Σάββατο, 25 Δεκεμβρίου 2010

αν(άπειρες) λέξεις

Μια μέρα μάζεψα όλες μου τις λέξεις, και τους είπα: "Μεγαλώσατε πια, δεν είστε παιδιά." Ντραπήκαν εκείνες, σιωπήσαν, χλομιάσαν. "πάρτε τη ζωή σας κι αφήστε με, φύγετε" Τότε εκείνες μαζέψαν την ψυχή τους και φύγαν , και τις άκουγα πότε πότε να ουρλιάζουν και να κλαίνε. "Μα μπλεχόνταν στα μαλλιά μου, τι να 'κανα." Τις μάζεψα πίσω. Ξανάρθαν εκείνες, τσακόνωνταν, σπάραζαν, βούιζαν όλη την ώρα. "Πρέπει να τις παντρέψω" σκέφτηκα "Τι θα γίνουν; Πρέπει να τις παντρέψω." Δεν θέλαν όμως ούτε να με κοιτάζουν πια, περήφανες εκεί καθώς στέκονταν και παραπονεμένες, ήθελα να μπορούσα να τις κάνω να σταθούν στα πόδια τους, μια τις στερέωνα, μια πέφταν, είχα απογοητευτεί. Στο κεφάλι μου μέσα, κι έξω στο δρόμο, παντού ουρλιάζαν, "τις κακόμαθα", έλεγα, δεν ανέχονται τίποτα πια μόνο μανιασμένες τρεκλίζουν και πέφτουν πάλι. "Κουράστηκα, δεν σας αντέχω, φύγετε από πάνω μου, δεν το διάλεξα ποτέ να σας γεννήσω, δεν σας θέλω, δεν σας αγαπώ πια. Μεγαλώσατε, πάρτε τη ζωή σας και φύγετε, δεν μου ανήκετε." Κι έσβησε η φωνή τους η γλώσσα τους πάνιασε, σαπίσαν τα φτερά τους. Δεν τις είχα ξαναδεί χειρότερα, τις λυπήθηκα, το μετάνιωσα. "Σπάζω τις λέξεις μου" ψέλλισα "Τις λέξεις Μου" Κι ένας πόνος, ένα σφίξιμο, μια τρομάρα. Τρόμαξα. "Τις λέξεις ΜΟΥ." και τώρα εξαντλημένη καθώς ήμουν, έβγαιναν πια μόνο τα σύμφωνα απ' τη γλώσσα μου "τ-ς-λ-ξ-ς-μ". Τώρα τα μπατζάκια του παντελονιού μου παρέλυσαν, τα σκουλαρίκια μου μεγαλώσαν και δεν μου χωράνε πια, τα μανίκια μου μακρύναν και η ανάσα μου στέρεψε -πάει- τις σκότωσα, τις σκότωσα τις λέξεις μ ο υ. Μείναν να με κοιτάζουν με μάτια ορθάνοικτα, υγρά, πονεμένα, ανήμπορα, μισοσκότεινα, πάει. "Όχι, όχι! Δεν.. δεν το εννούσα αυτό που είπα. Μα τι... τι θα μπορούσα να κάνω χωρίς εσάς! Τι ανόητη που είμαι... Πώς μπόρεσα να σας πληγώσω έτσι.. Ουρλιάξτε, να. Ουρλιάξτε όσο εσείς θέλετε, εδώ μπροστά μου. Σας πρόδωσα ε; Σας πόνεσα; Ας μην παντρευτείτε, ας μην ζήσετε δικιά σας ζωή, αφού μου ανήκετε, είστε ολοκληρωτικά παραδομένες σ' εμένα, μείνετε εδώ, αγαπημένες. Μείνετε εδώ, καρφωθείτε στα πόδια μου και κλάψτε υπερήφανα. Τσαλακωθείτε στους τυφώνες σας, κλάψτε στο χάος σας, ουρλιάξτε στο άπειρο. Όσο εσείς θέλετε. Μα πώς; Πώς θα μπορούσα ποτέ..
να σας αρνηθώ; ! "

Πέμπτη, 16 Δεκεμβρίου 2010

Με το ένα πόδι κάτω απ’ τη γη, και τ’ άλλο ελαφρώς σηκωμένο δυο πόντους πάνω από τη γη


Κάποτε οι άνθρωποι πρέπει να σταματήσουν να μετράν τις λέξεις και ν’ αρχίσουν ν’ αφουγκράζονται τους ήχους.
Κι όταν ο άνθρωπος θ' αρχίσει να περπατάει πάνω στον άνθρωπο, θα του απαλύνει τις πληγές και θα του ψηλαφίσει τα μάτια, θα 'ναι η ώρα των λύκων, κι ίσως η πιο σκοτεινή γραμμή του ορίζοντα.
Γι' αυτό χάνομαι στα τρίσβαθα και κάνω σκέψεις για τ' απάνεμα της γης...
Σκέψεις για την τρέλα μας που χάθηκε πρόωρα.
Σκέψεις για τα κρίματα που δεν προλάβανε να πέσουν απ' τον ήλιο στη ώρα τους.
Οι λέξεις κοχλάζαν μέσα μου -αν και ανάπηρες- κι αν δε σκαρφάλωναν πεισματωμένες μέχρι να φτάσουν στα χέρια μου, δεν θα τις λύτρωνα.
Μα φταίει το περπάτημα στο δρόμο που με κάνει κι αφουγκράζομαι.
Είναι παράξενες οι ωχρές φωνές των περαστικών
Είδα έναν άντρα να σιγομουρμουρίζει με κλεισμένα μάτια.
Πέρασε από μπροστά μου. Μου 'δειξε το δρόμο.
Μόνο ένας δρόμος υπάρχει να ζει κανείς:
με το ένα πόδι κάτω απ’ τη γη, και τα’ άλλο ελαφρώς σηκωμένο ίσα ίσα δυο πόντους πάνω από τη γη.
Ίσα που να νιώθει το χώμα, και τίποτ' άλλο.

Η φορεσιά


Άνοιξε την ντουλάπα της
κι αντίκυσε έναν κόσμο αλλιώτικο

είδε μια φωτιά πελώρια
που σαν να τσουρούφλιζε ό,τι άφησε ο αιώνας χαλασμένο
έναν κόσμο αλλιώτικο αντίκρυσε
που οι άνθρωποι δεν πεθαίναν σιωπηλοί και μίζεροι
πεθαίναν ευτυχισμένοι
οι άνθρωποι δεν πλαγιάζαν στους τάφους τους,
αλλά πηγαίναν στη γιορτή
καίγονταν απ' τη μέση και πάνω
και τα πόδια τους δεν έλεγαν να ησυχάσουν
έκαναν κύκλους συνέχεια πάνω απ' τις φλόγες
και μύριζαν δροσιά μυστική, στ' αθάνατα μάτια
κρύβαν το χρόνο και μιλάγαν με νότες
είδε έναν κόσμο αλλιώτικο
που κανείς δεν μπόρεσε να δει ως τότε
κανείς δεν ένιωσε ποτέ αυτή τη δροσιά ως το κόκκαλο
να μαστίζει το νου και το σώμα
είδε στ' αλήθεια αυτό τον κόσμο
που οι άνθρωποι πεθέναν παντού
αφήναν μια γεύση ζεστή σαν φτερούγισμα
και σκορπίζαν σαν άνεμοι
δε λυπούνταν για τη ζωή που έφυγε
μα καλοδέχονταν το θάνατο
με τελετές και τρίαινες.

Κι έκλεισε τη ντουλάπα της
-Είχε βρει πια αυτό που έψαχνε-
χαμογέλασε στον εαυτό της
κι έπεσε στο κρεβάτι της
και κοιμήθηκε.
Για πάντα




Παρασκευή, 10 Δεκεμβρίου 2010

Υπερωκεάνιο

Περπατάω στο δρόμο και σιγοτραγουδάω για να δω άμα μπορώ ακόμα να τραγουδήσω ή άμα έχασα πια τη φωνή μου.
Γιατί κάθε μέρα ξυπνάω μ’ αυτό το φόβο, μήπως έχει σβήσει, καιρό τώρα.
Περπατάω στο δρόμο και κοιτάω άμα έχω ακόμα τα μαλλιά μου στη θέση τους ή άμα φύγανε, άμα τα παραπλάνησε ο άνεμος και μπερδευτήκανε σε καμιά θύελλα.
Ανεβαίνω στο λεωφορείο και φοβάμαι μήπως πέσει η ψυχή μου στο πάτωμα, και χαθεί για πάντα, κι εγώ θα μείνω εκεί ανήμπορη και μισοτρελαμένη να κοιτάζω την πόρτα που έκλεισε αμείλικτη.
Κάποια μέρα θα σπάσουν τα χέρια μου, κι ούτε να γράψω δε θα μπορέσω ποτέ ξανά, γι’ αυτό κάθε φορά ορκίζομαι να γράφω σαν να ‘ταν η τελευταία.

Στέκομαι στον άδειο δρόμο κι ακούω τη ζωή να ουρλιάζει μέσα μου, να με παρακαλάει να μην την προδώσω. Κι ανατριχιάζω.

'Να ζεις ανατριχιάζοντας', είχα πει στον εαυτό μου, με κάθε θρόισμα, με κάθε λέξη, με κάθε χάραμα. 'Έτσι ζει όποιος τα χει χάσει όλα'.

Μια μέρα θα ξυπνήσω με παγωμένα πόδια πάνω σ’ ένα υπερωκεάνιο.
Το ξέρω, είναι το μόνο που μου απομένει πια: να ξυπνήσω πάνω σ’ ένα υπερωκεάνιο.
Θα χαμογελάσω στα θυμωμένα κύματα, κι οι χείμαρροι θα στέκουν να κοιτάνε, σαν λυπημένοι θεατές.
Αυτός που δεν έχει τίποτα, δεν νιώθει ούτε ζωντανός ούτε πεθαμένος. Μόνο μια μέθη αλλόκοτη κι ένα παραμίλημα σαν τραγούδι, σαν ιαχή.

Από ένα σακούλι θα βγάλω τον πόνο, το λυτρωμό, τις λέξεις, τις προσευχές και τους ήχους, που μου μουρμουράγαν τελευταία ζητώντας ελευθερία, και θα τα ρίξω στο βυθό για πάντα.
Ό,τι πιο πολύτιμο μου είχε απομείνει πριν το τέλος.