Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2012

το παράπονο της Δώρας

ναι ήταν ωραία όλα αυτά
και μετα χωρίς να νιωθω τίποτα
αλήθεια σου λέω, εγώ δεν τον ήξερα τον τύπο.
αυτός ήρθε και με βρήκε
και άρχισε να μου λέει κάτι κουλά για την ηλικία μου
τον έσπρωξα λιγάκι και αγρίεψε
κι εμένα αυτό μου άρεσε
γινόταν της πουτάνας εκεί μέσα
μόνο εκείνοι ήξεραν τι έκαναν όλοι αυτοί
σε κείνο το κωλόμπαρο το πέντε επί πέντε
σαν καβλωμένα πτώματα γυρνούσαν
κι αυτός αγρίεψε που λες
αυτό, δεν είπαμε κάτι άλλο μέχρι που πήγα να φύγω
ήθελα να ξεράσω τον εαυτό μου στα πατώματα
εκεί μέσα, πώς το άντεχα ούτε εγώ ξέρω
και οι μαλάκες δεν λέγαν να ξεκαβλώσουν
αυτός μ' έπιασε πάλι απ' το μπράτσο
έξω είχε παγωνιά
μου λέει έλα να σου πω
έκανα πως δεν άκουσα και πήγα να φύγω
"χτίζεις νομίζεις ερπετά στη ζωή σου
χάμω όλα αυτά που θες
να δεις, ποιος νοιάζεται για σένα"
ασυναρτησίες ήταν και φτιαγμένος
άλλη τρέλα αυτός άλλη εγώ
ήταν γύρω στα πενήντα
με κόκκινο μαλλί φυσικό και μούσι πλούσιο κόκκινο
πήγα να χύσω μόλις είδα αυτο το χρώμα στο φως της λάμπας
του δρόμου, αλλά ήμουν πτώμα και δεν τον άφησα να πει πολλά
του λέω, θες να γαμήσεις; πάνε μέσα, εγώ γι' αλλού πορεύομαι
ήταν πανέμορφος ο πούστης
αν και πενηντάρης, εγώ είχα πολλά αποθημένα
με κοκκινιάρηδες σαν και του λόγου του
όμως αυτός δεν μ' άφηνε
μου λέει έλα μέσα, του τραβληχτηκα
τότε κι αυτός αγρίεψε πάλι, με παράτησε και πήγε μέσα

κάθισε, και μια άρχισε να του τρίβεται
ήταν πρόστυχη, όπως κι εγώ μικρή, τώρα δεν είμαι, τώρα είμαι περισσότερο μια
παρατημένη σκύλα που οδηγάει αμάξια αλλονών και τους πηγαίνει σπίτι να ξεράσουν το ποτό
και τους παραμυθιάζει, τους ξελογιάζει, μέχρι να πέσουν κάτω
να την ικετεύσουν
και ύστερα τους κοιμίζει με τραγούδια που κανείς ποτέ δεν άκουσε.
Τελικά πήγα σπίτι, και ξέρεις κάτι, όλοι να γαμήσουνε θέλουνε
κι εγώ δεν τα γουστάρω αυτά
μ' αρέσουν οι άντρες δεν λέω, αλλά όταν το βλέμμα τους είναι απόκοσμο
και σ' έχουν καρφωμένη στο σταυρό
απάνω ως κάτω
να σε γδέρνουν, να σε γλείφουν σ' ότι έχεις και δεν έχεις
εγώ δεν τα γουστάρω έτσι, ξέρεις θα
μ' άρεσε πολύ να ρθεις και να μου πεις
ΡΕ μαλάκα Δώρα, σε γουστάρω ρε φίλε, δεν θέλω να πηδήξω
δεν εννοώ ερωτικά και μαλακίες, ίσως και λίγο ερωτικά
αλλά αλλιώς ρε παιδάκι μου, εγώ,
γουστάρω να σε ακούω να μιλάς ρε φίλε, να μιλάς να μιλάς
να λες όλες αυτές τις μαλακίες που σου κατεβαίνουν
και που σε κάποιον άλλο δεν θα λεγαν τίποτα
μα εμένα μου γκρεμίζουν κόσμους μέσα μου
τα λόγια σου, με ηδονίζουν, με καβλώνουν, και σε θέλω να μου μιλάς συνέχεια
γιατί σε βρίσκω τέλεια ρε Δώρα, και τις υστερίες σου
και τις καταθλιάσεις σου, και τις μαλακίες σου, και όλα αυτά
που έχεις στο μυαλό σου, με κάνουν θεό
μόνο αυτό, και σε γουστάρω, χωρίς να θέλω ποτέ να σε αγγίξω ρε παιδάκι μου,
χωρίς να με νοιάζει πως είναι τα βυζιά σου τοποθετημένα, χωρίς να σε φαντάζομαι γυμνή
σε γουστάρω ατόφια, σε γουστάρω, κι αυτό μου φτάνει, είναι για μένα ο κόσμος
κι εγώ να σε κοιτούσα τόσο εξτατικά όταν θα μου έλεγες
χέσε το γαμήσι, έλα να υποσχεθούμε πως δεν θα γαμηθούμε ποτέ
έλα να το πούμε τώρα, να μην φοβάσαι να γελάς μαζί μου
έλα να το υποσχεθούμε και μετά να χεστούμε στο γέλιο
έτσι να μου έλεγες θα σ' έπαιρνα στα σοβαρά
ξέρεις ποιές είναι οι ωραίες φάσεις
αυτές που τίποτα δεν σε πιάνει
αυτές που έχεις τους κάφρους φίλους σου στο μπαλκόνι με καλό ποτό
και του γαμάτε τη μάνα και δεν μπορείτε να κρατηθείτε απ' το γέλιο
αυτές είναι οι ωραίες φάσεις, που τίποτα δεν έχει σημασία
ούτε οι σκιές πια, ούτε οι αμαρίες
κι εσύ είσαι χειροπιαστή, υπαρκτή, ω ναι
χωρίς να σε νοιάζει τι στο διάολο του ετοιμάζει η ζωή
ή πως θα στα φέρει, απελευθερώνεσαι, φεύγεις μαζί τους στ αστέρια
αυτές είναι οι ωραίες φάσεις, κι εγώ από τέτοια δεν έχω εμπειρίες
δεν έχω τίποτα απ' αυτά εγώ βουλιάζω στη βάρκα-δωμάτιό μου όλη μέρα
και βάζω φωτιά στα παππούτσια που δεν μου κάνουν πια
εγώ ντύνομαι πιο μαύρη απ το φως, εγώ ανατριχιάζω, αναγουλιάζω, ξερνάω
πηγαίνω σε κωλόμπαρα που κανείς δεν με καταλαβαίνει
φοράω περούκες και πίνω μέχρι να βγάλω από μέσα μου το διάολο
εγώ δεν έχω μόνο ιδέες έχω και μερικά γαμημένα αισθήματα
κι εσύ τα παίρνεις και τα γαμάς όλα για πάρτη σου
ξέρεις γιατι δεν πήγαινα ποτέ σε πάρτυ; σου έχω πει;
επειδή εκεί πηγαίνουν οι ΠΑΡΤΑΚΗΔΕΣ, αυτοί
που ότι κανουν το κάνουν για την πάρτη τους κι εγώ
δεν είμαι απ' αυτούς τους τύπους
εγώ ξέρω να δίνω και να δίνομαι
γι αυτό έχω καταντήσει έτσι θα μου πεις
αλλά
δεν βαριέσαι
ποιός διάολος θέλησε μ' εμένα να ζήσει, να κατοικήσει το κορμί μου
μέσα, εγώ δεν τους χαλούσα χατήρι, κι ο κοκκινομάλλης με τα ωραία μούσια
και τα πενήντα χρόνια
δεν με ξαναείδε, ξέρεις
πήγα άλλες τρεις φορές στο κωλόμπαρο
την πρώτη δεν έγινε τίποτα, δεν είδα κανέναν, και υπέφερα
τη δεύτερη είδα την τύπισσα που του τριβόταν τις προάλλες
πήγα κοντά, τη ρώτησα ποιος ήταν, πού έμενε, εκείνη έκανε πως δεν άκουγε,
μετά μου είπε πως δεν ήξερε για ποιον μιλούσα, που να θυμόταν
της είπα ότι είχε κόκκινο μαλλί, αυτό το υπέροχο που είναι καροτί και μούσια πολλά και τα ρέστα
αλλά μου είπε ότι δεν φαίνεται τίποτα στο σκοτάδι, εγώ τον είχα δει στο φως της λάμπας του δρόμου
και έτσι δεν βγάλαμε άκρη, οπότε αυτή άρχισε να μου τρίβεται,
της τρίφτικα κι εγώ, κάναμε κάτι σαν λεσβιακό, δεν θυμάμαι τι ακριβώς,
να σου πω την αλήθεια δεν με νοιάζει κιόλας, ήταν χάλια, έφυγα,
αλλά το πιο ωραίο ήταν την τρίτη φορά που πήγα
δεν τον είδα βέβαια, ενώ ήμουν σίγουρη ότι θα ήταν εκεί
κι έτσι έμπηξα τα κλάματα
έμπηξα τα κλάματα και δεν με έβλεπε κανείς μες τα σκοτάδια και το χαμό
μέχρι που ένας τύπος με πρόσεξε, με βούτηξε και πήγαμε έξω
τον είδα στο φως, είχε γκρίζο βλέμμα και δεν ήθελε να γαμήσει
μου έκανε μια αγκαλιά, παίζει να ήταν η πιο υπέροχη στιγμή της ζωής μου
η αγκαλιά μας κράτησε κανα τέταρτο προς μισάωρο
κι εγώ είχα στεγνώσει πια απ' τα κλάμματα, ήταν ότι πιο όμορφο είχα νιώσει στη ζωή μου όλη
μα το θεό δεν σου κάνω πλάκα.

πρόσεξέ με.
εγώ δεν σου είπα ποτέ μαλακία σου είπα;
όχι. μόνο εγώ ξέρω πώς τ αντέχω και δεν σου δίνω μια να πας στο διάολο
αλλά σε παρακαλώ, μην το πεις σε κανέναν εντάξει;
δεν ξέρω αν υπάρχει τρόπος να χαθώ από δω μέσα, μάλλον θα υπάρχει.
τι υπάρχει;
τι υπάρχει γαμώτο μου έξω από δω που το χα χαμένο για χρόνια
μαλακίες και ενοχές και γαμήσια με νόημα, ήταν όλα όσα, εγώ η ίδια δεν συγκράτησα
από μένα, απ' τη ζωή μου, από μέσα το κλάμα να βγαίνει ατόφιο
να μην με πειράζει, να ΜΗ ΔΙΝΩ ΔΕΚΑΡΑ για το πώς φαίνομαι
για το τί βλέπεις εσύ, οι άλλοι, εγώ δεν τ' άντεχα έτσι
εγώ τη ζωή μου στα σκυλιά έδωσα, για μια καταραμένη ενοχή!
τόσο ηλίθια, που κάποιος μου την έραψε στους ώμους, για να κοιτάζω πάντα πίσω
και να λέω ρε μαλάκες, έτσι όπως είμαι, τώρα, πηγαίντε με στο διάολο να ησυχάσουμε όλοι...

Παρασκευή, 8 Ιουνίου 2012

L'Etranger


L'Etranger

I was born today

There were strangers there

Cut me off

and left me in a chloroformed cell

I yelled and i yelled

But nobody cared

First day of school

I lost my front teeth

Boys beat me up cause

I wasn't one of them

I fought til i bled

and everyone was scared

Yeah everyone was scared

It isn't my fault

That i'm strange

I wasn't good at kickball

I wasn't good at girls

I used to make a habit of peeing in my pants

Cause i was scared and i could'nt dance

and nobody cared but i learned

Today i'm glad to say

I'm just like to rest

Anonyme is best

Anonyme is best

and life grows stranger every day

Has anybody dared to be more than dead

It isn't my faul

That i'm strange

Mother died today

Or maybe yesterday

I don't know i don't know i don't know

Got to ask my boss to let me go

At the funeral they expected me to cry

Well i did'nt

I don't know

I don't know

Everybody's staring at me now

What's gone to their heads

It isn't my fault

That i'm strange

I'm strange i'm strange i'm strange

I'm the stranger

Τετάρτη, 6 Ιουνίου 2012

Κρυστάλλινα Πλοία

διαδρομές

κοίτα μαμά
πώς φεύγουν τ' ανεμόπλοια
φεύγουν και μ αφήνουν μόνη πίσω
πάντα μόνη
με τις ιστορίες μου
που δεν ενδιαφέρουν κανέναν
με τα λάθη μου
που δεν ενδιαφέρουν κανέναν
με τον κανέναν μου
έναν άντρα ψηλό που ξέρει να γελά δυνατά
και να μ αγκαλιάζει όπως του έδειξαν τα όνειρα
με μια γεύση στο στόμα που τη νιώθω χωρίς να του γλείφω τη γλώσσα
που ποτέ δεν μπόρεσα να περιγράψω

κοίτα μαμά
πώς φεύγουν οι λέξεις
είναι όλες τους όμορφες, πιο όμορφες από μένα
φτιάχτηκαν για να με θυμώνουν
να γελούν μαζί μου
κάτι ηλίθιες νότες παίζουν στο κεφάλι μου
κάθε μέρα την ίδια μελωδία
μια μελωδία που δεν γράφτηκε ποτέ
με σιχαμένες συγχοδρίες, σε κλίμακες αηδιαστικές
άρυθμα παίζουν κάθε νύχτα στο κεφάλι μου
και δεν μ αφήνουν να ζήσω το ζηλευτό θάνατο
που κάθε φορά με παρατάει στην άκρη του γκρεμού
δίχως να με ρίχνει, μόνο να στέκω εκεί μ' αρέσει
μ' αρέσει που ο ορίζοντας είναι μαύρος και απέραντος
κι όταν περπατά μέσα μου, η γλώσσα μου αχρηστεύεται
και μπορώ μόνο να το νιώθω να με τρυπά απαλά.

κοίτα μαμά
πώς φεύγουν οι άνθρωποι
οι άνθρωποι με τα πελώρια χέρια και πόδια, αυτοί που σιωπηλά
προχωρούσαν μπροστά μου, και μ' άφηναν πίσω τους
αυτοί που μίσησα πιο πολύ κι απ' τον άνεμο
που μ' έσπρωχνε ηδονικά στο βάλτο
που χόρευε μαζί μου σαρκαστικά στο πιο ηλίθιο αστείο
που δεν μπόρεσα να δημιουργήσω
που πάντα πλάνταζε μέσα μου δίχως κανείς να το αγγίζει
έστω με τ' ακροδάκτυλα
που ήταν πάντα δικό μου, που παθολογικά τ' αγάπησα
που του 'δειξα στοργή, εγώ τώρα
το βλέπω μπροστά μου να τους ακολουθεί
όλους εκείνους που δεν έβγαζαν άχνα
μαμά κάνε τους να γυρίσουν, έστω μια ματιά να του ρίξουν
δεν θα χω άλλη μιλιά τώρα για τίποτα, θέλω να απομείνω έτσι
στεγνή κι απρόσωπη, χωρίς φωνή, χωρίς ελπίδα
θέλω ν' απομείνω απόκοσμη, σαν θάνατος εγώ η ίδια πια
να κλείσω τις κουρτίνες και να πω ευγενικά
σε όλους
τις τελευταίες μου λέξεις.

κοίτα μαμά
πώς φεύγουν οι μέρες
όλες αυτές οι μέρες που μου χαρίστηκαν
τόσο απλόχερα, εγώ με τα ίδια χέρια τις τελειώνω
με τα ίδια μάτια τις βλέπω τώρα όλες μπροστά μου
ελάχιστες μικρούλες μέρες φυλακές για αγρίμια
και πάλι αυτό που με τυραννάει, το βασανάκι μου
πώς μου τρυπάει το δέρμα, το σκάβει ηδονικά, να το βλέπουν
όλοι όσοι μ αγγίζουν, να με κάνει Θεό, χωρίς να το ξέρω
εγώ πώς αλλάζω, πώς αλλάζουν εκείνοι που κάποτε μου θύμισαν εμένα
μου θύμισαν εκείνο τον παράξενο θάνατο πως χάθηκαν μέσα στα ποιήματα
τόσο άδοξα, πως σκοντάφταν μέσα στις τελίτσε μου, στα κόματα,
σκοτώθηκαν χωρίς να το ξέρω, όπως όλα άλλαξαν
γιατί θα έπρεπε να φύγει κι ο κανένας μου
εκείνος δεν μπορούσε να φύγει, ήταν δεμένος με μάγια με φιλήματα
που ποτέ δεν του χάρησα, που τον έδεσα με σχοινιά και
με σκότωνα. Τώρα μόνο ν' αγαπώ, μόνο. Μόνο ν αγαπώ
το χάος, τα χαμοπούλια. τ ανεμόπλοια, τη θάλασσα μέσα μου
τις φουρτούνες γύρω μου, τους λύκους και αυτούς που μ' έκαναν να κλάψω.
να πονέσω. μακάρι να μην είχα λαλιά. Να μην μπορούσα να μιλήσω για τίποτα.
όλα μοιάζουν φτηνά όταν τα λες. όλα μοιάζουν φτηνά μα δεν είναι.

κοίτα μαμά
πώς φεύγουν τ' ανεμόπλοια
πώς φεύγει η ψυχή μου μέσα απ' αυτό το βούρκο.
πώς φτάνει στη θάλασσα πώς ξεφεύγει απ' τα δάση.
διαδρομές που δεν έγιναν, σε μέρη άβατα, εκεί που δεν μπόρεσα να ορίσω
τον τόπο ακριβώς, το χρόνο να υποθέσω, ξεφεύγει απ' τα δάση, φτάνει στην άγνωστη γη
εκεί που πρωτουπήρξα, κάτι από μένα που δεν υπάρχει πια.
εγώ είμαι εκεί. εγώ φεύγω. για πρώτη φορά και για πάντα, φεύγω πρώτη εγώ.