Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2011

κάτι (2)

σαν να μην το νιωσες ποτέ
ή έστω λίγο
ψηλαφιστά με τ' ακροδάκτυλα
ένα κείμενο που σ' εξαναγκάζει να το γράψεις
ενα παιδι που σου ζητά σπαρταριστά να το γεννήσεις
ή μια ζωή που σου φωνάζει "μη με χαραμίσεις..."
ίσως και τίποτα απ' όλα
ίσως απλά ένα άγγιγμα
σχεδόν διάφανο
τυφλό ξημέρωμα στη βεράντα
μ' ένα τσιγάρο που σου ζητά να το καπνίσεις
κάτι που σ' αφήνει ν' αγγίξεις με τα χέρια το σώμα
ή μια ευχή που σου φωνάζει "ακύρωσέ με, δεν πρόκειται να συμβώ"
η φωνή που σου λέει ψιθυριστά τα βράδια "μην ελπίζεις πια"
κάποιος που ήταν εδώ για πάντα
κάποιος που έφυγε

η αναμονή της λύτρωσης μου πήρε τη φωνή
δεκαεφτά χρόνια τώρα παλεύοντας με αιώνες
το φως δεν ανασταίνεται με φως
δεν έχω αιτία δεν έχω αιτία
ο αετός πλημμύρισε το αυριο με φτερά τσαλακωμένα
κάτι μου κρύβει το φως, κάτι μου κρύβ -
την ψυχή μου παίρνει και μου την γυρίζει κομμάτια
στο διάολο

κάτι
κάτι στεγνό
κάτι υγρό
κάτι αφύσικο
κάτι αλλιώτικο
κάτι απαίσιο
κάτι σκληρό
κάτι απλό
κάτι χαζό
κάτι στραβό
κάτι απέραντο
κάτι μονάχο
σκηθρωπό, μετανιωμένο, φοβερό, ασύμβατο, αγέρωχο,
θλιμμένο, μαγεμένο, πρόστυχο, εκρηκτικό, χιλιόβρεχτο, μάταιο -
κάτι κάτι ω κάτι καταραμένο!
που δε μ αφήνει να ζήσω
που δεν μ' αφήνει να πεθάνω
πριν το ζήσω.

κάτι




Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2011

πέρασμα

Τόσους αιώνες περπατάμε
Στα ίδια υπολείμματα καπνού
Ανεμόσκαλες από φαρμάκι
Κοχλάζουν τα πετρώματα
Δεν πληρώσαμε εισητήριο
Θα εξατμιστούμε
Θα εξατμιστούμε, βιάσου

Τόσους αιώνες περπατάμε
Πάνω απ’ το χάος
Μέσα απ’ τις λέξεις
Κάτω απ’ το χώμα
Στις ίδιες μυρωδιές δηλητηρίων
Μέσα απ’ αρρώστιες
Πάνω από ουρλιαχτά ουρανών

Τόσους αιώνες περπατάμε
Για να φτάσουμε εδώ
«σειρήνα απελπισίας που μπλοκαρίστηκε στο χάος»
Μου λες «αγγίζω το Θεό αγγίζω το Θεό αγγίζω το Θεό»
Σου λέω «δεν έχω φωνή να σε πιστέψω»
Μου λες «μόνο η σιωπή χρειάζεται για να ακούσεις»

Κυριακή, 28 Αυγούστου 2011

χειμώνας

Ήταν οι σκέψεις, το ξενύχτι, τα βλέφαρα που σβήσαν, δεν ξέρω τι στ' αλήθεια, γυρνούσαμε στα συρματοπλέγματα, "άγγιξέ τα" του λέω, δεν ήθελε, περπατήσαμε χωρίς να πιούμε ή να πούμε κατι, κοίταζε κάτω, καμιά φορά μου λέει "δεν είναι η τρέλα τρόπος ζωής, έτσι δεν είναι;" δεν ξαφνιάστηκα, ήξερα τι ήθελε, επιλογές, επιλογές επιλογές, γδύθηκα, "αν είσαι τρελός, άγγιξε τα στήθια μου", δεν ξαφνιάστηκε "είναι όμορφα, δεν θέλω να τα πειράξω, θα τα χαλάσω" είπε με νόημα "είσαι όμορφος" είπα με νόημα, φόρεσα πάλι το ρούχο, περπατήσαμε, επιλογές επιλογές επιλογές, κοίταζα κάτω, επανέλαβα "αγγιξέ τα" και τότε τα σύρματα έμοιαζαν με στάχτη από πύρινο θεριό του θέρους "δεν έχει πια καλοκαίρι, θα κρυώσουμε, δεν έχει πια κουνούπια, άφησαν τα μολύβια τους, δεν γράφουν πια οι ποιητές."

"Δεν είναι αλήθεια" με κοίταξε τον κοίταξα, με άγγιξε τον άγγιξα, γδύθηκε "δεν σ' αγαπώ" είπε "ούτε 'γω" χαμογέλασα, χαμογέλασε, δεν ορκίστηκα τίποτα, δεν ορκίστηκε τίποτα, τον φίλησα στο στόμα. Πετάχτηκα μες τον ύπνο μου, το αριστερό μου αυτί είχε ματώσει λίγο, ήταν παράξενο όνειρο. Τα όνειρα και τα κείμενα θα μας σώσουν, ψέλλισα, όσο ακόμα υπάρχουν, όσο ακόμα κρυώνω...

Του γράφοντος

Τοις μετρητοίς
τα πήρε τα λάθη
όταν η πόρτα
έκλεισε με θόρυβο πίσω του
γελοτοποιοί θανάσιμοι χτυπάνε το σύρτη
κι ώσπου να συρθεί μέχρι εκεί
όλα θα χουν φύγει.

Εκεί που τελειώνουν οι λέξεις αρχίζει η ζωή.
Ή το ανάποδο.

Σάββατο, 27 Αυγούστου 2011

Χρονικό

Έγειρε

Έκλαψε

Μέθυσε

Σκότωσε

Λύγισε

Γέλασε

Γεύτηκε

Ζάλισε

Τρέλανε

Φόβισε

Γέλασε

Έφτυσε

Έφυγε

Τρέλανε

Φώναξε

Ούρλιαξε

Γύρισε

Μέθυσε

Λύγισε

Κόλλησε

Άνοιξε

Έμαθε

Έγραψε

Έγραψε

Έγραψε

Μέθυσε

Ούρλιαξε

Έκλαψε

Σώπασε

Έπεσε

Έπεσε

Έμαθε

Έγραψε

Γεύτηκε

Έφτυσε

Πρόδωσε

Πρόδωσε

Φώναξε

Πέταξε

Χάθηκε

Γύρισε

Κάθισε

Έγραψε

Έγραψε

Έγραψε

Σώπασε

Έμαθε

Έμαθε

Φίλησε

Γεύτηκε

Φώναξε

Έχυσε

Έμαθε

Γέννησε

Έμαθε

Πρόδωσε

Έμαθε

Τρέλανε

Άφησε

Έμαθε

Έφυγε

Έφυγε

Έγραψε

Έβηξε

Λύγισε

Ούρλιαξε

Σώπασε

Έφτυσε

Έραψε

Έσκισε

Έσκισε

Χάραξε

Μάτωσε

Τσίριξε

Ούρλιαξε

Έζησε

Έζησε

Έζησε

Έζησε

Έζησε

Έζησε

Φώναξε

Φώναξε

Έγραψε

Έπαιξε

Έχασε

Έσβησε

Τρίτη, 23 Αυγούστου 2011

Active Member - Καμπάνα (ποίηση Κώστα Βάρναλη)



Μες το δροσάνεμο
που αναγαλλιάζω
κι ο νους βυθίζεται
σε χάος γαλάζιο
Ανθρώποι αφήστε με
να ξεχαστώ
φωτοπερίχυτη,
στόμα κλειστό.

Ποιο χέρι απλώθηκε
να με σπαράξει;
απ’ το χρυσόνειρο
στη μαύρη πράξη!
Ο πρώτος ήχος μου
πρώτη πληγή.
Με τραβάς, αίμα μου
ξανά στη Γη.

Ω! σεις χαμόσυρτα
λέρα σκουλήκια,
η άλαμπη ζήση σας
ζήση ναι δίκια!
Μια τρύπα ο κόσμος σας
και μέσα κει
ο Χάρος λύτρωση
κι ώρα γλυκή.

Δεν είναι κέντρισμα
να σας κουνήσει,
κορμιά, που η άλυσσο
τα ’χει τσακίσει!
Σκέψη, ποιος άνεμος
θέ ν’ αξιωθεί
να σ’ ανατάραζε,
σκότος βαθή;


Πίσου απ’ τα λόγια μου
πικρά φαρμάκι,
τι κόσμοι απέραντοι
βυθοί λουλάκι!
Μάτι δε βρίσκεται
να θαμπωθεί
κι αφτί δε βρίσκεται
να λιγωθεί;

Να ταν να ξήλωνεν
απ’ την καρδιά μου
Θέληση αβάσταγη
τ’ άγρια καρφιά μου
και να με σήκωνες
μ’ άξιο φτερό
σκέψη που μέστωσες
με τον καιρό.

Πάνω από θάλασσες
πάνω από χώρες
με τους καλόκαιρους
και με τις μπόρες
να με κατέβαζεν αγαλινά
όπου τ’ ανθρώπινο
πλήθος πονά.

Σε μίνες φόνισσες
μπουχές καζέρνες,
λιμάνια ολόκαπνα,
βοερές ταβέρνες,
σπιτάλια σκοτεινά
και φυλακές,
μπορντέλ’ ακάθαρτα
και προσευκές.

Στα στήθια να μπαινα
σαν την ανάσα,
σφυγμός βαθύρριζος
στις φλέβες μέσα
στο νου σαν άστραμα
και στην ψυχή,
ν’ αχούσ’ αδιάκοπα
τη διδαχή:

«Όλα τελειώνουνε
κι όλα περνάνε!
Ιδέες βασίλισσες
κακογερνάνε.
Στις νέες ανάγκες σου
(κόπος βαρής!)
σκοπούς αλάθεφτους
κοίτα να βρεις.»


«Αν είν’ η σκέψη σου
πριν από σένα,
δεν είναι απόκομμα
θεού και γέννα.
Τη σκλάβα σκέψη σου, σκλάβα δετή
σου τηνε πλάσανε
οι Δυνατοί.»

«Φτωχέ, σου μάραναν
κόποι και πόνοι
τη θέληση άβουλη
πιωμένη αφιόνι!
Αν είναι ο λάκκος σου
πολύ βαθής,
χρέος με τα χέρια σου
να σηκωθείς»!

«Τ’ άσκημα χέρια σου,
των όλω αιτία,
βαστάνε μάργελη
την πολιτεία!
Βγαίνει απ’ τα χέρια σου
κάθε αγαθό
του ωραίου περίθετο
το χρυσανθό.»

Σφίξε τα χέρια σου,
για Σένα κράτει
τ’ άμοιαστον έργο σου,
την Πλάση ακράτη
κι όλο ανεβαίνοντας
προς τη Χαρά
μέσα σου θά 'νιωθες
άστρων σπορά.»

Κι όπου σε σφάζουνε
δεμένον πίσου,
να βρόνταα άξαφνα
σεισμός αβύσσου,
χίλι’ αστροπέλεκα:
«Δεν είναι μπρος!
Είναι από πίσω σου
κρυφός οχτρός»!

Σάββατο, 20 Αυγούστου 2011

ο αναπτήρας

ο θεός
κατέβηκε στη γη και μου ζήτησε ψιλά
φεύγοντας μου κλεισε το μάτι: "τώρα ξέρεις"

ο Μπουκόβσκι με τη Ζατέλη έπεσαν στη θάλασσα
τα νερά ήταν κρύα
οι σελίδες τους ζεστές

η ακοσμία
κρατάει μούτρα ακόμη στον κόσμο
το προξενιό μου δεν έπιασε

οι ειδήσεις
απαγγέλουν λόγια τρελών
το 'πε ο Βέντερς προχθές

Όσοι δε υπήρξαν ποτέ
τραγουδούν Tom Waits
και παίζουν χαρτιά

και τότε αντιλήφθηκα
πως ο θεός
ξέχασε τον αναπτήρα του

κάποιος θάνατος χωρίς ιδιαίτερο νόημα

όλα τελείωσαν ένα βράδυ που έβρεχε
έκανε κρύο στο διάδρομο
που είχε πολλές χαραμάδες
τα δωμάτια ήταν μουντά αλλά στεγνά
τα ρούχα πεταμένα
όλοι έλλειπαν
μια μυρωδιά από υδράργυρο μόνο
και πέντε μπουκάλια αποσμητικό,
δύο βότκες και μια κόκα κόλα
ζούσε μόνος

κάποιος περπάτησε πάνω σ' ένα έλατο
κάποιος έδειξε με έκπληξη έναν άντρα πάνω σ' ένα δέντρο
κάποιος γέλασε με κάποιον που έδειχνε τον ουρανό
κάποιος τρόμαξε με κάποιον που γελούσε δυνατά
κάποιος πέθανε προληπτικά βλέποντας κάποιον τρομαγμένο
κι όλα γι' αυτόν τελείωσαν ένα βράδυ που έβρεχε.

δεν είχε κάποιο ιδιαίτερο νόημα
όλοι έλλειπαν
και τα σεντόνια μύριζαν νέφτι

ο περαστικός

και μετά με ρώτησε
"εσύ τι μπορείς να κάνεις;"

απάντησα
"μπορώ να χύνω λέξεις στα πατώματα, μπορώ να φωνάζω μέχρι ν' αρπάξουν φωτιά οι φωνητικές μου χορδές, μπορώ,(κατάπια) να βλέπω τη ζωή μου σε καρέ χωρίς να χω πεθάνει, μπορώ να πεθαίνω και να ξαναρχίζω, μπορώ να προχωράω με τα χέρια και να μιλάω με τα μάτια, μπορώ κάνω έρωτα ένα 24ωρο σερί, μπορώ να γελάω ένα 24ωρο, να βαράω τα μπαούλα σαν να 'ναι καχόν, να γεμίζω τις τσέπες μου με αίμα όταν - "

"φτάνει.
εννοούσα, τι μπορείς να κάνεις για να με βοηθήσεις"

"α... δεν μπορώ να βοηθήσω κανέναν... μπορώ να σου γράψω κάτι όμως, θα 'ναι τόσο αληθινό όσο η ζωή σου, ίσως και πιο συναρπαστικό, θα είναι... βασικά αυτό τον καιρό, (κατάπια ξανά) -

άστο"

έπιασα το κεφάλι μου με το χέρι
με κοίταξε
"πες μου, αυτό τον καιρό τι;"

"μπορούμε να προχωρήσουμε λίγο πιο κάτω και θα σου πω"

και φύγαμε, και λίγο πιο κάτω έσκασε η νάρκη, εμένα με πήρε ξόφαλτσα, εκείνος δεν τη γλίτωσε.

Λυπήθηκα.

Τετάρτη, 10 Αυγούστου 2011

What can never be lost is gone, It's stolen in a way.

The Beast it cometh, cometh down
Το κήτος
κατάπιε
ότι απόμεινε απ' τη φωτιά
που με τόσο κόπο
ανάψαμε.

Άνοιξε το μεγάλο στόμα του
καταβρόχθησε
τον Άνεμο, το Βλέμμα, τη Γιορτή
τη Νιότη, τ' Αστέρια, το Θάνατο
κι έπνιξε
τη θάλασσα
όπως της άξιζε
είπε.
Ύστερα ρέφτηκε
κι αφού είχε μείνει πια μόνο
στο σύμπαν
έφυγε
απ' την πίσω πόρτα
που κανείς μας
ως τότε
δεν είχε προσέξει.

Evil things brought down by the light
Life goes on until the end.

Παρασκευή, 5 Αυγούστου 2011

αναλγητικό (2)

Να φύγω
Να μην μείνει τίποτα από μένα εδώ
Τίποτα που να θυμίζει
τη βλέννα

Δεν είναι φυλακές
οι λέξεις, ούτε τίποτα σημαντικό
αυτά που γράφω.

Απλώς μ' αρέσει
Που είμαι τώρα εδώ
Χωρίς αναλγητικά.

Δεν έχει έρθει
ακόμα η ώρα που θα εξομολογηθούμε
στα σκυλιά.

οι δαίμονες αράξαν
στο μπαλκόνι
άρα
το σύμπαν διαστέλλεται

Πάνω στο σχοινί
απλώνει ο τρελός
το σύμπαν

Μ' αρέσει
Που είμαι τώρα εδώ
Χωρίς αναλγητικά

Μ' αρέσει
που δεν έχω αιτία

Μ' αρέσει
που οι γαλαξίες τρίζουν
κι εγώ τους ακούω

Μ' αρέσει
που η κίνησή τους
είναι χαοτική

Ας μη μιλάει κανείς μας
ας ακούσουμε όλοι τ' αστέρια.

Εγώ
θέλω μόνο να δω
πού θα με βγάλει.