Δευτέρα 18 Αυγούστου 2014

μέσα απ' τις σχισμές των ματιών της διαμελισμένης μορφής μου

η διαμελισμένη εικόνα μου με κοιτάζει
με μάτια-γρίφους
μ' αυτά τα παράξενα μάτια
προσπαθεί να με ερμηνεύσει
μ' έναν τρόπο ατίθασο
επίμονα τα χαριτωμένα χεράκια της
αποκομμένα, η μύτη κάπως στραβή
το σώμα ανάστροφο.
κάτι θέλει να πει
όμως δεν μπορεί να μιλήσει ακόμα.

στέκεται μπροστά μου σα φωτογραφία
που δεν μπορώ να ορίσω
αν το κορίτσι αυτό είμαι εγώ
ή μια χυδαία στραβοχυμένη φωτοτυπία μου
το κορίτσι χαμογελάει
με δάκρυα στα μάτια, χωρίς βέβαια
να μου πει το λόγο.

μόνο εκείνη ξέρει
από πού πηγάζουν οι διαθέσεις της
πώς στο διάβολο προήρθαν οι στίχοι της
γιατί τις νύχτες αλλάζει πλευρό κάθε δυόμισι λεπτά
και γιατί δεν μπορεί να ελέγξει τα μέλη του σώματός της.

κάτι πήγε στραβά όταν τη φωτογράφισα.

μες τα λευκά πέλματά της
στους κυρτούς μηρούς
επωάζεται μια ιδέα
για το πώς μπορεί να διασταλεί το χάος.

κάτι σαν ψιφιδωτό
ανάμεσα σε λήθαργο και ηδονή
σε μαύρο φως και αποχαύνωση
κοιτάζει κάπως βλοσυρά
ή μάλλον λάγνα
ή ίσως και να βαριέται κάπως
να παίξει μαζί μου.

δεν μπορώ να προσδιορίσω
τι ακριβώς θέλει από μένα.


το αστείο είναι
πως την έχω δει χιλιάδες φορές αγουροξυπνημένη
με πρησμένα μάτια
την έχω δει να φεύγει
να βογγάει
να τρελαίνεται
να αφρίζει
να ησυχάζει
να τρώει μέχρι να σκάσει
να διαβάζει τις σιωπές των ανθρώπων
να ψάχνει τρόπους να σκοτώσει
να αυνανίζεται με την ιδέα της ολικής της
κατάρρευσης
να καίγεται
να στραβομουτσουνιάζει
να γελάει μέχρι να σπάσουν τα σαγόνια της
και να εκραγεί
να μιλάει.. τόσο πολύ και τόσο δυνατά
και ύστερα να κουράζεται
και να πέφτει πάλι στο μαύρο πέπλο
της μαμάς μοναξιάς,
αποκαμωμένη.

σήμερα αυτή διαμελισμένη μορφή (που
στέκεται πάντα μπροστά μου
και κάπως μου μοιάζει)
μου είπε ένα μικρό μυστικό.
δεν κατάλαβα όλες τις λέξεις που αράδιασε
-ούτε μπορώ να καταλάβω τι την έπιασε-
και μου το είπε σήμερα-
μα ήταν κάτι σαν:
¨"ξέρεις...
μέσα απ' τις κόρες των ματιών
διαστέλλεται το χάος

ή / μέσα απ' τις κόγχες των αόρατων στιγμών
διαστέλλεται το χάος /
ή / μέσα απ' τις κόρες των αόμματων γιορτών /
θέλω να παίξω μαζί σου
πριν το χάραμα,
θέλω να σε γευτώ
θέλω επιτέλους να με αγγίξεις
να με βρεις,
να παγιδέψεις μέσα μου όλες τις
πένθιμες στιγμές ανυπαρξίας σου
και να με κατακτήσεις έτσι όπως είμαι
μονοκόμματη, και τόσο διαμελισμένη
γιατί θα μπορούσα να είμαι εσύ,
αν λίγο με προσέγγιζες, λιγάκι μόνο.
-
κάνε με το πιο κρυφό κι απαίσιό σου δημιούργημα
αυτό που κανέναν δεν θ' αφήσεις ποτέ να κοιτάζει
φύλαμε μέσα στα υπόγεια των παραλογισμών σου
και άσε με να βγαίνω μόνο
όταν τα χάος διαστέλλεται μέσα στα μάτια σου
όταν αιωρείσαι σ' έναν ανάλαφρο βυθό
και σε τσιμπάν μικρά ψαράκια-δολοφόνοι
όταν οι λέξεις δε σου φτάνουν
για να μ' αρνηθείς
κι οι διχασμοί σου σε πολλαπλασιάζουν ανελέητα
και χάνεις το μέτρημα των εαυτών σου
όταν στερεύουν οι απαγχονισμένες σου
ορέξεις ή λαχταράς
την αντρική φαγωμένη σάρκα
όταν ταΐζεις με φωτιά τις νότες των αλόγιστων σπασμών σου
και τις ξεπλένεις πρόχειρα χωρίς καμιά μετάνοια
όταν μανιασμένα τρως κομμάτια απ' το σύμπαν
και οι πραγματικότητες σε καταρρίπτουν,
άφηνέ με να βγαίνω εγώ,
να τα ορίζω όλα απ' την αρχή
και να χαζεύω
με τα γυμνά μου μέλη σαστισμένα και υγρά
το ηλιοβασίλεμα
σ' εκείνον τον απομακρυσμένο βράχο
της πιο ανύπαρκτης ανάμνησής σου."


κι όταν τα είπε αυτά
-ή κάπως έτσι-
ξέφυγε μέσα απ' τα χέρια μου η μορφή αυτή
τα μέλη διασκορπίστηκαν
και παραμορφωτικά με επαναρύθμισαν
ο νους μου να συγχρονιστεί με την απώλεια
το σώμα μου να πάψει ν'΄αλιχτά
και τα στιλπνά, τα διχασμένα μου μάτια
να συνηθίσουν λιγάκι πιο πολύ
τη διεστραμένη φύση των πραγμάτων
και μέσα σ' αυτήν
(πάντα με τη φυγή απ' αυτήν
και τη σφαγή της)
να καταφέρω να υπάρξω πια,
ολόκληρη.


Παρασκευή 8 Αυγούστου 2014

ο χορός της σκιάς


χορεύω στο σκοτάδι κι ύστερα στο φως.
κι οι νεκροί μου σιγά σιγά ανασταίνονται.

love me as i'm gone - θεσσαλονίκη

σαν μια ηχώ στο τούνελ των παραλογισμών μου
που την κινήγησα για λίγο
εξακόσια χιλιόμετρα μακριά απ' το υπόγειό μου
αυτές οι μέρες ήταν σαν ένα ξέσπασμα φιλάσθενων γιορτών
που μέσα μου ξεσπούσαν, άσκοπα
χωρίς να ξεκαθαρίζουν τη θέση τους στις πολικές ακροβασίες του νου μου.

   τα κινέζικα υπόγεια ήρθαν, χωρίς να το ξέρουν
μ' ένα δώρο για τη μνήμη μου
και με μια αναλγητική συμπάθια και καούρες, νύσταζαν.

   οι Γ. που ήταν πολλοί και όλοι από μια μελωδία στα χέρια
η Γ. με λέξεις δικές της
με αγκάλιασαν μ' ένα παράξενα εκκοφαντικό διχασμό
ανάμεσα στην μουσικά εκτεθιμένη κραυγή
και τον αυθορμιτισμό.

βγήκα για λίγο απ' το διάτρητο καβούκι μου
χωρίς να το έχω προσχεδιάσει και χωρίς να ντρέπομαι

οι μέρες με τύλιγαν σιωπηλά
στην αποχαυνωτική απελευθέρωση των συνειρμών

το πείραμα με έδενε με τον κόσμο
μ' ένα τρόπο κάπως ασαφή που όμως
δεν είχα την παραμικρή ανάγκη να ερμηνεύσω.

οι στιγμές, που το βλέμμα φωτογραφικά
διασπόταν σε κάποιο μικρό αντικείμενο
ένα μα(ρ)ξιλάρι, ένα πρόσωπο, ένα γιουκαλίλι.

και όλα αναιρούσαν τη σιωπή μου
και μια παράξενη παρόρμηση μ' έκανε να θέλω να
τραγουδήσω.

χωρίς τίποτα το αλώβητο ή το αποξενωμένο
χωρίς η τελειότητα να με τυραννάει
τραβώντας με υποτονικά απ' το μανίκι
μέχρι να παραδεχτώ
ότι δεν θα την αγγίξω ποτέ
κι εγώ αφέθηκα στο έλεος της ανάγκης μου
για τους ήχους προδίδοντας έτσι την τελειομανία.

ερωτεύτηκα κάθε στιγμή και κάθε πρόσωπο
που εκεί σκόρπισε μέσα μου αυτή την εκδίκηση της μαυρίλας
σαν να ξορκίζαμε συνοπτικά το ανομολόγητο σκοτάδι
ξεφαντώνοντας και αλιχτώντας τελετουργικά
και η παράνοια μεταμορφωνόταν σε μαγνητόφωνο.

   ο Β. τρελάθηκε -για λίγο- με τρόμαξε
σε μια προσπάθεια να συμφιλιωθεί με το εφήμερο
με την παροδική απουσία των ανθρώπων
με την φορτική μοναξιά και τα παραστρατημένα νοήματα
μέσα απ' τα λόγια και τις ανάποδες στροφές
του παρελθόντος

ξέρω πως η ζωή θα του αντιγυρίσει
ό,τι ο χρόνος του στέρησε ειρωνικά
γιατί του αξίζουν όλα
μια αγκαλιά για τις πεθαμένες του εκλάμψεις
μια δικαίωση για τις χυδαίες ανατροπές του έρωτα
με όπλο του τις λέξεις και την ομορφιά της ψυχής του
η ζωή του έχει χιούμορ
κι εκείνος δύναμη να της το ανταποδώσει.

(κάποτε θα ξανασυναντηθούμε, 
και θα σπάσουν τα ρολόγια
και θ' αυτοκτονήσουν οι ώρες,
αγάπα τον εαυτό σου
βρες αυτό το δύσβατο όριο ανάμεσα
στην τραγική ειρωνεία και την ειρωνική τραγικότητα
κι εγώ θα υπάρχω ξέχωρα 
και τόσο κοντά)

κάτι με αγάπησε καθώς έφευγα

ίσως εκείνος πιο πολύ και για πάντα
παρ' όλο που η σιωπηλή συμφωνία μας να χαθούμε
ήταν πικρή μα γόνιμη για το μέλλον που μας περιμένει

ίσως η Θεσσαλονίκη
που με διαμόρφωσε ξανά φορώντας μου
το σκήπτρο της ελπίδας

ίσως η ζωή
που με περιμένει στη στροφή του δρόμου
ακροβατώντας στο σταθμό με τα περίστροφα βλέμματα
όταν όλοι με είδαν να κλαίω στην αγκαλιά του
και δεν είπαν τίποτα.

ίσως εγώ
που εγκυμονώ μια παρέλαση απονευρωμένων ιδεών
και φυγόκεντρων απολαύσεων

ο έρωτας για όλα, η καύλα για ζωή.
μέσα μου περπατούν χιλιάδες κόσμοι ανάστροφοι
που θα με πλημμυρίσουν κάποτε, έστω και για μια στιγμούλα.

και πόσες ακόμη στιγμές που δεν αποτυπώθηκαν
μέσα σ' αυτές τις μέρες
πηγάζουν τώρα μέσα μου οι εικόνες τους
χωρίς στ' αλήθεια να χω την ανάγκη να τις γράψω.

ίσως αυτό είναι η ζωή τελικά.


Κυριακή 3 Αυγούστου 2014

Πρωινό Μέθης - Arthur Rimbaud

Αχ, δικό μου καλό! Αχ δική μου ομορφιά!
Φρικαλέα φαμφάρα όπου δεν παραπαίω!
Παραμυθένιο βασανιστήριο!
Ζήτω φωνάζω για την ανόσια πράξη και το κορμί το μαγικό,
για την πρώτη φορά μου!
Μέσα σε γέλια παιδιών είχε αρχίσει και μ' αυτά θα τελειώσει.
Το δηλητήριο αυτό θα μείνει σ' όλες μας τις φλέβες,
ακόμα κι όταν αλλάξει σκοπό η φαμφάρα
κι εμείς βρεθούμε στην παλιά δυσαρμονία.
Αχ, τώρα εμείς τόσο άξιοι γι' αυτά τα μαρτύρια!
με ζήλο ας περιμαζέψουμε την υπεράνθρωπη υπόσχεση
που δόθηκε στο πλασμένο κορμί και την κτιστή ψυχή μας:
εκείνη την υπόσχεση, εκείνη την παραφροσύνη!
Κομψότητα, επιστήμη, βία!
Μας υποσχέθηκαν να θάψουν στο σκοτάδι
το δέντρο του καλού και του κακού,
να εξορίσουν τους τυράννους της ευπρέπειας,
για να μπορέσει να εκφραστεί ο πιο αγνός έρωτάς μας.
Μες την αηδία είχε αρχίσει και τελειώνει
-μη μπορώντας να μας βγάλει αμέσως απ' αυτή την αιωνιότητα-
τελειώνει μέσα σε αρώματα σκόρπια.
Γέλιο παιδιών, εχεμυθεια σκλάβων, παρθένων αυστηρότητα,
φρικτές μορφές και αντικείμενα του εδώ,
σας ευλογώ για την ανάμνηση αυτής της αγρυπνίας.
Που μες τη βαρβαρότητα είχε αρχίσει,
και που τελειώνει με φωτιά και πάγο.
Μικρό νυστέρι μέθης, αγιασμένο!
Και να σκεφτεί κανείς πως θα μας χάριζες μόνο μια μάσκα.
Υποκλινόμαστε στη μέθοδο!
Δεν ξεχνάμε ότι δόξασε χθες την κάθε μας ηλικία.
Έχουμε πίστη στο δηλητήριο.
Ξέρουμε τώρα πώς να προσφέρουμε καθημερινά όλη μας τη ζωή.
Αυτός είναι ο καιρός των Δολοφόνων.

για την Γιουδήθ (3)

θα σου φτιάξω ένα κόσμο
μικρών δυσαρμονικών ονειρώξεων
με σφιχτά αγκαλιασμένες εικόνες από κομματιασμένα σύμπαντα
τα δικά σου διαμελισμένα τοπία
θα προσεγγίσω
με μια ενδοφλέβια τελετή  παράφορων διωγμών
από το γκρίζο ρουχαλάκι της κραυγής σου.

μέσα απ' τα δάκρυά σου θα τιθασεύσω
ποιήματα που ξέφευγαν απ' τις αφόρητες ώρες σου
και πλάνταζαν μέχρι τώρα σε ξένα στήθη
στη γνώριμη σιωπή σου υπακούοντας
υπνοβατικά με χέρια-στρυχνίνη
και παραμορφωμένες συλλαβές

υπάρχεις στο χείλος της γιορτής του φωτός
σ' ένα αιώνιο παιχνίδι με τις νύχτες
τυφλόμυγες διατάζοντας να σε υπερβούν
φοβίες ανώνυμες σου κλέβουν τον καιρό
και μάσκες σου αλλάζουνε, με βάρδιες.

ο σπόρος του νοσήματος, εκχύλισμα πικρό
μια γεύση από φυγή, κοιτάζεις
σχεδόν δολοφονημένη, η ζωντανή σου εκδοχή
θυμώνει, κι ένα κομμάτι της ξεκόβεται
και τρέχει αλαφιασμένο προς την έξοδο.

σαρκαστικά οι ώρες, αναμένουν
τον κόσμο αυτό, που δείλιαζες να αντικρύσεις
το παρελθόν-πυροτέχνημα εκρήγνυται
μέσα από σένα είδα τη γη να πυρπολείται
στο κατακάθι της ψυχής ξυπνάει μια υπόνοια
εκκοφαντικής διαστολής, χειροβομβίδα

θα σου φτιάξω ένα κόσμο βρυχηθμών
που πάντα υπήρχε
κι όμως η τέφρα της ζωής
καταδίκασε το βλέμμα σου στη σκιά.

Τετάρτη 23 Ιουλίου 2014

η κάθε μου κίνηση αποθηκεύεται
αμείλικτα στο χωροχρόνο
σ' ένα σύμπλεγμα σπασμών
και τραγικής ειρωνείας
η υπόστασή μου παγιδεύεται
αντιμεταθετικά
στη μνήμη του κενού.

Κυριακή 20 Ιουλίου 2014

όλα ηχούν απόκοσμα στ' αφτιά μου
η τελειότητα με διαπερνά
αφήνοντας στίγματα εκκωφαντικών σφαλμάτων
ο προγραμματισμένος εγκέφαλος σπαταλιέται
φτύνοντας χρυσάφι απ' τις κλειδώσεις των λευκών αιμοσφαιρίων
η ευφυΐα μας, παίζει μαζί μας σκόπιμα, μ' ελάχιστη δόση
ηδονικής κι ακατανόητης καταστροφικής απόλαυσης
κάτι αναιρώ απάνθρωπα,
προσπαθώντας να το διασώσω απ' τα περιτώματα
του ανθρώπινου κατασκευάσματος.

Σάββατο 19 Ιουλίου 2014

συνέντευξη

-τι επαγγέλεστε;

-εκτελώ νεκροψία στην ανυπαρξία.

εξετάζω το πέος του χάους

και μου τη σπάει η φάτσα σου.

-ποια είναι η ηλικία σας;

-η βλέννα της φωτιάς με δικάζει τις νύχτες

μετρώντας τα κιλά του αίματος που χάνω

δύο στάλες τη μέρα.

 - τι στόχο έχετε στη ζωη;

όλα κατασπαράχτηκαν

πρόωρα, χωρίς να τα διατάξω

ανατινάχτηκαν.

-πού πηγαίνετε;

- όλα σπαταλήθηκαν,

πριν την τελική συνάντηση με τον

εγκυμονούντα εαυτό

-αγαπάτε τη ζωή;

-φυσικά.

i was made of sleeping milk and some flesh

ενσαρκωμένη σε μια ανυπότακτη ανάγκη ν' ανασάνει
έστω κι απ' το στόμα
με σαλιγγάρια στα μαλλιά
και αφφυδατωμένες απολήξεις
όταν ο θάνατος βαθιά απομυθοποιήθηκε
και μάταια τον δείχναμε με το δάχτυλο, στη σκόνη
κάτι κατέληξε, και σάπισε χωρίς
αιτία ή υπεκφυγή
πάντα έλεγα πως η ζωή είναι κάτι σαν αντικατοπτρισμός
στο είδωλο του ονείρου, με μια υπόνοια ύπαρξης
μια ψευδαίσθηση ανάγκης, μια αφορμή για να πεθάνουμε,
μια παρωδία του μυαλού, ένα μεγάλο κι ανυπόφορο αστείο
αναμενόμενο και αποδυναμωμένο απ' τις κλωτσιές
είμαι δύστροπη και δεν θα το δεχτώ
αν δε το δω να τσαλακώνεται μπροστά μου, ως τη σπλίνα μου
αν δε διαχωρίζεται, κάτι απ' αυτό έστω,
που να με ορίζει,
ένα σημείο αναφοράς που να με προσδιορίζει
αμόλυντο και άσπιλο, ένα κορμί τσακισμένο απ' τους οργασμούς,
αλλεπάλληλες ηδονές για τον εκφοβισμό του απροσδιόριστου
κάνωντας έρωτα με την παραφορά του μυαλού του
με την ιδέα του φόνου
ένας φόνος, έστω!
με τρεμάμενα χέρια και σχεδόν χωρίς αναπνοή,
κοιτάζω το φρέσκο αφορισμένο πτώμα
σκότωνα την πραγματικότητα
μ' ένα απροσδιόριστα καταρακωμένο χαμόγελο,
με μια αγωνία στα στήθια μου που αναδύεται ως το νου
και τσουρουφλίζει το ασυνείδητο
και καίει αυτόματα,
αναπόδραστα, η ύπαρξη καταλύεται μπροστά στα μάτια μου,
ξεδιπλώνοντας την απαράμιλλη ηδονή της καταστροφικής επέμβασης
του ανθρώπινου εγκεφάλου
ο άνθρωπος χάνεται σ' ένα διόροφο κτίριο
διαφορικά διφορούμενος, με σπασμούς
ο άνθρωπος καταλύεται, μπροστά μου
ταϊζοντας με τη σάρκα του, το πεινασμένο ατίθασο μυαλό μου
ο άνθρωπος αποκτά την διαμελισμένη υπόσταση του ζώου
ψυχομαχόντας με την ακατανόητη αιτία της άνωσης
ταϊζει το μυαλό μου με υπονοούμενες σφαίρες αβεβαιότητας
και δυσανάλογα νοήματα, ενδοφλέβιες υπερωρίες
αμνησίας.

Παρασκευή 18 Ιουλίου 2014

Για την Γιουδήθ (2)

παραπατώντας μόνη σ' ένα κόσμο που κοχλάζει
ακροβατώντας στην οξύμωρη αναλγησία των καιρών.

τα μικρόβιά μου ανατριχιασμένα, ξεψυχούν ανίκητα
ουρλιάζοντας αλεργικές σιωπές σ' ασθενοφόρα
τα μικρόβια σπαρταρούν, νομίζω πως με βλέπουν
τρώγοντας φρίκες, ενοχές κι εγκλήματα, πτυχές
που αρρώστησαν και χάθηκαν στην άσαρκη αγάπη
αυτή που σκότωνε διαρκώς κι εκστατικά
νοήματα που σκόνταφταν στο λογισμό μας
στη σκέψη μας που υπόκοφα ψυθίριζε πως
τίποτα δεν θα ξαναϋπάρξει εκτός μας
κι όλα θα εννοηθούν και πρόστυχα θα μας διαλύσουν
ανεπαίσθητα, πριν μαθευτούν τα πάντα κι αντηχήσουν
με μαθηματική σαφήνεια προσδιορίσουν τ' άρρητα
κι ανώφελα κουρνιάσουν σ' ένα σύμπαν ξένο.

με μια έκρηξη σκληρή, θα αποδομήσουν
το ακατανόητο,
κενό τοπίο της μοναξιάς της
σκόπιμα θα ρουφίξουν τις ξεχχασμένες ανατριχίλες της
όταν στο ψύχος θ' αντιμάχεται την ευτυχία
μ' ένα πικρό χαμόγελο του νου της
σαρκάζοντας διοπτρικά τις ξένες σάρκες
που λαχτάρησε απρόσμενα, μια οσμή από τυχαιότητα
από είδωλα και παρορμητικές ανακρίβειες
εδώ θα περιστρέφεται βουβή σχεδόν αιώνια
η θύμισή της μέσα απ' τη στεγνή άσφαλτο μιας γήινης κόλασης
την επίγεια θανάτωση, αρχικά,
και πριν απομακρυνθεί αηδειασμένη από τον πανάρχαιο
τρόμο, αλιχτώντας πρόχειρα κι επαναδιατάσσοντας την παράνοια
σ' ένα διπολικό αδιέξοδο, βαμένη το χρώμα της αποστροφής
εμμονικά και βάναυσα κοιτάζει στο σταθμό,
το πλήθος, τους κυρτούς ανθρώπους,
ασύμβατες συναρτησιακές οντότητες
με χάρτινα ακροδάχτυλα,
στα σύρματα που έπλεκε τα δάχτυλά της με μανία
τώρα τους κοιτάζει, ανεξήγητα χλωμή, κι ασύμβατη
ακόμη, κι φωνές ρωτούν "ως πότε;" κι έπειτα
ξερνούν, μεσα της χύνουν τον ασβέστη
και ξέρεις, πέρα από εραστές,
μακριά απ' τα μικρά ανεστραμένα τους χέρια
μακριά απ' όλα υπάρχω,
για σένα
για την Γιουδήθ, που αλλού την λέγαν έτσι
στον κόσμο των ανύπαρκτων στιγμών
και των τσαλακωμένων ονείρων, εγώ
θα υπάρχω για σένα μέχρι το χάραμα
που αργοσβήνουν οι λέξεις, αρχίζεις να βλέπεις
πώς χάνονται οι νότες μέσα στο χρόνο
και με τα χεράκια σου γυμνά τις ξαναβρίσκεις μια μια
και τις γεύεσαι ολόκληρες, πως από πάντα
ήσουν τόσο αληθινή και τόσο αλλότρια στον κόσμο τους
και σπάραζες βαθιά ως τις ρίζες, ν' ανθίσεις
πενθώντας άσκοπα για την ανάμνηση της νιότης
και σπαρταρώντας με κραδασμούς στο ύψος του υπογείου
ακατανόητα όλα λες, αφηνιασμένα,
τα πέλματά σου προς το φως γυρνάνε, ν' ανασάνουν
να που όμως ο χρόνος διαστρεβλώθηκε τελικά
κι όλα ηχούν παράξενα κι ατόφια κοντά σου
ψυθιρίζοντας στριγγά στο αυτί σου
πως έστω και για μια στιγμούλα υπήρξες
κι ήταν για σένα αληθινό
το τσίρκο εκείνο της κρυστάλλινης σιωπής σου.

Τρίτη 17 Ιουνίου 2014

Δυικό σύμπαν

με κούρασαν οι λέξεις
οι αναστεναγμοί
οι βαριές πατημασιές
και τα φιλήδονα νιαουρίσματα
οι δυνατές κραυγές
και οι παραχωρήσεις
οι αλλότριοι εαυτοί
και τα καταπονημένα αστεία
οι φλυαρίες
για μια υπέροχη ζωή
και οι απαιτήσεις
από μια ατίθαση κόλαση
να με περιμένει
όσο χρειαστεί

κάπου σε κάποιο παράλληλο σύμπαν
υπάρχει μια Δέσποινα
που αναπνέει.

αγαπάει τη ζωή και το θάνατο μαζί
και προκαλεί εκρήξεις
πυρπολεί και πυρπολείται
κάθε μέρα
ξαναγεννιέται
και σφάζει κατακρεουργημένες μελωδίες
η Δέσποινα
που τραντάζεται και καίει.

κάπου στα έγκατα των ατελείωτων δωματίων
του μυαλού της
σαν υπόηχος ουρλιάζει η ύπαρξή μου αυτή, η ανυπόστατη.

ο χρόνος γελάει σατανικά
στα κουφώματα των σάπιων τοίχων
και όλοι γιορτάζουν πριν την τελική συνάντηση
με την αποτέφρωσή τους

μια παρανοϊκή σιγή
μου τρώει τη σάρκα υποτονικά
ανώδυνο, όταν υφίσταται
μέσα απ' το γυαλί

το σύμπαν, ύπουλα προσπαθεί
να με συμφιλιώσει με την παραίτηση
ασθμαίνοντας βουβά κι ανυποχώρητα
μπροστά μου
πνίγοντας με σκόπιμα

δεν ξεχωρίζουν οι νότες πια
απ' τις συλλαβές
μόνο οι υπόχωροι του διανυσματικού μου κενού
με σημαδεύουν τραγουδώντας
κοχλάζοντας σε μια μελωδία
-τη δικιά μου μελωδία-
σκοτεινή κι ασύμβατη
αιχμηρή και απάνθρωπη
που δεν πρόκειται ποτέ να γραφτεί.
το χάος κινείται ύπουλα
και τα βραχνιασμένα μικρόβια
του εγκεφάλου μου
το χαϊδεύουν.

Τετάρτη 28 Μαΐου 2014

Jolly Roger ft. Βδέλυγμα - 06 (Κενό)

Μην μου χτυπάτε την πόρτα

δεν σας ανοίγω
Έτσι κι αλλιώς σε λίγο 
σκόπευα να φύγω
Έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν ήξερα 
τι έπρεπε να κάνω
για ν’ ανήκω σ’ ένα σύνολο
Ποτέ δεν είχα πλάνο
Λέω να την κάνω
αφού ποτέ δεν σας κατάλαβα
ή μήπως τα κατάλαβα όλα
και σας σιχάθηκα;
Λυπάμαι που τρελάθηκα νωρίς
Μαζί μου δεν θα φύγει κανείς
Είμαι σαφής;
Είστε κανίβαλοι
Κι εγώ επίσης
Τί να τις κάνω
τόσες ώρες συζητήσεις;
αφού η λογική αναζητάει επιβολή
είμαι παράλογος
και άντε τώρα να με πείσεις
Ομολογώ πως έχει πλάκα
να σας βλέπω να χτυπιέστε
να φωνάζετε,
στην πρώτη ευκαιρία να καυχιέστε
να γκρινιάζετε
μα με κουράζετ’ ώρες-ώρες
με κουράζετε
γιατί μου μοιάζετε
Τρέχετε,
μισείτε
και ζηλεύετε
πληγώνετε,
χτυπάτε,
ανασαίνετε
κλέβετε,
αποφεύγετε,
αρπάζετε
αντέχετε
κι ανέχεστε
επιβιώνετε,
γαμιέστε
και μετά απλά πεθαίνετε
Μην μου χτυπάτε την πόρτα
δεν το αντέχω
Σήμερα αποφάσισα απ’ όλους σας ν’ απέχω
Μόνο για σήμερα, γαμώτο!
Γάμησε το
Δεν θα φύγω
Κάντε με ό,τι θέλετε, αρκεί να βλέπω ήλιο

[Βδέλυγμα]
Είμαι μια σκιά σαν όλες τις άλλες, για όλους τους άλλους
που γίνεται ορατή μέσω του ακούσιου χρωματισμού στα ρούχα της
Το πιο κοντινό σ’ επιλογή είναι να προτείνει πως θα ντυθεί
απλά για να δει της προτροπές της να γκρεμίζονται

Καταβάθος δεν ξέρω ούτε εγώ ποιος είμαι. Περιμένω να μου πείτε
Περιμένω να μου παραδώσετε τον εαυτό που οραματίζομαι

Κάθε δράση στη δικτατορία των εξελιγμένων όντων
είναι ένας λαμπρός πειραματισμός
μα και μια βόμβα συνεχώς σε ετοιμότητα
Που εκρήγνυται συχνά-πυκνά

Η φλόγα της κομίζει καταφύγιο, ζεστά κορμιά
ή με πλακώνει στο ίδιο μου το μέρος που νόμιζα σπίτι
κι οφείλω να με ξεθάψω, έπειτα να χτίσω νέο

Ο μόνος λόγος που εκλιπαρώ να μ’ αγαπήσετε
είναι γιατί θέλω πολύ να μ’ αγαπήσω
Ντρέπομαι, μα είναι αλήθεια
Δεν ξέρω πόσοι με καταλαβαίνουν
αλλά δεν είναι όλοι απαραίτητοι

Το υπεροπτικό σεντόνι στο κοιμητήριο μου
λεκιάζει επικίνδυνα, είμαι πιο τρωτός απ’ όσο νόμιζα

Βοηθήστε με να θεωρώ ότι με ξεπέρασα
Να νιώσω την πολυπόθητη δύναμη
που κατοικεί ανάμεσα στον εμπαιγμό
και τη σιγουριά της αποδοχής

Πρέπει να γίνω ορατός αξιοπρεπώς
Παρακολουθώ τη γλώσσα του σώματος
με μεθοδικό άγχος, μιλάω σαν να μην έχω τίποτα
μα όταν έχω τρέμω

Να βρω ενα καλό αστείο, μια πρωτότυπη ιδέα
ένα επιχείρημα, να με τοποθετήσω στο χάρτη
είτε να μαχαιρώσω την πλήξη στην φουσκωμένη της κοιλιά

Βλέπω τον κόσμο μέσα απο κινηματογραφικά φίλτρα
που μεταβάλλονται ανάλογα με το ρεύμα η το νεύμα
του σκηνοθέτη (ή του υπεύθυνου φωτογραφίας)

Η αβεβαιότητα τρέχει πιο γρήγορα από τη νοητική μου εξέλιξη
τροφοδοτούμενη από την ανέλπιδη εξέγερση

Αν έτρεχα γυμνός κανείς δε θα μ’ αντίκρυζε και ο καθρέπτης θα αυτοαναιρούταν
Ωστόσο αν γνώριζα τον τρόπο θα το ρίσκαρα

Σάββατο 24 Μαΐου 2014

εμετός

ένα απρόοπτο μηδενικό που δεν προβλεπόταν να είναι, όταν εγώ απουσίαζα από την απόφαση της δημιουργίας μου, απόπειρα σύγκλισης στις σκέψεις που μάχονται, εγκυμονώ μια διαταραχή που ξερνάει, η σκέψη μου τρέχει πιο βασανιστικά απ το χάρτη μου, προσπαθόντας να λύσω το γρίφο μου, να αντιταχθώ στον κανόνα μου, τι θα μπορούσε να έχει η παράνοια που να την κάνει γοητευτική, η προσπάθεια να αποτυπώσεις την τρέλα στο χαρτί απετεί μουσική, μια μέρα ξεκοιλιάστηκε το είναι μου για να συνεχιστεί η ζωή, σέρνονται μέσα μου ερπετά και καταλήγουν αετοί, τα στέλνω πίσω στη μάνα τους να προαναγείλουν τη συντριβή μου, κάτι που πάλευα μέσα μου να ξεγράψω όταν όλοι μετρούσαν αντίστορφα, ίσως η λύση ήταν τα περίστροφα, κι όταν προσπαθώ να δείχνω φυσιολογική αναιρώ με ακρίβεια το ψέμα που μουλιάζει στα σκέλια μου, η λειτουργία του εγκεφάλου μου προορίζεται σκόπιμα και βέβαια στη συντριβή, τι γοητευτικό θα μπορούσε να έχει η παράνοια, όταν κανείς δεν μπορεί να ακούσει τις σκέψεις σου, θέλησα να μου αντιταχθώ, μα υπάκουσα με ρίγος στη συνέχιση του είδους, προσπαθώ να βρω το λεπτό σημείο πέρα απ' το οποίο υποκρίνομαι στον εαυτό μου χωρίς να το νιώθω και το δευτερόλεπτο που το συνειδητοποιώ, ψάχνω το λόγο αυτής της υποκρισίας, όταν όλα φαίνονται βάναυσα, με υποτάσουν βάναυσα σε μια αλήθεια που τους συμφέρει, πώς μπορείς να το παρατραβάς υποκρινόμενος κι αυτό να σου δίνει την ελπίδα  πως όλα θα μεταμορφοθούν σε τέχνη, χα, μάλλον κάτι το τεχνιτό που εκείνη την ώρα επινόησες για να αισθανθείς πως κάπου καταλήγει όλο αυτό, που μάταια προσπαθείς να μετατρέψεις σε σκόπιμο, μάλλον κάποιον προσπαθώ να ξεγελάσω ότι κάτι φτιάχνω, ο εγωισμός μου να σας πείσω ότι εγώ ορίζω τη ζωή μου κι ότι όλα αυτά τα ασυνάρτητα θα καταλήξουν κάποια στιγμή κάπου, υποκρισία στην υποκρισία, και κάπου εκεί μέσα το εγώ μου ψυχομαχεί να ξεφύγει, η αηδία προέρχεται απ' τον εφησυχασμό, για να το λέει ο νους μου αυτή τη στιγμή κάτι θα ξέρει, εγώ απλώς υπακούω στις εντολές που μου δίνει μέσα απ' το βούρκο των συναντήσεων, οι σκέψεις μου συναντιούνται και απομακρύνονται σε λάθος λεωφόρους, ένα λεπτό πριν με αντικρύσω μου λέω πάντα αντίο και υπεκφεύγω, δειλιάζω στην ιδέα να μ ανατρέψω γι αυτο με συντηρώ με σωληνάκια καταδικάζοντάς με στην απόρριψη απ' τον ίδιο μου τον εαυτό, κανείς δεν μπορεί να με αποδεχτεί γιατί κανείς δεν με ξέρει στ' αλήθεια, σας δείχνω μόνο ένα κομμάτι του περιτυλίγματός μου που θέλω να δείτε, ή που θέλω να λέω ότι το θέλω, γιατί είπαμε υποκρίνομαι συνειδητά πλέον ότι με ξέχασα, με ξέχασα, χάθηκα κάπου στις παρομοιώσεις, εκεί που λέγαμε το στίχο, πως τον έλεγαν; εκεί που όλοι ήταν ζευγάρια και βούρκωναν στους αποχωρισμούς, εκεί που κάθε κείμενο τελείωνε δραματικά ή με κάποιο δυναμικό μήνυμα, εκεί που το κείμενο τέλειωνε προσπαθώντας να πει κάτι, όχι, εγώ δεν θα καταλήξω πουθενά σταμάτα να διαβάζεις, σταμάτα να γράφεις, κανείς δεν πρόκειται να μυηθεί στο ψέμα που φτιάχνεις, κανείς δεν πρόκειται ποτέ να ερωτευτεί την παράνοια σου, σταμάτα να αναπνέεις βούλωσέ το, απαγχώνισε την κάθε αρτηρία του εγκεφάλου σου πιέζοντας τον μανδύα των ανυπέρβλητων προσωπείων σου, κάπου εκεί ανάμεσα σπαρταρούσες και αφόρητα έσκαγες, κάπου εκεί ανάμεσα πέθανες μωρό μου, εκκολάπτεις μια βασίλισσα! μα πως μπορεί να μην το βλέπεις κάντους να σε σιχαθούν, οι εικόνες ξεπροβάλλουν τώρα καρεδάκια, η μνήμη λοξοδρομεί στη θεωρεία, ψάχνει στιγμές, στιγμές, ο προγραμματισμένος εγκέφαλος σου ψάχνει στιγμές αληθινές, το πρόγραμμα τρέχει και δεν βρίσκει τίποτα προσπερνάει, καρεδάκια, φλιασιές απ' όταν ήσουν έμβρυο, που να ξερες τότε πως στα είκοσί σου θα βουρκώνεις κοιτάζοντας τη μνήμη να θυλάζει στιγμές ανύπαρκτες, οι μέρες γίνονται χώρος, αποκτούν υπόσταση και με κλείνουν, με κλείνουν, τα χέρια μου σπάνε απ' την συμπίεση, τη συμπίεση, θα μπορούσε σε κάποιο σύμπαν η παράνοια να είναι γοητευτική και ο έρωτας ένα τεράστιο σφάλμα, ναι είναι πικρό να νιώθεις ανύπαρκτος κι ότι οι άλλοι σε προσπερνάνε, αλλά εγώ το έχω ξεπεράσει αυτό το στάδιο, δεν περιμένω τίποτα γιατί γνωρίζω τι καθάρματα είστε, κι όταν όλα τα περιμένεις, ξέροντας απ΄την αρχή το τίμημα, όταν έχεις ζήσει μέσα απ' το γυαλί, εκείνο το παραμορφοτικό και όλα από πίσω ζουν, κι εσύ τα παρατηρείς, τότε φαίνονται όλα τόσο καταραμένα προβλέψιμα, και προγραμματισμένα, τότε σιχαίνεσαι να δράσεις γιατί γνωρίζεις την κατάληξη, τότε η ασχήμια γίνεται μάνα σου, και ξέρεις πως δεν θα έχεις να πεις καμία ιστορία σαν πεθάνεις, πως οι ζωές ήταν των άλλων, οι αγάπες, οι κραυγές, οι στιγμές το χάραμα και τα ψυχολογικά, όλα ανήκαν στους άλλους, στη μάνα ζωή, και ύστερα χλωμιάζω, είμαι χλωμός, γίνομαι κάτι παράταιρο, ξένο, οι λέξεις μ εγκαταλείπουν, τα πρόσωπα σβήνουν, κι όμως εκείνη την αφόρητη στιγμή καμιά ποίηση δεν χωράει στους τοίχους που με κλείναν, και θέλω να το φωνάξω αυτό, να το φωνάξω μ' όλη την ένταση της λαλιάς μου, μ' όση ένταση μου χει απομείνει ΚΑΜΙΑ ΠΟΙΗΣΗ ΔΕΝ ΧΩΡΑΕΙ ΕΔΩ, όταν το τοπίο χαράζει, το μυαλό χαραμίζεται και τσουρουφλίζεται και τίποτα δεν είναι πια γοητευτικό, και όλα καταλήγουν σάπια να με σαμποτάρουν, το γυαλί δεν θριμματίζεται οι εικόνες χάνονται όλο και περισσότερο γίνονται θωλές, πιο θωλές και ίσα που αχνοφαίνονται, και δεν θέλω να με λυπάστε, ξέρω πως εγώ σας λυπάμαι πρώτος, κι ύστερα πάλι γίνομαι κάποιος άλλος, γιατί δεν θέλω να σταματήσω να γράφω σε κάποιο σημείο που θα έχει κορυφωθεί κάποιο νόημα, όχι, μάχομαι με το υποσυνείδητό μου, κουράζω το μυαλό μου τώρα, μόνο και μόνο για να σας αποδείξω ότι δεν με νικήσατε, όχι, υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι δεν θα μιλήσω ποτέ για εκείνο το βράδυ που όλα κατασπαράχτηκαν μέσα μου, όχι, δεν θα μάθετε ποτέ, για εκείνο το απαίσιο, το θλιβερό το σιχαμένο βράδυ, δεν θα σας χαρίσω ποτέ τις παράξενες νότες μου, σκιαγραφούν μια μελωδία που μόνο εγώ έχω μες το κεφάλι μου και δεν θα τη χαρίσω σε κανέναν σας, και καμία ποίηση δεν χωράει εδώ, θέλω να το ουρλιάξω ώσπου να σπάσει ο λαιμός μου και να πέσει το σώμα μου κούφιο στο έδαφος, όχι δεν θα το τελειώσω, τελειώσαν τα ψέματα και οι ωραιοποιήσεις, και τα ίδια και τα ίδια που κάθε μέρα με κάνατε να πιστεύω ότι μου έφταιγαν, όχι, αφού κανείς δεν νοιάζεται στ' αλήθεια, και για ποια αλήθεια μιλάω, όσα έχω γράψει είναι ψέματα και αναζήτηση προσοχής, τίποτα που να θυμίζει εμένα, θα πεθάνω και δεν θα με καταλάβαιτε ποτέ, το έχω αποδεχτεί και καλά θα κάνετε, δεν με αφορά, αφού όλοι αναμασάτε τα ίδια και τα ίδια σαν να γράφετε έκθεση, προσπαθείτε να κολλήσετε τα κλισέ σας παντού, σας σιχάθηκε η ψυχή μου, εκκολάπτετε την αβασιμότητα, και το μεγαλείο σας φτάνει μέχρι εκεί που μπορείτε να φτύσετε, η παράσταση τελειώνει κι όλοι φεύγουν ευτυχισμένοι, σας κάνουν να πιστεύετε ότι φύγατε ένα τόνο σοφότεροι και αύριο όλα συνεχίζονται ομαλά και μια μέρα πεθαίνετε ομαλά, και γι αυτό σας λυπάμαι, και με λυπάμαι που δεν μπορώ να ανασάνω εδώ ασφυκτυώ.

ΥΓ
το είναι μου τρώει φλασιές δεν μπορώ να σταματήσω, τρέμω
κι η σκέψη μου κάνει χιλιόμετρα
πριν περπατούσα και έχανα σκέψεις, είναι ακόμα τόσα, και τόσα, και με μισείτε το ξέρω.
κι αν το σύμπαν συμφωνεί να εναρμονίζεται η ψυχή μου με τον κόσμο, μια φορά το χρόνο
δε μου αρκεί για να μην λυποτακτήσω