Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

Blessed Persistence

I changed my mind
And looked no better
Hard of hart blind blind to his higher art
My frustration
My anger in disguise i slip under
I slip under quiet
He spots me anyhow
Chalk up my name
You burn my bridges for me
To a dry and clackin stalk
I swallow stone
They do not recognize inside with them
The locust has no king
Just noise and hard language
They talk me over but i fade slower
On fever
Blessed persistence right under my skin
Blessed persistence
Blessed persistence right under my skin
You burn my bridges for me
To a dry and clackin stalk
Blessed persistence
Nothing comes to mind
Nothing comes to mind
Nothing comes to mind
Nothing comes to mind
Hey chalk up my name
Right under your skin
To a dry and clackin stalk
Nothing comes
Nothing comes to mind
Nothing comes
Nothing comes to mind
Nothing comes to mind

κύηση

όπου κοιτάζω, ατλάζι
σαν από χώμα ερημικό
αυτουργώ
Ω! απαίσια φωτιά
χαρά μου
αναμενόμενος σπασμός
εφεδρικός πατέρας
Ω! κορμί μου
λατρεμένο κι αγιάτρευτο
λαξεμένο σε παράξενες στοές
συνεπαρμένο
από θανατηφόρα Εγώ
όπου κοιτάζω, χαράζει
κρύβω το πρόσωπο
στο αιώνιο μνήμα
αγέννητων ονείρων
πνίγομαι ακόμα
ή απουσία

Ω! απρόσιτη λέξη
των απολήξεων των καρπών μου

Ω! απάνθρωπη έλξη
αντιγύρισμα απονευρωμένο
σάπιο θεριό φρικτό έντομο της ύπαρξης
άπληστο, μαύρο

Ω! και ατέρμονο!

στραγγάλισμα της πάλλευκής μου αγάπης
ηδονή και πρόσταγμα που εγγυμονώ
ή πεμπτουσία

όλα θα υπάρξουν
Ω κόσμοι ανέγγιχτοι
θα σμίξουμε στο τέλος
το τέλος
με φιλάσθενη ομορφιά
τελειώνω.

Σάββατο, 24 Μαρτίου 2012

death is the road to awe

ποιοι
ηταν αυτοί
οι άνθρωποι
που πέρασαν
έτσι απόκοσμα
και πώς μετριέται
η περπατησιά τους
ποιες λέξεις ψέλισαν
έτσι ανόθευτα
έτσι ψυχρά
ποιούς ακουμπήσαν
δαίμονες
από ποια αλάθευτη
ενοχή γεννήθηκαν
από ποια δολοφονημένη
νιότη ανατράφηκαν
ποια θύμιση
λησμόνησαν
πώς χάθηκαν
αυτοί οι άνθρωποι;

ποιες αγκαλιάσαν
εμμονές
ποιά αιώνια απάτη
θήλασαν
και πόσος χρόνος
έμεινε τάχα
για να ζητήσουν;

αιώνιοι λαξευτές ονείρων
με ανατομία απροσδιόριστη
άγνωστοι κοσμοαταίριαχτοι
απωστικοί λυγμοί
της απουσίας φιλοφρονήματα
σκόρπια στο σύμπαν στάχτη
συνωμοσία διαστρική
και κοσμική απουσία.


ποιοί
ήταν
αυτοί οι άνθρωποι;
που ζήλεψαν θανάτους
κι άφησαν στίγματα καπνού
ποια ερημιά τους ξύπνησε
πώς βρήκαν σάβανο να δέσουν
το θεριό
πού βρήκαν μνήμα
να αλανίσει το παράλογο δέρμα
της απόληξης του νου
ποια ασίγαστη ευλογία
έγειρε πάνω τους
βαριά να δέσει
τα κορμιά τους
ποιά δύναμη αλλόκοτη
τους σπάραξε απροστάτευτους
ποια δίνη τους παρέσυρε
στην μαύρη ακολασία;

αλαλαγμοί χιλιετιών
υψώνονται οι θρήνοι
τώρα ησυχάζουν στα πετρώματα
στα νέφη και στα τείχη
τώρα υψώνονται χάλκινοι
μ απρόσιτα κορμιά
φλεγόμενα δοκάρια
πνιγμένοι επωαστές θανάτων
χαθήκαν ωραίοι
μες τις εκλάμψεις τους
ανέγγιχτοι στο χάος
με μάτια ξένα, ανάστροφα
τον άνεμο νιώσαν βαθιά στα σπλάχνα
μια γεύση αιωνιότητας.

Σάββατο, 3 Μαρτίου 2012

το αστείο

οι μέρες μου με τρώνε
κι ας είναι δικές μου
είναι αυτή η ηλιθιότητα της φύσης μας
το λάθος, η αμοιβή
το απροσδόκητο αγκάθι
ο προσδοκώμενος θάνατος
που πάντα θα επιστρέφει γυμνός απ' το πάρτυ
κι όλα θα φαίνονται φυσιολογικά
στην αίθουσα αναμονής
δέχομαι, δέχομαι, δέχομαι
οι άντρες με γαμάνε
τ' αστέρια με ζαλίζουνε
η πολλαπλότητα μ' ευνουχίζει
το Εγώ μου σαπίζει
μέσα σε ξεράσματα εφημερίδων
τυλιγμένη με ζωές άλλων
ανθρώπων που δεν έζησαν ή δεν γιατρεύτηκαν
να τυλίγω το νήμα της τύχης γύρω απ' το λαιμό σου
το Εγώ μου μουδιάζει
φτύνει κι απαρνείται τα πάντα
με τρυπάει, με χύνει στο χώμα
σα νερό βρώμικο, σαν αποτυχημένη μελωδία
να σε στολίζω με κατάρες που φωσφορίζουν
λαμπιόνια του Ελέους
στιγμές του Ερέβους
κάποιος με γδύνει αργά
κάποιος με τρώει και ρεύεται ευτυχής
το γύψινο σύμπαν / το παράλληλο, μ' εξουθενώνει
με κάνει μισή
εγώ δέχομαι, ο κόσμος με κλωτσάει
το σπέρμα ανατινάζεται βουβό
μετανιωμένο, που δεν γύρισε πίσω
στη μεταστροφή του χειμώνα
τα σύμπαντα όλα, χορεύουν για μένα
χάρτης πού 'στεψε ανάποδα
πρόσωπο που ξεθύμανε
όπλα που έλιωσαν κάτω απ' το μαξιλάρι μου
σε άπειρα στρέμματα αστείρευτου πάθους
και καμιά μεταμέλεια,
γρατζουνάω τα όρια με μανία / με κόλαση
διορίζω τους αγγέλους μου
απλήρωτους τους έχω, κάνουν ανταρσία
τού στριψε / τού στριψε, τώρα χαροπαλεύει
μια αράδα νόμιμης υποταγής
μια μπουγάδα συναισθημάτων
απλώνω την ψυχή μου - φύλλο για την τυρόπιτα
λέξεις για ν' ακουστούν
εκρήγνυνται
ένα βήμα πιο κοντά στην αλήθεια σου
με φέρνει εκατομύριες ζωές μακριά απ' όλα
(όσο γράφω στερεύω)
ο σκόρος της διάνοιας θα δείξει το τίμημα
δεν ήξερε την ενοχή της καρδιάς μου
-είναι ενοχή η ύπαρξη;-
θα αποκαλύψει το τίμημα
για όλη τη βλέννα που μάζεψε το αιδοίο μου
για όλα τα χάδια που με ξεπέρασαν
που δεν ήταν για μένα
αλλά για την παράνοια της φύσης μου
την ντροπή / η ντροπή
δεν φτάνει
τίποτα δεν φτάνει
ανατριχιάζω
βλέπω τη βρομιά
"είσαι μια χούφτα λάσπης που πάλλεται μέσα στο βούρκο των αναμνήσεων"
από την άλλη ζωή που δεν έζησες
από μιαν άλλη ζωή
κάποτε κάποιος είπε ότι όλα είναι μια μεγάλη απάτη
πως το σπέρμα το εμπόδισε μια κραυγή ανεπιτήδευτη
ένα γέλιο τρανταχτό, σπάσαν οι δεσμοί, χύθηκε αίμα
το ωάριο διαλύθηκε σε χίλιες άμαξες αγγέλων που σκόρπισαν στον ορίζοντα
και μύριζαν θάνατο
η διαστροφή που με διέπει
τα σύρματα που με τρυπάνε
όλα, όλα καταλήγουν
σε μια αχαλίνωτη ανάγκη για επιβίωση
τώρα νεογέννητοι φρύνοι θρηνούν ανήκουστες μελωδίες
απόκοσμη ακοσμία, στο έλεος της γης
μόνο της γης και της σιωπής
που θα ρθει καθαρτήρια να επουλώσει τα ανεπανόρθωτα
που θα ρθει, να φέρει θεούς ανάστροφους
με κεφάλια από λάσπη
τα μάτια της δράκαινας ησυχάζουν
κι ήταν όλα μια πεθαμένη φωτογραφία
το Εγώ που κατέστρεψε το φιλμ
το Εγώ που χάθηκε σε μια ανελέητη κοσμοσυρροή
το Εγώ που συρρικνώθηκε για να χωρέσει
το Εγώ που ασφυκτιούσε, το Εγώ που δεν χώρεσε
το Εγώ καθρεφτίζεται σε κάτι ανεξήγητα λευκό
οι άνθρωποι γρυλίζουν μέσα μου
το κατακάθι τους πέφτει ατόφιο
λιώνει και σκληραίνει τον πυρήνα
τα στήθια μου είναι γεμάτα γάλα
τα στήθια μου είναι γεμάτα ζωή και ηδονή
η ομορφιά, δεν έρχεται
(όσο γράφω στερεύω)
η ομορφιά σε κόβει στα δυο
της λείπει η ασχήμια, της λείπουν ρυτίδες
διχασμένη ομορφιά, ανάκατη με δώρα θανάτου
με δώρα παστρικά, με δώρα πένθιμα
κι όλα μαζί στοιβαγμένα
σ' ένα ποτ πουρί αηδιαστικό
μα τόσο δικό σου που σε κάνει να κλαις.


κάποιος είπε ότι όλα είναι μια μεγάλη απάτη
κάποιος κατάλαβε και αποχώρησε νωρίς


όσο γράφω στερεύω
ή απλώς αστειεύομαι.