Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2012

καρναβάλι

τώρα
γέμισα φρικτές ελπίδες
που ευνουχίζουν τον μέσα μου άνεμο
που παγιδεύουν τα πάντα εκτός απ' τη βροχή
γυναίκα ελευθέρων ηθών που στιγματίζει τα πάντα
που αφήνει νερό στους ήλιους, μια ανθρώπινη φωνή
μια απάνθρωπη και απανθρακωμένη ερμηνεία αγάπης
που βελάζει κουφαίνοντας κάθε ιδεολογία
κάθε τέχνασμα βιομηχανικού τσιγάρου
που βίαια με σπρώχνει μακρύτερα από δω.

πεμπτη 23 φλεβάρη

οι λυγμοί σιωπήσαν / έτρεξα να προλάβω το λεωφορείο / δεν το πρόλαβα /
μέχρι να κάνω ένα τσιγάρο είχε έρθει το επόμενο / κάθισα αμίλητη / ήταν ένα τόσο γλυκό απόγευμα / ήταν μια τόσο πικρή γεύση στο στόμα / και πρόσωπο αλλοπαρμένο / η γυναίκα δίπλα μου έκανε να σηκωθεί / σηκώθηκα πρώτη για να τη διευκολύνω / "ευχαριστώ" μου είπε / κι η γεύση αυτού του ευχαριστώ έμεινε μέσα μου βαθιά / να αντικαταστησει έστω και λίγο την άλλη / κι ας μην είχε καμία σημασία το ότι κάποια γυναίκα σ' ένα λεωφορείο μου είπε ευχαριστώ / όταν όλοι γύρω δεν καταδέχονται καν να με κοιτάξουν / κατέβηκα στην πλατεία / κάθισα αμίλητη και εφήμερη σ ένα πεζούλι / μύριζε η πλάση μπαρούτι / ο κόσμος περνούσε / άναψα ένα τσιγάρο ή άλλο ένα τσιγάρο / συνειδητοποίησα την τεράστια διαφορά της σκόνης απ' τη στάχτη / ήθελα να ανακαλύψω κάτι σχετικά με τον εαυτό μου / κάτι που δεν ερχόταν / ένα κενό που με διέλυε / να παραλύω μόνη στο έρεβος / αυτό θα πει προορισμός / και ζωή πάνω απ όλα / ο κόσμος περνούσε / ο κόσμος προσπερνούσε τα θαύματα της κόλασης / ο κόσμος σκλήρυνε σαν άρθρο / μικρό καύκαλο χωρίς ουσία / αόριστος ή ορισμένος, δεκανίκι για να συμπληρώσεις το νόημα / περιττός και επιτηδευμένος / είδα τον εαυτό μου να φτάνει στο κέντρο της πλατείας ουρλιάζοντας "ΥΠΑΡΧΩΩΩΩ" / και ύστερα να μαζεύει τα "υπάρχω" του από τα πεζούλια / κανείς δεν καταδέχτηκε να αγοράσει / σαν από λήθαργο βγηκα / πήρα τα πόδια μου και πέρασα στο δρόμο / όχι εκείνον που δεν τελειώνει ποτέ / αυτόν που είναι παράλληλος στην Αγίου Ιωάννου / σε μια απ τις βιτρίνες που θυμίζουν θάνατο / μα δεν πεθαίνουν ποτέ / μια πλαστική κούκλα σ' ανθρώπινο μέγεθος / απογυμνομένη και χαμογελαστή / και μια γυναίκα ήρθε / άρχισε να ντύνει την κούκλα / με τα πιο όμορφα ρούχα / και χρώματα πένθιμα / κι είδα σ αυτές εμένα και το ποίημα / είδα εμένα και τη ζωή / πώς να του δώσω ζωή / όταν πεθαίνω κάθε μέρα; / πέρασαν ώρες / κι όλα έγιναν γρήγορα μετά / έκανα μια βόλτα / άναψα κι άλλο τσιγάρο / μπήκα για μάθημα / πέρασαν αιώνες χωρίς αναλγητικά / δεν άντεξα σηκώθηκα / μα έπεσα και στραμπούληξα το πόδι μου / έκλαψα / με είδαν όλοι / τα χάη συνωμότησαν ξανά

παρασκευή 24 φλεβάρη

τα άλλα δεν θα τα πώ / αρκεί που σήμερα υπήρξα πάλι / σκορπίζοντας τη μέθη μου στο καρναβάλι τους / έπεισα τον εαυτό μου πως θα φτάσω σπίτι ζωντανή / πήρα λεωφορείο για να πάω όσο μακρύτερα απ' τις πλημμυρισμένες φάτσες / που με γέμιζαν αηδία και τρόμο /οι στολές τους / τα μάτια τους / τα πόδια τους / χαριτωμένοι σχιζοφρενείς / μπούχτισα, μπούχτισα πια απ' όλα / ας χαριστώ στ απάνεμα / ας μην εφησυχάσω ποτέ. Πήρα τα πόδια μου και πέρασα στο δρόμο / όχι αυτόν που δεν τελειώνει ποτέ / αυτό που τον λένε "Ζωοδόχου Πηγής" / ερωτικό κι ειρωνικό / ένα αεράκι μου χάιδεψε για λίγο τα μαλλιά / τα λόγια πεταχτήκαν στα σκουπίδια / όσο υπάρχω κι είμαι εντάξει δεν έχουν καμία μα καμία σημασία / η λύση του μυστηρίου που με διέπει δεν βρίσκεται στα λόγια / οξύμωρες ορέξεις / ανορεξίες ατόφιες / κι είχε δροσιά έξω / και μέσα / ο άντρας με τα μαύρα / ο άγγελος που με συνοδεύει ευγενικά σε κάθε μου σκέψη / με φίλησε στο μέτωπο.

Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2012

υποταγη

όταν καυχιέμαι πως γνωρίζω τα πάντα
όταν απαρνούμαι το σκοτάδι
όταν μυρίζω αίμα και μύρο γλυκό
όταν μυρίζω υγρό ιερό του σώματος
όταν μυρίζω ήχος απόκοσμος
και μελωδία λιμνάζουσα
όταν μυρίζω ασκητικά γέλια και πρόσωπα ολάνθιστα
με το φόβο αποτύπωμα
όταν γεμίζω ουράνιες ψυχές
και λυχνίες θανάτου όταν με λογχίζουν
όταν κυνικά ερωτεύομαι το χώμα
όταν ασυγκράτητη κάβλα με πλημμυρίζει
όταν πλαγιάζω με τα σύρματα της ψυχής
όταν αφουγκράζομαι τα έντομα και τους υπόηχους
όταν γλείφω με λύσσα το φαρμάκι απ' τα δάκτυλα
όταν απολαμβάνω σκωπτικά
το είναι μου στην ολότητά του την άσπιλη
όταν δαμάζω το θεόρατο μίσος μου για τους ανθρώπους
όταν πυρώνω ανηλεώς, όταν καίγομαι κι αφήνω σκόνη μολυβιού
όταν γλείφω αχόρταγα το αντρικό σώμα
όταν εκρήγνυται μέσα μου το ερείπιο
όταν ξεσπάω σ ερωτικές αφυπνήσεις
όταν γίνομαι ακόμη πιο κόκκινη πιο μισητή
και το κρέας μου πάλλεται να φύγει μακριά μου
όταν το αιδοίο μου με σιχαίνεται
όταν με απεχθάνονται κι οι λύκοι που ανέθρεψα στα πιο δύσκολά μου μέρη
όταν μυρίζω κόλαση κι ακολασία
όταν υψώνομαι στου σύμπαντος την πηγή
να με ξεπλύνει, ηδονικά και τελειωτικά, όταν ποτέ δεν φτάνω
όταν αντηχεί εντός μου η πιο ηλίθια πλάνη
όταν καίγομαι, καίγοντας τη βοή που με τσακίζει
όταν αφοπλίζομαι από αιτίες και ολόγυμνη αναμένω το χρόνο
να εκσπερματώσει μέσα μου και βίαια να του χαριστώ
μια και καλή, μια για πάντα.

όταν υπάρχω έτσι δεν με χορταίνει ούτε μια θάλασσα σπέρμα.

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2012

κατράμι

τείνω το χέρι
σε γνωστούς / αγνώστους
ενοχικά με αποστρέφονται
τους φέρνω τρόμο κι αηδία μαζί
μαύρος παλιάτσος
με χαρακτηριστικά αγίου
με νωχελικές κραυγές στα μάτια
φίδια ανάσκελα και ιερά τα χέρια
δέρμα σκληρό, πόδια ισχνά
και αίμα σαν φαρμάκι
λίγο ρακένδυτος / λίγο αλλοπαρμένος
με κοιτάζουν βλοσυρά / τους κοιτάζω αιχμηρά
δεν τείνω πια το χέρι
ξέρω καλά ΕΠΙΤΗΔΕΣ ΥΠΑΡΧΩ
ένα τρομακτικό και μεγαλόπρεπο ΕΠΙΤΗΔΕΣ
που γελά επιδεικτικά και με στόμφο
στις άγριες χαρακιές και τις πτυχές του νου μου
στις πιο απόκοσμες / αλάνθαστες πληγές ενίοτε πηγές
και στάζω μαύρο αίμα / κατράμι γλυκό
εκεί, στο μαύρο στόμα της άπωσης
που κάθε μέρα πεθαίνουν λύκοι ασθενικοί
κι εδώ, στο αιδοίο της κολάσεως,
της μαύρης μοναξιάς μου
η ευλογία.

Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2012

χιλιες φορές ο θάνατος

παροδικές τραγωδίες
χιλιοτραγουδισμένες παρωδίες

κοιτάζομαι, στο φως, κι εξημερώνω με βλέμμα άσπιλο τη όαση του κορμιού μου
λίγο λίγο, με την τρυφερότητα του λύκου και την ηρεμία της ιέρειας,
τη θύελλα του ερωτευμένου και την ακολασία του καιόμενου
να ξεφλουδίσω την ουσία, να αποστάξω τις στιγμές απ τις πτυχές μου,
να αφουγκραστώ τις ενοχές, μελωδικές στριγγλιές και μνήμες κολασμένες
να μην μιλήσω ποτέ ξανά στ' αλήθεια, να νεκρώσω τους άτρωτους θεούς
να τους δείξω με χέρια τρεμάμενα, τη βρωτή μου ενδελέχεια
να αδειάζω λίγο λίγο, να ξεφουσκώνω, και ξανά να γεμίζω,
μέχρι ν' αποφασίσουν για μένα πως τέλειωσα πάει,
μέχρι να στερέψω στ' αλήθεια, μέχρι να πάω στο διάολο ή κάπου που να με περιγελούν
κάπου που να μπορώ να κλάψω με λυγμούς, και να με βλέπουν όλοι
όπως μπροστά απ' τις ράγες του τραινου καθώς ήμουν βουρκωμένη
εκείνο πέρασε, κι είδα μπροστά μου τόσους ανθρώπους σε δυο στιγμές
τόσες χιλιάδες πρόσωπα, πέρασε αιώνας, κι ακόμη να σβήσω
περιμένοντας κυνικά το τέλος, και με ηδονή, και με πάθος
και με υπομονή αβάσταχτη που πλέον δαμάζω, που πλέον ημερεύω
και τις μαστιγωμένες μου, κρυφές, κι ανείπωτες αλήθειες ν' ανατείλλω
να υποτάξω, πριν με υποτάξουν και με αφανίσουν, σαν σε όνειρο
που δεν πέτυχε το σενάριο, και αυτοκτονούσαν σωρηδόν οι σκηνοθέτες
κι οι σεναριογράφοι, ένα σενάριο που για μένα δε γράφτηκε ποτέ
μόνο για τη βλέννα που αφήνει η πένα μου καθώς υφίσταμαι όλα αυτά τα ψυχοδαμάσματα
και τον άνεμο πλάι μου, μέσα μου, πάντα ο άνεμος, από παιδί ο άνεμος
που ποτέ δεν κόπασε, δεν έσβησε, κι αγάπησα τις στοές και τα περάσματα
και ξεδιπλώθηκα σε σκοτεινές κυτίδες, θηριοδαμαστής (και το θηρίο και ο δαμαστής)
με διέλυα και με έχτιζα ανυπόμονα, άτσαλα και μάταια
με παρέδιδα σε κάτι που ποτέ δεν προσδιόρισα, που ποτέ δεν άγγιξα
και με έπαιρνα πίσω χωρίς αποσιωπητικά, χωρίς τραγωδίες
κι ύστερα πάλι η γελοία εγώ ξαναγυρνούσα στα πρώτα βήματα, απ' την αρχή
χάραζα κύκλους στο κορμί μου, μόνο κύκλους, όπως η ζωή, όπως η ανάσταση
όπως χιλιάδες θάνατοι, χιλιάδες παρωδίες, μασκοφόροι ανυπότακτοι
και υποτονικοί εραστές, εγώ δεν θέλω.
το λέω με τόνο αυτό εγώ δεν θέλω, δεν θέλω απ' αυτά, δεν τα έχω ανάγκη
έτσι το λέω, σαν να αρνούμαι το νερό κι ας μην έχω άλλο τρόπο να ξεδιψάσω.
την απουσία, το στέγνωμα φοβάμαι. τι σβήσιμο της φλόγας
που όταν θα ρθει, τότε θα είναι το τέλος, το πραγματικό τέλος
να μαραθώ φοβάμαι, και μαζί μου θα μαραθούν οι ελάχιστες αλήθειες που στέριωσα, όσες ήταν.... κι αν τις στέριωσα.......
το χώμα, θα με δείξει, το χωμα, η ύλη μου θα με δικάσει.
θα με κυνηγούν τα στοιχειά, αυτό δεν θα το αρνηθώ. τη φωτιά φοβάμαι
προτιμώ να με κάψει παρά να με σβήσει... προτιμώ αυτή τη ηθελημένη καταδίκη
που η λογοτεχνία την μετουσιώνει σε μαγεία, η λογοτεχνία φταίει για όλα γιατί όλα τα επινοεί! θέλησα να κλείσω κύκλους με την πένα, κι ανοίγω καινούριους, θέλησα να κλείσω πληγές, τίποτ' άλλο, έτσι ξεκίνησα, ποτέ δεν φαντάστηκα τη σκόνη πάνω μου ολόκληρη, να με βασανίζει, να επωάζω το αυγό της τρέλας, της αυτοάμυνας και αυτοπαράδοσης, το παιχίδι που μου πετούν πάνω μου οι συμπτώσεις, και γυμνή φτάνω στο έλεός τους και ξεψυχάω εκεί, ατόφια.
Παρ' όλα αυτά δεν μετανιώνω για τίποτα.
Μόνο η φωτιά να μη σβήσει. Και το σώμα μου ας σπιλωθεί, ας λεηλατηθεί, μόνο να μη σβήσει.
αν είναι έτσι χίλιες φορές ο θάνατος.

Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2012

γετι

Ακατανόητοι σπασμοί
λυγμοί λυχνίες
ενοχικές παρατηρήσεις
για κάτι αόματο
ωστόρο ορισμένο
στο κόσμο.

Φυγοκέντριση
ελπιδοφόρα μικρόβια
μπας και πεθάνουμε
και δε μείνει ψίχαλο
από μας
απ' το γλυκό
του κουταλιού
που μούχλιασε.

Αλλά έτσι
ορίστηκε να είναι
μέσα, όλα έχουν νόημα
παραέξω μην ξεφύγει
και δεν μάθεις ποτέ
τι ήταν αυτό
το μαύρο υπεροπτικό γέτι
που σε ξέκανε.