Σάββατο, 15 Ιανουαρίου 2011



Κι έμεινε σαν στάλα τώρα ο ποιητής να ψάχνει τη σιωπή παραμιλώντας. Και στάζοντας ο ποιητής, μέσα σε μπουκαλάκια, όλη τη στάχτη απόσταξε του κόσμου.

fractal

Είναι που άφηνα το υδροκυάνιο να τσακίζει όλους μου τους καλεσμένους.
Τους έδενα τα μάτια με σχοινιά, τους ανθρώπους που δεν περπάταγαν με γυμνά πόδια.
Μα είναι η γλώσσα μου που ξόρκισε τα σιδερένια πόδια τους.
Είναι τα χρώματα που σβήσαν τη σιωπή μου και σφραγίσαν τα μαγεμένα μου φιλιά σ' ένα αλλόκοτο σύμπαν.
Είναι που πέρα απ' τη μικρούλα ζωή και το μικρούλη θάνατο, ήθελα ίσως να παλέψω για τ' ανείπωτα.
Μα είναι και η τυφλή μανία, κάτι διαστρεβλωμένο, κάτι στραβό, πονεμένο -και ίσως- κάτι που θα αποζητά αιώνια ένα χάος αλλοτινό.
Είναι οι λέξεις μου που ταξαν στο διάολο την ψυχή τους, κι είναι κι ο διάολος που συνεχώς αποζητά στοργή.
Είναι κι οι λύκοι που ημέρεψε κάποτε 'κείνος, και ουρλιάζαν πότε-πότε κάτω απ' το κρεβάτι μου.
Κι είναι και το νερό, το κατακάθι της λύτρωσης, το γερμένο δέντρο που δεν πρόλαβε να διαβαστεί το μήνυμα που έκρυβε μέσα στη μήτρα του, κι αν μαράθηκε τώρα δεν θα 'ρθει κανείς.
Τι να τα κάνω τα δεκαεφτά μου χρόνια, δεν τα θέλω, 17 γάτες θέλω, σκουρόχρωμες και αποξενωμένες, να μου μοιάζουν στο τσαλάκωμα και να διαφέρουν στο μειδίαμα.
Και στην υπόλοιποη ζωή μου θέλω να βουβαθώ σκεπτόμενη παράξενα ονόματα για κείνες, τώρα που μόνο η βουή μπορεί να μετρήσει την άπειρη γη.
Έζησα και θα ζω σαν τον άνεμο, μ' ένα σφίξιμο στο στομάχι, μια μέθη δύστροπη και κάτι, κάτι που σωπαίνει στη μιλιά μου, κάτι που ποτέ δεν ξαλαφρώνει, πάντα θα μένει εκεί ριζωμένο μέσα, τσουρουφλισμένο δεκαεφτά, σαν σήμερα, σαν τώρα λένε πως γεννήθηκα.
Είναι που γεννήθηκα κόκκινη, και πολυαγαπημένη.
Κι ίσως πάλι, είναι η γιορτή που κάνει τον άνθρωπο να γερνάει και τα βήματα να βαραίνουν και να βαραίνουν...
Ή είναι το χάραμα; Ή είναι η αρρώστια;
"Είναι η ζωή", είπε σαν να ξερε, "που κάνει το πάτωμα να τρίζει όταν κραυγαζεις."
"Είναι ένα fractal" είπε, "περίφανο, μόνο, μ' ασήκωτη πληγή κι αγύριστο κεφάλι."

"Είναι ένα fractal"