Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2011

λεπτομέρεια

αυτός
που ζήλεψε κατάρα
και το θάνατο ένιωθε
οι μέρες
τον τρυπούσαν
σαν βροχή
και βάλσαμο μαζί

ο περαστικός (2)

κύριε
οι δρόμοι σας, επιλέγουν τη φυγή
γιατί, προχορείτε σκυφτός, κι αφήνετε τον άνεμο
να σχίζει τα μανίκια σας
και πάλεστε ανελέητα
στις άδειες τούτες εποχές;

κύριε
η μέρα αφήνει δροσιά στα παπούτσια
μα το κρύο καρφώνει τα κόκκαλα
μπαίνει στο αίμα και φυτρώνουν ελπίδες
γιατί να ταλαιπωρείστε
άδικα μέσα στην άγρια νύχτα;

κύριε
σηκώστε ψηλά το βλέμμα
κοιτάξτε με στα μάτια,
είμαι νέα, είμαι όμορφη μ' αγαπούν όλοι
μα θέλω να πεθάνω
γιατί δεν υπάρχει τίποτα πέρα από σας και
το περπάτημά σας
για μένα, με κάνει ευτυχισμένη.

ω κύριε
με κάνετε τόσο ευτυχισμένη
και ασύλληπτα υπέροχη, μοναδική
κοιτάξτε με καλά, μην κρύβεστε μην ντρέπεστε
μην με φοβάστε -εγώ θα έπρεπε να φοβάμαι-
όμως δείτε με, δείτε με τώρα
με διδάξατε κάτι σπουδαίο κύριε
καλό σας ξημέρωμα.

καληνύχτα στο φάρο

τι αρ
μωνικά
που α
πλώνε
ται το
χάος
μπρο
στά μου


δυο κύμα
τα αφρί
σαν κι
έσβη
σε τ'
αμόνι


συλλα
βιστές ζωές
με ή
χους και
κατά
ρτια


κάνα
με έρω
τα και
σύμβα
ση το
τέρμα

καμι
α απερ
αντοσύνη
δεν δρό
σισε τα
φυλλο
κάρδια

Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2011

οι ξεχαρβαλωμένοι πιανίστες
ή τα απομνημάρια


Ξάφνου,
βρέθηκα να πετάω στιγμές απ' το μπαλκόνι
κι άρπαξα τη φύση απ' το μαλλί
της είπα να συμμορφωθεί
και να μη φτιάχνει άλλα δέντρα
"πήξαμε στα δέντρα καλή μου
αλλη δουλειά δεν έχεις;"

μετά από χρόνια, στα δεκαεφτά μου
είδα ένα φόβο, ζαλισμένο, καταπράσινο
και δεν άφησα τα μάτια μου να λησμονήσουν
όλης της γης τα δέντρα
με αυτά τα χάη απάνω τους
σαν ίσκιους, χωρίς φύλλα.

εκατομμύρια μέρες χωρίς να αγγίξω λέξη
χωρίς να αρθρώσω χάδι, ή ανάθεμα
βρήκα τους ξεχαρβαλωμένους πιανίστες
με τα δάκτυλα μπηγμένα στις νότες
να τις παρακαλούν να μείνουν, να γραφούν
σε κάποια μονοπάτια της Ιστορίας
ή έστω σε μια παρτιτούρα σκόνισμένη

στο γέρμα της αυτοκτονίας
πέρασα μες τις λάσπες των ανθρώπων
ερωτευμένη με τα πρώτα μου φωτόνια
τα τρυφερά αδέσποτα φιλήματα
μαστουρωμένα με πικρό αλεύρι, μοσχοάλευρο
και μουσικές αλλόκοτες με χρόνια ραμμένα
πάνω τους, εφηβικά και πένθιμα

[...]

Δεν ξέρω πώς την πέρασα την εφηβεία

κι αν όσα κέρδισα είχαν καμια αξία
ή όσα έχασα ουρλιάζανε για μένα μισοσκότεινα
κι εγώ τ' απόδιωχνα χωρίς να ξέρω

μα βγήκα ζωντανή και υπερήφανη
χρόνια τώρα καρφιτσωμένα,
αφόρετα και αφόρητα,
και λαχταρώντας με ορμή τα ανεμόπιαστα
ασήκωτα μυροβαμμένα βράδια

μια μέρα σουρρεαλιστικά θα πετάξω απ' το μπαλκόνι
κοκκινοφόρετες μοναξιές τώρα
οι στιγμές θα βγαίνουν απ' το χώμα
θα χουν φυτρώσει γκρίζα νεύρα και λουριά
και ρίζες πορφυρές πάνω απ' τις στάχτες.

ανεστραμμένα περίστροφα

κάπου στον ώμο
πίσω απ τα αφτιά
σοβάρεψες, μοίρα
του Κερατά



μέσα στο χέρι
ή στο μυαλό
κανείς δεν ξέρει
το που θα βγω



όμως το δάσος
είναι βαθύ
και τα κορμιά μας
αειθαλή

Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2011

της γης παράγγελμα

το έλεος, θα δίνεις με φειδώ στον ορυμαγδό της Κυριακής
μα τα χαράματα, θ' αλλάζεις προσκεφάλι.

Δεν ξεχωρίζει ο Διάολος
τι να το κάνεις.

της γης παράγγελμα και λόξα
να πρασινίζει πάντοτε το τέλος καθώς φτάνει.

κάποτε φεύγουν οι λύκοι, και δεν μπορείς να κοιμηθείς ξανά
δύσκολα μέρη να περνάς, να ουρλιάζουν οι τσιγγάνοι








είναι στιφό, και δύσβατο σαράκι
να ξεμακραίνεις λαθεμένη ώρα

Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2011

κέντημα

Των τρελών τ’ αστεία
Είναι τα πιο σοβαρά ζητήματα

Κι όσα δεν έχουν αιτία
ενέχουν ότι πιο όμορφο ζήσαμε


Θα ξεθάψω αλήθεια απ' την ψυχή, χιλιάδες φορές
και πολλές ιστορίες στα πόδια με σπάγκους θα δέσω
μήπως και στραφούν στο φως τα αγκάθια

το πεπρωμένο προς το παρόν στέκει πετρωμένο
κι ένας άντρας έβηχε όλη νύχτα
δεν ήθελε είπε, να τον αγαπούν

«Σ’ αγαπώ» Σάχλες
«Δεν θα ‘βρισκα παρηγοριά πουθενά, ούτε στο πιο αδέξιο όνειρό μου
Χίλιες ζωές να ‘χα παραπάνω δε θα ‘μουν ποτέ τόσο αχάριστη!»

έβλεπα τον Τρελό
μες τον τηλεφωνικό θάλαμο, είχε γδυθεί και έκλανε
γελούσε, πάλι, κι εγώ δεν έβρισκα στο Χάρτη
που στο κέρατο μπορούσα να βρίσκομαι

είμαι εκείνος!
εκείνος που τα παπούτσια του έφεραν μουσικές στο δρόμο
κι ένιωθε το δρόμο κενό, κι ένιωθε τα πόδια γυμνα

Συγνώμη..
που νόμιζα πως το Νόημα είναι ένα ρούχο κεντητό
που σκύβεις με φροντίδα απάνω, το παρατάς, το ξαναρχίζεις, το χάνεις στο σπίτι, το βρίσκεις στο πάρκο, το πλένεις, το μπαλώνεις, το πονάς ή το σκίζεις.

Συγγνώμη που δεν πίστεψα
ποτέ στ' αλήθεια σε τίποτα
και δεν λύτρωσα κανέναν.

Συγγνώμη για την κατάντια των λέξεών μου
Η παράσταση αναβάλλεται για απόψε.
Η ζωή αναβάλλεται

Το μικρό παιδί που δεν ανάσαινε, το κράταγε ο πατέρας του μες το νερό για δύο ολόκληρα λεπτά, το ‘κανε και στην μπανιέρα καμιά φορά, ωστόσο αυτό δεν πέθανε ποτέ μια μέρα έλιωσε η ψυχή του σαν σαπούνι «Σ’ αγαπώ πατέρα। Τώρα είσαι, τώρα θα πρέπει να είσαι ευτυχής»

[...]

Άλλοι άνθρωποι αρνήθηκαν τα τρελαμένα χαμοπούλια
κι όμως δεν κάνανε χωρίς αυτά, οι σκιές τους στοιχειώναν την περπατησιά τους.
Εδώ, κεντάμε μιαν αλήθεια με προσοχή, χωρίς κανένα, μα κανένα λόγο.

Κάτι πάντα θα λείπει. και πάντα κάτι θα υπάρχει.

Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2011


Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2011

ευτυχώς

- τι κρίμα να μην έχω φτερά, είπε εκείνη
- τι κρίμα να έχεις πόδια και να μην τρέχεις, είπε εκείνος

- ευτυχώς που υπάρχουν ακόμη οι ήχοι, είπε εκείνη
- ευτυχώς που μπορούμε ακόμη να ακούμε, είπε εκείνος


- τρέχω και δεν φτάνω πουθενά, είπε εκείνη
- τρέχεις και σείεται η πλάση.

Σάββατο, 1 Οκτωβρίου 2011

το τέλος του κόσμου

ήταν η ώρα της φυγής, της άπωσης από τα πάντα
μια μόνο στιγμούλα αρκεί για να ανατιναχτούμε
μια ολόκληρη ζωή δεν φτάνει για να ζήσουμε
το πορτατίφ έκαιγε μίζερο φως
οι άνθρωποι χωμένοι σε καλύβες
το σπίτι μας έμοιαζε πιο όμορφο από ποτέ
κι εμείς στην κουβερτούλα τυλιγμένες
να περιμένουμε "το τέλος του κόσμου"

ήταν αποφασισμένο να γίνει στις δώδεκα
έτσι κι αλλιώς είπαν, δεν υπάρχει ελπίδα
από τότε που εμφανίστηκαν οι άνθρωποι πονάνε
και τότε σαν από άστραμα, τυφλή μαγεία της ύπαρξής μου
σε είδα Μητέρα καθαρά, να χάνεσαι, να χάνομαι
κι οι ψυχές μας να αποχωρίζονται για Πάντα
να εκρήγνυνται στο σύμπαν
που η Γέννηση του πήρε αιωνιότητες
κι ας κατέρρεε σ' ένα τόσο δα δευτερόλεπτο
δεν πρόλαβες να με γεννήσεις, δεν πρόλαβα -
δεν πρόλαβα να υπάρξω, πνίγηκα πριν ζήσω
"κι οι λέξεις τόσων αιώνων, κι οι λέξεις μας που πάνε μετα Μαμά;"
ήθελα να σηκωθώ να αγγίξω λίγο τα όσα έγραψα
να ψιλαφήσω τις ανάπηρές μου λέξεις
μα το τέλος έφτανε, κι εγώ σ' αγκάλιαζα για τελευταία φορά Μητέρα

οι ψυχές μας θα κυληστούνε στο χάος
και θα ξέρουμε πως τίποτα δεν μένει πίσω
μια στιγμούλα αρκεί για να ανατιναχτούμε
μια ολόκληρη ζωή δεν φτάνει για να ζήσουμε.