετεί μουσική, μια μέρα ξεκοιλιάστηκε το είναι μου για να συνεχιστεί η ζωή, σέρνονται μέσα μου ερπετά και καταλήγουν αετοί, τα στέλνω πίσω στη μάνα τους να προαναγείλουν τη συντριβή μου, κάτι που πάλευα μέσα μου να ξεγράψω όταν όλοι μετρούσαν αντίστορφα, ίσως η λύση ήταν τα περίστροφα, κι όταν προσπαθώ να δείχνω φυσιολογική αναιρώ με ακρίβεια το ψέμα που μουλιάζει στα σκέλια μου, η λειτουργία του εγκεφάλου μου προορίζεται σκόπιμα και βέβαια στη συντριβή, τι γοητευτικό θα μπορούσε να έχει η παράνοια, όταν κανείς δεν μπορεί να ακούσει τις σκέψεις σου, θέλησα να μου αντιταχθώ, μα υπάκουσα με ρίγος στη συνέχιση του είδους, προσπαθώ να βρω το λεπτό σημείο πέρα απ' το οποίο υποκρίνομαι στον εαυτό μου χωρίς να το νιώθω και το δευτερόλεπτο που το συνειδητοποιώ, ψάχνω το λόγο αυτής της υποκρισίας, όταν όλα φαίνονται βάναυσα, με υποτάσουν βάναυσα σε μια αλήθεια που τους συμφέρει, πώς μπορείς να το παρατραβάς υποκρινόμενος κι αυτό να σου δίνει την ελπίδα  πως όλα θα μεταμορφοθούν σε τέχνη, χα, μάλλον κάτι το τεχνιτό που εκείνη την ώρα επινόησες για να αισθανθείς πως κάπου καταλήγει όλο αυτό, που μάταια προσπαθείς να μετατρέψεις σε σκόπιμο, μάλλον κάποιον προσπαθώ να ξεγελάσω ότι κάτι φτιάχνω, ο εγωισμός μου να σας πείσω ότι εγώ ορίζω τη ζωή μου κι ότι όλα αυτά τα ασυνάρτητα θα καταλήξουν κάποια στιγμή κάπου, υποκρισία στην υποκρισία, και κάπου εκεί μέσα το εγώ μου ψυχομαχεί να ξεφύγει, η αηδία προέρχεται απ' τον εφησυχασμό, για να το λέει ο νους μου αυτή τη στιγμή κάτι θα ξέρει, εγώ απλώς υπακούω στις εντολές που μου δίνει μέσα απ' το βούρκο των συναντήσεων, οι σκέψεις μου συναντιούνται και απομακρύνονται σε λάθος λεωφόρους, ένα λεπτό πριν με αντικρύσω μου λέω πάντα αντίο και υπεκφεύγω, δειλιάζω στην ιδέα να μ ανατρέψω γι αυτο με συντηρώ με σωληνάκια καταδικάζοντάς με στην απόρριψη απ' τον ίδιο μου τον εαυτό, κανείς δεν μπορεί να με αποδεχτεί γιατί κανείς δεν με ξέρει στ' αλήθεια, σας δείχνω μόνο ένα κομμάτι του περιτυλίγματός μου που θέλω να δείτε, ή που θέλω να λέω ότι το θέλω, γιατί είπαμε υποκρίνομαι συνειδητά πλέον ότι με ξέχασα, με ξέχασα, χάθηκα κάπου στις παρομοιώσεις, εκεί που λέγαμε το στίχο, πως τον έλεγαν; εκεί που όλοι ήταν ζευγάρια και βούρκωναν στους αποχωρισμούς, εκεί που κάθε κείμενο τελείωνε δραματικά ή με κάποιο δυναμικό μήνυμα, εκεί που το κείμενο τέλειωνε προσπαθώντας να πει κάτι, όχι, εγώ δεν θα καταλήξω πουθενά σταμάτα να διαβάζεις, σταμάτα να γράφεις, κανείς δεν πρόκειται να μυηθεί στο ψέμα που φτιάχνεις, κανείς δεν πρόκειται ποτέ να ερωτευτεί την παράνοια σου, σταμάτα να αναπνέεις βούλωσέ το, απαγχώνισε την κάθε αρτηρία του εγκεφάλου σου πιέζοντας τον μανδύα των ανυπέρβλητων προσωπείων σου, κάπου εκεί ανάμεσα σπαρταρούσες και αφόρητα έσκαγες, κάπου εκεί ανάμεσα πέθανες μωρό μου, εκκολάπτεις μια βασίλισσα! μα πως μπορεί να μην το βλέπεις κάντους να σε σιχαθούν, οι εικόνες ξεπροβάλλουν τώρα καρεδάκια, η μνήμη λοξοδρομεί στη θεωρεία, ψάχνει στιγμές, στιγμές, ο προγραμματισμένος εγκέφαλος σου ψάχνει στιγμές αληθινές, το πρόγραμμα τρέχει και δεν βρίσκει τίποτα προσπερνάει, καρεδάκια, φλιασιές απ' όταν ήσουν έμβρυο, που να ξερες τότε πως στα είκοσί σου θα βουρκώνεις κοιτάζοντας τη μνήμη να θυλάζει στιγμές ανύπαρκτες, οι μέρες γίνονται χώρος, αποκτούν υπόσταση και με κλείνουν, με κλείνουν, τα χέρια μου σπάνε απ' την συμπίεση, τη συμπίεση, θα μπορούσε σε κάποιο σύμπαν η παράνοια να είναι γοητευτική και ο έρωτας ένα τεράστιο σφάλμα, ναι είναι πικρό να νιώθεις ανύπαρκτος κι ότι οι άλλοι σε προσπερνάνε, αλλά εγώ το έχω ξεπεράσει αυτό το στάδιο, δεν περιμένω τίποτα γιατί γνωρίζω τι καθάρματα είστε, κι όταν όλα τα περιμένεις, ξέροντας απ΄την αρχή το τίμημα, όταν έχεις ζήσει μέσα απ' το γυαλί, εκείνο το παραμορφοτικό και όλα από πίσω ζουν, κι εσύ τα παρατηρείς, τότε φαίνονται όλα τόσο καταραμένα προβλέψιμα, και προγραμματισμένα, τότε σιχαίνεσαι να δράσεις γιατί γνωρίζεις την κατάληξη, τότε η ασχήμια γίνεται μάνα σου, και ξέρεις πως δεν θα έχεις να πεις καμία ιστορία σαν πεθάνεις, πως οι ζωές ήταν των άλλων, οι αγάπες, οι κραυγές, οι στιγμές το χάραμα και τα ψυχολογικά, όλα ανήκαν στους άλλους, στη μάνα ζωή, και ύστερα χλωμιάζω, είμαι χλωμός, γίνομαι κάτι παράταιρο, ξένο, οι λέξεις μ εγκαταλείπουν, τα πρόσωπα σβήνουν, κι όμως εκείνη την αφόρητη στιγμή καμιά ποίηση δεν χωράει στους τοίχους που με κλείναν, και θέλω να το φωνάξω αυτό, να το φωνάξω μ' όλη την ένταση της λαλιάς μου, μ' όση ένταση μου χει απομείνει ΚΑΜΙΑ ΠΟΙΗΣΗ ΔΕΝ ΧΩΡΑΕΙ ΕΔΩ, όταν το τοπίο χαράζει, το μυαλό χαραμίζεται και τσουρουφλίζεται και τίποτα δεν είναι πια γοητευτικό, και όλα καταλήγουν σάπια να με σαμποτάρουν, το γυαλί δεν θριμματίζεται οι εικόνες χάνονται όλο και περισσότερο γίνονται θωλές, πιο θωλές και ίσα που αχνοφαίνονται, και δεν θέλω να με λυπάστε, ξέρω πως εγώ σας λυπάμαι πρώτος, κι ύστερα πάλι γίνομαι κάποιος άλλος, γιατί δεν θέλω να σταματήσω να γράφω σε κάποιο σημείο που θα έχει κορυφωθεί κάποιο νόημα, όχι, μάχομαι με το υποσυνείδητό μου, κουράζω το μυαλό μου τώρα, μόνο και μόνο για να σας αποδείξω ότι δεν με νικήσατε, όχι, υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι δεν θα μιλήσω ποτέ για εκείνο το βράδυ που όλα κατασπαράχτηκαν μέσα μου, όχι, δεν θα μάθετε ποτέ, για εκείνο το απαίσιο, το θλιβερό το σιχαμένο βράδυ, δεν θα σας χαρίσω ποτέ τις παράξενες νότες μου, σκιαγραφούν μια μελωδία που μόνο εγώ έχω μες το κεφάλι μου και δεν θα τη χαρίσω σε κανέναν σας, και καμία ποίηση δεν χωράει εδώ, θέλω να το ουρλιάξω ώσπου να σπάσει ο λαιμός μου και να πέσει το σώμα μου κούφιο στο έδαφος, όχι δεν θα το τελειώσω, τελειώσαν τα ψέματα και οι ωραιοποιήσεις, και τα ίδια και τα ίδια που κάθε μέρα με κάνατε να πιστεύω ότι μου έφταιγαν, όχι, αφού κανείς δεν νοιάζεται στ' αλήθεια, και για ποια αλήθεια μιλάω, όσα έχω γράψει είναι ψέματα και αναζήτηση προσοχής, τίποτα που να θυμίζει εμένα, θα πεθάνω και δεν θα με καταλάβαιτε ποτέ, το έχω αποδεχτεί και καλά θα κάνετε, δεν με αφορά, αφού όλοι αναμασάτε τα ίδια και τα ίδια σαν να γράφετε έκθεση, προσπαθείτε να κολλήσετε τα κλισέ σας παντού, σας σιχάθηκε η ψυχή μου, εκκολάπτετε την αβασιμότητα, και το μεγαλείο σας φτάνει μέχρι εκεί που μπορείτε να φτύσετε, η παράσταση τελειώνει κι όλοι φεύγουν ευτυχισμένοι, σας κάνουν να πιστεύετε ότι φύγατε ένα τόνο σοφότεροι και αύριο όλα συνεχίζονται ομαλά και μια μέρα πεθαίνετε ομαλά, και γι αυτό σας λυπάμαι, και με λυπάμαι που δεν μπορώ να ανασάνω εδώ ασφυκτυώ.

ΥΓ
το είναι μου τρώει φλασιές δεν μπορώ να σταματήσω, τρέμω
κι η σκέψη μου κάνει χιλιόμετρα
πριν περπατούσα και έχανα σκέψεις, είναι ακόμα τόσα, και τόσα, και με μισείτε το ξέρω.
κι αν το σύμπαν συμφωνεί να εναρμονίζεται η ψυχή μου με τον κόσμο, μια φορά το χρόνο
δε μου αρκεί για να μην λυποτακτήσω

Δευτέρα, 19 Μαΐου 2014

απομόνωση

η φλέβα μου
είχε πάντα κάτι
υπολείμματα
απ' τους ορούς των νοσοκομείων

οι σωλήνες
βρώμισαν καπνίλα
στα πνευμόνια
ουρλιάζει η πίσσα

νιώθω σαν υπόδικος
σε λάθος δικαστήριο

μια τελευταία ματιά σου
με κατέλυσε
απ' τα κόκαλα ως τη σπλήνα μου
κατέρρευσα

να ξαναορίσεις την τρέλα
να μην εννοείται όπως στις ταινίες
αλλά μια δεύτερη μορφή ύπαρξης

πνίγομαι σ' έναν κόσμο
αδικημένων αισθήσεων 
η φύση μου με ξεπερνά

κάτι μέσα μου θέλει
εκκωφαντικά
να βγει απ' το δέρμα μου

κι όλο ζητάω τη λύτρωση 
κι όλο με στήνει

παρά τέταρτο
και τέταρτο
και είκοσι

είκοσι χρόνια 
σελίδες βιβλίων μετέωρων
εικόνες άγραφες
πρόχειρα διατυπωμένες στιγμές
για κάποιο λόγο
πάντα ανολοκλήρωτες
που δεν ανήκαν σε καμιά πραγματικότητα

προσπαθώ να θυμηθώ τα γεγονότα
όπως έγιναν
και δεν μπορώ να το συλλάβω.

ίσως ποτέ να μην έζησα αυτό που συνέβη
μα πάντα θάμπωνε το βλέμμα μέσα από κατοπρτικό γυαλί
και όλα διαστρικά και υποσυνείδητα ζούσαν
μακριά μου

ίσως οι εικόνες που συγκράτησα
να ήταν μέρος ενός σχεδίου κάποιου αόρατου ξένου
να μένουν πάντα θαμπές κι ανολοκλήρωτες
διαστρεβλωμένες

ίσως η μνήμη μου επιλεκτικά 
με έκανε να μοιάζω παραμορφωμένη
στα μάτια μου

ίσως τα μάτια μου
αδυνατούσαν να συλλάβουν τη λογική του κόσμου

ότι εκφράστηκε στο παρελθόν
με τόση πίστη και πάθος
πλέον το χλευάζω 
γελώντας με την τύφλωσή μου

πώς είναι δυνατόν τότε να έβλεπα έτσι;

να ξεσκίσω τη σάρκα μου
να βγω.

να βγω.

πώς είναι δυνατόν να έγιναν έτσι όλα
γιατί έτσι...

δεν θα μπορούσε ας πούμε
να μην γράφω ποιήματα
να είμαι κάποια πόρνη
τη δεκαετία του 70'
και να γλεντάω με τις άλλες πόρνες
πίνοντας ουίσκι
δεν θα μπορούσε ας πούμε
να μου άρεσε το ουίσκι;

χάθηκα πάλι
στις διακλαδωμένες πιθανότητες
προς το παρόν
ξέρω πως το αίμα στις φλέβες μου κυλάει πυχτό

βγαίνω έξω απ΄το βιβλίο μου
η σελίδα μου σπαρταράει
έξω απ' το κείμενο

κλείνω τα μάτια στον κόσμο
τα μάτια κυλάνε πυχτά
στον κόσμο
μετέωρος ο νους
διχάζεται ξανά

κλείνω τα μάτια στη ζωή
έτσι κι αλλιώς κι αυτή 
κυλάει παράτερα

κλείνω τα μάτια στους γονείς
στους γνωστούς
στους θεατές

και κλείνομαι.





Σάββατο, 17 Μαΐου 2014

όλα με δείχνουν γελώντας
παραμιλώντας
αγκομαχώντας
ασθμαίνοντας

τα χέρια μου διαχωρίζονται
διαχωρίζονται!

το ένα δείχνει
το κενό
το άλλο
τα πάντα

έντεκα εκατοστά
μακριά
από μένα

λήθαργος

τι να σου πω και σήμερα
σαν όλα να συμβαίνουν
κάπου αλλού
κι εγώ αμέτοχη
πίσω από ένα παραβάν
να τα παρακολουθώ

καμιά φορά κλαίω
αλλά ακόμα και το ξέπσασμά μου
συμβαίνει πίσω από ένα γυαλί
αδυνατώ να επαναπροσδιορίσω
την ένταση
τη φυγή
την υπόσταση

ακόμα και η απληστία μου
ενσωματώθηκε πλέον
στα μέτρα μιας εγκληματικής λογικής
με νοήματα που δεν φανερώνονται
παρά μόνο πίσω και έξω από μένα
χωρίς να καταβάλει την παραμικρή προσπάθεια
ο οργανισμός μου
να τα συλλάβει

οι κινήσεις μου
περιορίζονται σε μια ευθεία γραμμή
με στόχο μια ανάγκη που παραπατάει

τα μεγάλα μου όνειρα
οι σπαραγμοί, οι έντονοι σπασμοί
τα υπέρμετρα θέλω μου
η ποίηση των φόβων μου
με εγκατέλειψαν πια
ξέμειναν μόνο κάτι παρορμήσεις
της στιγμής
ιστορικά στοιχεία

όσο προχωράω
χάνομαι όλο και πιο βαθιά
στη σχιζοφρένεια των χαμένων δευτερολέπτων
η απομόνωση αντί να με δαμάσει
με έχει καταδικάσει στην αποσύνθεση
κι όλα αχνοφαίνονται στο βάθος
σαν πεθαμένη ανάμνηση
ο χρόνος διασκορπίζεται
τα δευτερόλεπτα χορεύουν μπροστά μου
κι εγώ με μάτια σχεδόν κλειστά
τα παρακολουθώ ανίκανη να αντιδράσω

κάποτε πίστευα πολλά
είχα φωτιές μες το κεφάλι
κι αυτή την απροσμέτρητη αγωνία
να τα κατακτήσω όλα.

τώρα χάνομαι όλο και πιο βαθιά
στην πιο σάπια απόχρωση του λευκού
κι η δυνατότητα υπέρβασης
είναι αντιστρόφως ανάλογη
του χρόνου που κυλάει

ένας χρόνος χαρισμένος
σε μια ατέρμονη παράνοια που
τρώει και τρώγεται
και που σπάνια προσπαθώ πια
να πολεμήσω

παραδομένη στο λήθαργο
χάνω τη ζωή μου
χαμογελώντας στο ρολόι
ξεσπώντας στις μέρες
που δεν λυτρωθήκαν
ξερνώντας στους τοίχους
στιγμές που χαθήκαν
ξεχνώντας
λίγο λίγο
τον εαυτό μου
στα σκουπίδια

ξεσπάω
ξερνάω
ξεχνάω
χωρίς ποτέ
στ' αλήθεια
να ξυπνάω.
συντηρώντας την ανυπαρξία
με τη φοβία
πως όλα θα ξαναϋπάρξουν
παραλληλίζοντας

με την ελπίδα
της δυτικής μετάνοιας.

ο δυϊκός εαυτός αυτοδιαιρείται.

Τρίτη, 13 Μαΐου 2014

για την Γιουδήθ

έφυγες και δεν πρόλαβα να σου πω τίποτα πάλι!
όσο εισπνέω, τιθασεύω τ' αυτονόητα, γεμίζω απ' τον κόσμο.
η εκπνοή μου, ξέρασμα και χολή στ' απόβλητα που ρίχνουν
και ξεβγάζουν μ' αυτό την εικόνα μας.
οι σκέψεις αποκτήσαν υπόσταση και με βαρύναν
ο όγκος τους μου ζουλάει τον εγκέφαλό  και οι στιγμές μ' ευνουχίζουν.
περπατάω στον άδειο δρόμο
χωρίς να είμαι σίγουρη ακριβώς αν με βλέπουν στ' αλήθεια.
.
όλοι βγάζουν φωτογραφίες εδώ και ρωτάνε
"πώς φαίνομαι;"

εγώ φαίνομαι;
ή όλα μου τα κύτταρα διασκορπίστηκαν σ' ένα σύμπαν
αδιανόητο;

αδυνατώ να συλλάβω την έννοια της κίνησης
όταν ακροβατούν μέσα μου οι λέξεις χωρίς 
συγκεκριμένη μορφή

και .

ήταν κρίμα που όλα κατανοήθηκαν γρήγορα.
όλα εκφράστηκαν ήδη από τρίτους
και ο εαυτός μου δυσπιστεί ακόμα
για το ποσοστό της ανυπαρξίας μου.

οι ομορφιές στη σκιά
πάλλονται στα χέρια σου
σαν φυλαχτό.

οι μέρες στη σκιά
πυροβολούν τη νιότη μας 
κι εμείς γελάμε
ξέροντας πως ζούμε δοκιμαστικά
κρατώντας το σπίρτο της ανάφλεξης
των παιδικών μας δώρων.

αλυχτώντας
ο φλεγόμενος εαυτός
στα πέρατα
της γης

προσκαλώντας 
ο κούφιος
το τίποτα 
να μας δικάσει

έχω φωνές.
έχω χιλιάδες φωνές
στο ριπλέι να παίζουν
το ρέκβιεμ του εγκλωβισμένου εαυτού.

κάποτε έλεγα.
πως όλα αυτά θα μου φέρουν τη λύτρωση
από κάπου μακριά θα την φέρουν
σ' ένα κουτί τυλιγμένη
θα μου φέρουν τη λύτρωση

κάποτε έλεγα πως ότι συμβαίνει δε χάνεται
όλα αποθηκεύονται στο μαγικό κουτί
ενός χρόνου ανάστροφου
πως όλα θα σμίξουν μια μέρα.
να με γιορτάσουν.

κάποτε έλεγα πως τίποτα δεν ευνουχίζεται
πως άμα η ψυχή σπαρταράει
θα ανασάνει ολάκερη
κάποτε.

πάντα ένα βήμα πριν από μένα
δικάζω 
δαμάζω 
διατάζω
εμένα.

ένα βήμα πριν το χρόνο
εκβιάζω και προκαταβάλλω
το αύριο.

οι  ψυχαναγκαστικές μου φοβίες
στραγγαλίζουν όλες τις αυτοσχέδιες στιγμές
και μου προσφέρουν
μια πολύ καλά σχεδιασμένη αποτυχία.

κι αν η ζωή βρίσκεται
σ' αυτές τις αυτοσχέδιες στιγμές
μέσα απ' τον κινηματογράφο πώς συμβαίνουν
σχεδιασμένα αυτοσχέδιες;

ίσως σε μια ζωή "σαν ταινία"
εκκολάπτονται περισσότερες ομορφιές
πώς μπορεί όμως αυτό να συμβεί;
θέλει ταλέντο η ζωή;

ίσως θέλει να μπορείς να δέχεσαι
πάντα να δέχεσαι αυτό που έρχεται 
και να μην το προδικάζεις.


με τόση επιμονή θέλησα
να αυτοσχεδιάσω όπως ακριβώς το είχα στο κεφάλι μου

οι αντιφάσεις
με ρουφάνε σκόπιμα.

η τυχαιότητα που εγκυμονεί την απολυτότητα

το χάος που αναθρέφει στους άπειρους μαστούς του
την τάξη.

η τρέλα 
όχι για την τρέλα 
δεν θα μιλήσω.

είναι ένα αδιόρατο φράγμα
που κάπως σχετίζεται με την λέξη "επιστροφή"
αν το υπερβείς.
δεν θυμάμαι τώρα.

κάπου διάβασα πως η τέχνη
είναι ένα μέσο 
προς κάτι που θέλουμε

κι όταν αυτό επιτευχθεί 
η τέχνη χάνει την αξία της.

κάπου άκουσα
πως 
η τέχνη δεν ψάχνει λύσεις
η τέχνη ανέκαθεν έψαχνε έβρισκε και συντηρούσε αδιέξοδα.

μια αρρώστια η τέχνη.
ένα κενό που διατηρείται ζωντανό με σωλήνες
μια κραυγή στο μεγάφωνο 
ένα σωρός από μισοπεθαμένα συναισθήματα
που πάλλονται να (δια)σωθούν 
λίγο πριν τα τινάξουμε.

κι εδώ ρωτάω:
να σωθούν ή να διασωθούν;

κάποτε έλεγα 
πως ο λόγος που ακόμα ανασαίνω
είναι η ιδέα της ακόμα αδιαμόρφωτης δημιουργίας
μια βαριά ανάσα, ένας τελευταίος λυγμός
που ακόμη δεν βγήκε.
σαν να περιμένω αυτή τη στιγμή πριν σβήσω.

η τέχνη.
(που δεν μ αρέσει καν το όνομα
θέλω με άλλο τρόπο να το προσδιορίσω)
είναι για μένα
αυτή η ύστατη προσπάθεια υπεκφυγής απ' την απόλυτη συντριβή
ακόμα κι όταν γνωρίζεις ότι αυτό είναι αναπόφευκτο
για μερικά δευτερόλεπτα 
αυτή η κίβδηλη αίσθηση της απελευθέρωσης.

δεν ξέρω γιατί συνεχίζω να γράφω
τα χέρια μου επαναστατούν εναντίον μου
και μου ορμάνε.
πώς να στο πω;

μοιάζουμε.
κι αυτό αυτόματα
μας δίνει την ψευδαίσθηση
ότι πυροβολάμε τη μοναξιά
με δανεικό περίστροφο.









Τρίτη, 6 Μαΐου 2014

όλα υπάρχουν
κι εσύ τα διατάζεις
με μια σύριγγα και μια κλωστή
με διχάζεις
με δόσεις φυγής
με σκεπάζεις
λες και θα μπορούσα
ποτέ να μην σ' έχω

τις ώρες που
χώρες αλλιώτικες
και βουνά φλογισμένα
μου τάζεις
εκκωφαντικά
και αργά με σπαράζεις
γελάς
τσουρουφλίζοντας πάντα
στα χείλη μου
το πικρό δώρο
του αποχωρισμού


Δευτέρα, 31 Μαρτίου 2014

συμβαίνω

συμβαίνω
κι όταν συμβαίνω
γίνομαι κομμάτι
μιας αμφίρροπης
πραγματικότητας
αποκομμένο
ξένο
σ' ένα κλουβί
συμβαίνω
με ρυθμό
άτσαλο
απορυθμισμένο
τα μάτια
των νεκρών
απολυμαίνω
ανασταίνω
άρρωστημένα κύτταρα
σώμα λειψό
απονευρωμένο
τ' όνειρο το λευκό
το ξεπλυμμένο
περιμένω
κι όταν συμβαίνω
ανεβαίνω
και χλομή διχάζομαι
κοχλάζω
κατεβαίνω
στη βουή
χολαίνω
παραβαίνω
νόμους μιας σιωπής
τις σκέψεις των νεκρών
καταλαβαίνω
στην κόλαση διαβαίνω
παραμένω
σκόπιμα άσκοπη
σ ένα χορό πνιγμένο
και αποβαίνω
πάντα ανώφελη
κάθε πρωί
αλλιώτικα
κουτσαίνω
χάραμα σέρνομαι
και βγαίνω
πάντα δεύτερη
αναμένω
τη γη να με ρουφήξει
να με πνίξει
στην ενόραση
μαύρο θεριό βυζαίνω
ένα θεόρατο
ποτέ και
απομένω
πάντα στο τίποτα
βουβα κι
απάνθρωπα
γλυκαίνω
ψάχνω να βρω
το πρώτο εκείνο
άγγιγμα
το ξαναμένο
μένει χαμένο
έχοντας πάντα
μια πνοή
αργοπεθαίνω
από τις πύλες
τις αβύσσου
ξαναβγαίνω
απ' τ άδυτα χωρίς
χωρίς ποτέ
στ' αλήθεια
να συμβαίνω.

Πέμπτη, 20 Μαρτίου 2014

μαξιλαροπόλεμος

η ζωή είναι η μικρή μου αδερφή
για πλάκα μου βαράει μπουνιές
κι εγώ μουτρωμένη τη σπάω στο ξύλο
ύστερα μουτρωμένες κι οι δυο
παίζουμε μαξιλαροπόλεμο

ανάπαυση

τις πρόχειρες απαντήσεις
που δίνουμε στους εαυτούς μας
τις ώρες που είμαστε
ντυμένοι πρόχειρα
μετρώντας τα νύχια των δράκων
αψηφώντας το αβάσταχτο αύριο
κι εκλιπαρώντας το λάθος
να μας αναγνωρίσει
ως θετά -έστω- παιδιά του.

τις πρόχειρες απαντήσεις
εκείνες που δίνουμε για να ξεχάσουμε
τις γρήγορες βόλτες μας στο υποσυνείδητο χθες
τους φοράμε πάμπερς και τρέχουμε
άσκοπα ν' ανταμωθούμε με το ατέρμονο τώρα
μ' ένα γυμνό, κίβδηλο αντίο
στα ποτέ μας.

Τετάρτη, 19 Μαρτίου 2014

το ψέμα

εν αρχή ήν το χάος.

και ο άνθρωπος είπε.
ας φτιάξουμε ένα τιγάνι!
να μάθουμε να τρώμε σαν άνθρωποι
και ο άνθρωπος είπε
ας δημιουργήσουμε μια χέστρα!
να μάθουμε να κατουράμε σαν άνθρωποι
και ο άνθρωπος είπε
ας κατασκευάσουμε ένα κρεβάτι!
να μάθουμε να κοιμόμαστε σαν άνθρωποι
κι ο άνθρωπος είπε
ας κατακρεουργήσουμε το χάος
να μάθουμε να ζούμε σαν άνθρωποι
κι όλα έγιναν αργά κι η ιστορία μεγάλωνε
κι ήθελε εκδίκηση.
και είπε ο άνθρωπος
ας χτίσουμε σχολεία
να μορφωθούμε σαν άνθρωποι
πρέπει το χάος να δαμάσουμε
να χτίσουμε σχολεία!
κι έτσι ξεκίνησε το ψέμα.
πρέπει ο άνθρωπος να μορφωθεί δεν είναι ζώο.
η γνώση είναι προνόμιο είναι πηγή!
πρέπει ο άνθρωπος να μορφωθεί 
ας του φτιάξουμε βιβλία 
ας του δώσουμε κάποιον ειδήμονα 
να του τα βάλει στο κεφάλι
ας τον κλείσουμε και σε τέσσερις τοίχους 
να μάθει σαν άνθρωπος 
ας βάλουμε μέσα κι άλλα 30-35 μπάσταρδα 
για να μη γίνεται αυτό 30 φορές ξεχωριστά 
ας του δώσουμε κι ένα κίνητρο
έναν καλό βαθμό ας πούμε
να συμβιβαστεί με το δημιούργημά μας
ας τον ποτίσουμε και λίγο ψέμα 
λίγες βασικές αρχές, λίγη ιδεολογία
ας τον παινέψουμε και λίγο μπας και τιθασεύσουμε
το ζώο μέσα του
κι ας τον μπολιάσουμε με λίγη ευταξία!

κι ύστερα ήρθε η επανάσταση να φέρει την αλήθεια
ζωής κουτόχορτο που μας γεμίζουν
μας χειρουργούν ειρωνικά 
με ημερομηνία λήξεως χαπάκια
και μας ξαπλώνουν τακτικά 
κι αδίστακτα στον κόσμο
μπουρδέλο οι σκέψεις
και ανάκατες
-πώς να τις νιώσεις;-
όταν νεκροί και θλιβεροί
αυτοί που στις μπουκώνουν;

κι όλα γυρίζουν προς τα μας
το δάχτυλο σ' εμάς κοιτάζει
πόσο μικροί και θλιβεροί που χτίσαμε σε λάθος ψέμα!
και μας φουσκώσαν με μάταιες φιλοδοξίες
πως τάχα γιατρός ή χειρουργός θα γίνεις
ή δικηγόρος ξακουστός 
το ψέμα να ξορκίζεις.
και χειρουργούν βαθύτερα
το ψέμα και το σκάβουν
βυθομετρούν την ύπαρξη 
σε μια ονειροπαγίδα
νεκρώνουν τη συνείδηση
και κάθε λογής δάκρυ
είναι βουβό και κίβδηλο
μπροστά στις εξετάσεις!

και εκεί ξεσπά η επανάσταση.
κι εκεί αυτοαναιρείται
κι εκεί που λες πια τίποτα απ' αυτά που σε μπουκώνουν
δεν σου κάνει
εκεί που νιώθεις πως γι' αλλού η ψυχή σου ταξιδεύει
κι εκεί που χάνεται κάθε είδους κάλπικη ευτυχία
όλα σ' εσένα γυρίζουνε κι όλα
σ' εσένα δείχνουν
κι απ' την αρχή αναζητάς το νήμα να διαλύσεις
και λες δεν γίνεται θα υπάρχει κι άλλος δρόμος
κι όμως πάντα σε κάποιο ψέμα θα πατήσεις για να ζήσεις
γιατί 
δεν υπάρχει άνθρωπος στον κόσμο που να μην έχει πιστέψει σε ένα ψέμα
είναι φυσική τάση του να πιστέψει σε κάτι ψεύτικο αλλά απλό και κατανοητό για να χτίσει πάνω του έναν κόσμο ευταξίας
αυτό αυτόματα του δημιουργεί την ελπίδα
για μια "ευτυχισμένη ζωή"
που όμως χτίζεται σε βάσεις σαθρές
κι όχι στέρεες
μα τον βοηθά να ζήσει

δεν υπάρχει η άρνηση των πάντων
για να αντιταχθείς σε κάτι
πάντα με κάτι άλλο θα συμβιβαστείς
αρνούμαι τον κόσμο
και θέλω να ζήσω έξω απ' αυτόν
μα όμως έτσι συμβιβάζομαι με την μοναξιά
αρνούμαι την υπάρχουσα δομή της κοινωνίας
θα συμβιβαστώ με το κόμμα που πιστεύω ότι θα το πετύχει
κι έτσι όλα καταλήγουν πυρετωδώς
στον φαύλο κύκλο μιας παράνοιας χωρίς τέλος
εν τέλει δεν υπάρχει σωστό ή λάθος
όλα είναι θέμα επιλογών
κι οι πεποιθήσεις βασίζονται σε ψέματα που ντύνονται αλήθειες 
επειδή έχουν χτιστεί 
πάνω σε άλλα ψέματα.

να αντιταχθείς στο ίδιο σου τον εαυτό
που τον ανέχεσαι που ανέχεται τέτοιο ψέμα
αφού αυτός ο κόσμος χτίζεται πάνω στο λίθαργο
του ζώου που αργοπεθαίνει
η ανάγκη για ευτυχία
την ανάγκη για ευταξία
η ανάγκη για ευταξία
τόσοι θεσμοί τόσοι φορείς
που οι απώλειες υπερτερούν τα ωφέλη
σαν τα χαπάκια που οι παρενέργειες
είναι περισσότερες απ' τη γιατριά τους
τόσα κουτάκια
μέσα σ' αυτά τα κουτάκια κοιμούνται
τα ένστικτα
και βασιλεύει τελικά
αυτό που θέλαμε να αποφύγουμε
και μάταια, και μάταια με ψέματα αποδιώχναμε
το χ ά ο ς.

Σάββατο, 15 Μαρτίου 2014

η κηδεία των χαμένων ποιημάτων

όχι άλλα δάκρια
για όσα δεν γράφτηκαν ποτέ
για όσα δεν φτάσαν ποτέ οι λέξεις
να μετουσιώσουν

είναι στιγμές αφόρητες και γκρίζες
στο μεσοδιάστημα απ' τη γέννηση
ως το θάνατο
μέσα σε λευκές σελίδες
μικρά αποτυπώματα

υπάρχουν ως μουτζούρες
σε γυμνά τετράδια
στις στέγες και στα δάση
ως χαμένα οράματα
στους άγνωστους της γης
αυτής
στον κρότο
του εδάφους όταν σχίζεται
στου νου τη λήθη

τ' αποδομώ
και τα χλευάζω ως ασήμαντα
κι άλλοτε πάλι
τα πιο σπουδαία αριστουργήματα
που ασφυκτιούσαν έξω απ' τον κόσμο αυτό

τ' άκουγα πότε πότε ν' ανασαίνουν
βαριά
και παραπονεμένα να ζητούν εισητήριο
άλλα θέλησαν να εισβάλλουν
κι όπως τους έκλεινα την πόρτα
σχίζονταν στη μέση
κι έμπαιναν μισά και στραπατσαρισμένα
τσαλακωμένα κι άμορφα
κουρελάκια χωρίς καμιά δύναμη

κι όλο τα παρηγορώ
λέγοντάς τους πως κάποτε θα τους χαρίσω
τη θέση που τους αξίζει
κι ο χρόνος κυλά
και μαζεύονται
και πληθαίνουν
και με κατηγορούν
σαν παραπανίσιοι θεατές
που δεν τους άφησαν να δουν την παράσταση
γιατί δεν χώραγαν
ή δεν είχαν λεφτά
κι όμως
κάποιοι απ' αυτούς
ίσως είχαν πολύ μεγαλύτερη ανάγκη να δουν το έργο.

όπως και να χει
όχι άλλα δάκρια
κάποια γεννήθηκαν σε μέρες δυσβάσταχτες
και δεν κατάφερα να τους χαρίσω ζωή
τα σκότωνα μηχανικά
σαν μια μάνα που έχει μάθει πια
να σκοτώνει τα παιδιά της

αν έπρεπε να ζήσουν θα φανούν
κάποτε μες το γκρίζο του πρωινού
θα γυρίσουν καταρακωμένα
και θα κουρνιάσουν στην πόρτα μου
και λίγο πριν ξεψυχήσουν
θα μου ζητήσουν να τα αναστήσω
ευλαβικά και πένθιμα
κι ίσως τότε
μπορεί μες τις χιλιάδες όψεις του χειμερινού απομεσήμερου
οι πιθανότητες να αλληλοσφαχτούν κι οι
μέρες να ουρλιάξουν
κι όλες εκείνες οι στιγμές που δεν αποτυπώθηκαν ποτέ
να ξαναγίνουν αίμα
και να κυλήσουν σαν χείμαροι λυσσασμένοι
πάνω στο χαρτί
και τα κορμάκια τους να βρουν τις λέξεις
και να κουρνιάσουν ήσυχα σαν το μεδούλι μέσα τους
τότε ίσως
ν' αναπαυτούν εν ειρήνη
στην αιωνιότητα.

Πέμπτη, 13 Μαρτίου 2014

Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2014

στην άκρη

μας
υποπτεύονται
για φυγόκεντρους
για σχιζοφρενείς
για φοβισμένους

λένε πως θα μας πιάσουνε
με το αδίκημα της απραξίας.

στην οροφή
σε θυμάμαι που χόρευες
ξόρκιζες μέσα μου την αμαρτία

λύγιζες πότε τη μέση
και πότε τα πόδια σου
κι ήσουν αθάνατη για δυο λεπτά.

σε λίγο θα έρθουν
να μας πιάσουνε
με το αδίκημα της απραξίας.

δεν δοκιμάσαμε, λέει,
αρκετά
τις δυνάμεις μας.

δεν φτάσαμε τ' άφταστα
γι αυτό θα μας πιάσουν.

κι όπως χόρευες
χάιδευες νοητά την ψυχούλα μου
μ' άφηνες παράλυτο
κι εκστατικό

κι όπως σε θαύμαζα
δάμαζα την ακινησία
κι οι σκέψεις μου ανάλαφρες
αυτοκτονούσαν χορεύοντας
απ' την ταράτσα.

σε λίγο θα έρθουν
όπως σου είπα, να μας πιάσουνε
αγαπημένη μου.

τόσο εύθραυστη αυτή η σιωπή τώρα
τόσο ιερή
και πένθιμη

πόσο μεγάλη κι αρχοντική
αυτή η κίβδηλη σιωπή
πριν το τέλος.

ησύχασε αγάπη μου
μην κλαις, μη λυγίζεις
μια ζωή χάσαμε μόνο.

απαλά σου χαιδεύω τα μάτια
πορσελάνινη και μαραμένη
σαν κρίνος,
σαν φωτογραφία

μην κλαις αγαπημένη μου

σε θυμάμαι που χόρευες
και γέλαγες και φούντωνες
κι αναστέναζες κι όλα τα ήθελες
και μ' όλα ερωτευόσουν
και μ' όλα τέλειωνες

χαραμίσαμε.
τη ζωή μας λατρεμένη μου.
σκορπίσαμε τις δυνάμεις μας
στον άνεμο.
μ' ένα χαμόγελο και μια ελαφράδα
σαν να σκορπούσαμε σκόνη

μας
υποπτεύονται
για φυγόκεντρους
για σχιζοφρενείς
για φοβισμένους

λένε πως θα μας πιάσουνε
με το αδίκημα της απραξίας.

έρχονται βλέπεις;
όμως δες, είμαστε ψηλά, γύρω αέρας πάνω ουρανός.
δες αγάπη μου όσο
και να προσπαθήσουν
δεν θα φτάσουν, είμαστε ψηλά.

ψέματα

  δες έρχονται.

δυο λεπτά.

δευτερόλεπτα.

σε κοιτάζω και απογειώνομαι

  έρχονται

σε κοιτάζω βουβός κι ανασταίνομαι
  έρχονται
σε κοιτάζω ξανά
για τελευταία φορά
στην άκρη του τίποτα.

error708

κάπου κολλήσαμε.
κάπου βρήκαμε, κάνε όπισθεν

όπισθεν.

κάπου βρήκαμε, σου λέω γάμα το.
γαμησέ το.

να βγω να δω;
κάτσε εκεί που κάθεσαι.

να βγω να δω; μπορεί να χάλασε τ' αμάξι.
όχι σου λέω, σκάσε.

κάνε όπισθεν
όπισθεν.
να βγω να δω, κάπου κολλήσαμε.

τι είναι;
δεν ξέρω δεν μπορώ να δω.
δεν βλέπω, κάτι έπαθαν τα μάτια μου

βγες να δεις.
δεν βλέπω τώρα

σταμάτα
κάνε όπισθεν
δεν μπορώ σου λέω τα μάτια μου
κάνε όπισθεν!
που θα πάμε;

πού πάμε;

χαθήκαμε
πού παμε;
πού είμαστε;

και σου είπα μαλακισμένη
να βγεις να δεις

δεν βλέπω τίποτα

τώρα γάμα το.
γαμησέ το σου λέω.

μου είπες όπισθεν.
όπισθεν κάνω.
χέσε μας.

κάτι έπαθε το αμάξι
τι έγινε;
δεν ξέρω δεν μπορώ να δω

βοήθεια.
φέρε κάποιον, ένα γιατρό
σκάσε.
δεν αντέχω σε παρακαλώ!

σκάσε
όπισθεν.
όχι σου λέω πονάω!
άστο
όχι φύγε!
άστο
παράτα με!
γαμιόλη
βούλωσ' το

πνίγομαι
άστο
όχι πνίγομαι σου λέω.
άστο
μου πιέζεις την κοιλιά
μη
άσε με
μη με σπρώχνεις
σταμάτα το.
όχι άλλο
θα τελειώσουν τα καύσιμα.

πού είμαστε;

και σου είπα.
δεν φταίω εγώ.

ποιος φταίει
κοίτα τι έκανες.

εσύ μου είπες να κάνω όπισθεν.

καριόλα.
παράτα με.
πνίγομαι.
χέστηκα.
πνίγομαι.
στο διάολο, φέρε εδώ.
άσε με
σταμάτα.
στο διάολο, κοίτα τι έκανες
μη με πιέζεις, πνίγομαι!
με κούρασες, βάλε μπρος.
δεν μπορώ θέλω να κάνω εμετό
ξεκίνα το το γαμημένο, κοίτα τι έκανες
πού είμαστε;
μαλακισμένη κοίτα τι έκανες.
άσε με φύγε!
ηλίθια δες πως τα κατάφερες
φύγε!

κραυγή
κραυγή
κραυγή

πώς φτάσα
με εδ
ώ...
το άφησες.
πώς έγ
ινε, εγώ..

όπισθεν.
πόσο πια;
πόσο ακόμα;
όχι άλλο
όπισθεν.
όπισθεν.
όπισθεν.
θέλω να ζήσω.
προχώρα.
πνίγομαι.
όπισθεν.


τελειώσαμε.

error

κάτι σέρνεται
ανάμεσα
και τρώει

οι ρώγες σου
μου ανατινάζουν το μυαλό.

κάτι τραυλίζει
εκκωφαντικά.

το λάθος
με μετράει
τώρα οι τρελοί
που δεν μετάνιωσαν
εύχονται πάλι απ' την αρχή
να μπορούσαν
να επαναπροσδιορίσουν την τρέλα.

κι όσοι μαγεύτηκαν
από μια ιδέα ανυπέρβλητη
από ένα πάθος ανόθευτο κι άπειρο
σκοτώνουν με χέρια τρεμάμενα
κάθε μανιασμένη απόπειρα
να το πνίξουν.

τώρα οι ανένταχτοι
προσεύχονται βουβοί κι ασυγχώρητοι
για μια προσωρινή συνθήκη ειρήνης
με το τίποτα.

απόψε οι πρόσφυγες της αναμονής
χύνουν αρρώστια και αίμα
απ' τις κλειδώσεις
εκπνέουν βλέννα
από νεκρά οράματα.

την έξοδο.

η καρδιά ήχους κραδασμών.

πάλλεται, τώρα η ιδέα.

στα χέρια, σφίγγει και απλώνεται

σφίγγει και απλώνεται.

μαχαιρώνεται, ανάποδες λέξεις

η απώλεια μας μασάει και μας χωνεύει

χορεύει η πτώση, στο χείλος του αύριο

η επιδείνωση, η άγρια νιότη

το ξημέρωμα

ένα λεπτό πριν απ' τη φυγή
βρίσκεται η ανοησία

ένα λεπτό πριν τη ζωή
το έγκλημα.

η γέννα έδωσε
στο δολοφόνο τ' όνομα
έδωσε την πράξη
την επιλογή

η γέννα απορρόφησε
κάθε νεκρή ύλη, η γέννα
έφερε
τον πόνο της αιμορραγίας.

η γέννα τον εγκέφαλο
η γέννα την πολλαπλότητα
η γέννα τον άνθρωπο
η γέννα τον φόνο
η γέννα το θάνατο.

ο εγκέφαλος:
όταν όλοι έψαχναν το δολοφόνο
έπρεπε να τον υποπτευτούν.

η ώρα της μετάνοιας
αργεί, από τότε που χαθήκαμε.

-πότε γεννήθηκες;
-δεν ξέρω, δεν θυμάμαι
-δεν σου είπε η μάνα σου;
-ποια;
-η μάνα σου.
-δεν ακούω
-δεν σε ακούω
-χάνεται το σήμα.

-κάπου ανακυκλωθήκαμε.
-πιστεύεις στο τέλος όλα θ' αλλάξουν;
    ε; πες μου ότι το πιστεύεις..
         θ' αλλάξουν ε;
            κι αν δεν το πιστεύεις τουλάχιστον πες το μου.
-τώρα.
-απάντησε.
-τώρα πρέπει, στο τέλος θα 'ναι αργά αφού θα ναι τέλος.