Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2014

ΑΠΩΣΗ

σ ένα μπαούλο τιλυγμένος
με κορδέλες
ο τρελά νεκρός
ο ερωτευμένα τρελός
γιος της άγονης σφαίρας
της ανασυγκρότησης
του οργασμού
και του χαμού

η κυρά του
μίλαγε με τα παιδιά
σαν να ήταν λουλούδια
κι απ' το στόμα της
ψέλλιζαν δύο κατσαρίδες

"δες με
πιο απάνθρωπη απ' την σιγή των σπηλαίων
και πιο στεγνή από τους ατέρμονους αφανισμούς
μια αφρική και μια ασία
και μια κοιλάδα με πορφυρές γυναίκες
το πέλαγός μου χύνεται απ' το κιούπι του μυαλού μου
στα πόδια σου
μια ζοφερή ξένη γη με φέρνει δίπλα
στο πηγάδι σου"

λέει πώς κάποτε
θα αναστηλώσουν την ατλαντίδα
κι οι γέροι θα μασάνε τρόφιμα βιολογικά
μες το σκοτάδι της παράφορης πόλης.

εδώ
καμιά υπόνοια σκέψης
δε με συγκρατεί
απ' την άπωση

ΑΥΤΟ ΑΝΩΣΗ


ζύγησα τη σήψη
απ' το τσίρκο της φυγής
ως τη φαγωκυττάρωση
και τη βρήκα
ανύπαρκτα γλυκιά
και τόσο οικεία

μέσα στις κυψέλες
του εγκεφάλου σου
σε παρατήρησα γυμνό
από κάθε οπτική γωνία
και σε βρήκα να τρέμεις
κάπου μεταξύ συρμού
και αποβάθρας

η μέρα λήγει
μ' ένα μακρόσυρτο
"ανάθεμα"

κι όποιος από σας
που με κοιτάζετε έτσι
τώρα, βλοσυρά
σαν ξένο έμβρυο
δεν έχει νιώσει
αυτή την παγωμάρα
της ακινησίας
έστω και για
ένα λεπτό

ας με περιγελάσει.
εγκεφαλικά θα τον στείλω
στο διάολο

(φέρε μου ένα ποτήρι νερό
τα δόντια μου λυσσάνε
φτύνω την ενσάρκωση μου

φέρε μου ένα ποτήρι νερό
να καταπιώ την πέτσα μου
την άνωσή μου)