Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2011

η στριγκλιά


δεν μπορούσε ο ύπνος να γιάνει

τόσες πληγές
δεν μπορούσε η ψυχή μου να συμμαζέψει
τόσα ερείπια

δε βρήκα δύναμη να ζήσω
αλλά βρήκα δύναμη να ουρλιάξω
ή να ονειρευτώ



εκεί που μέναμε, στην άκρη του χρόνου
όλα ηχούσαν σουρρεαλιστικά στ' αυτιά μας
για να ξεπλύνουν αμαρτίες με λάθη
-κι άλλα λάθη-
μέχρι να σβήσουμε με τρόπο φρικτό.

Το ουρλιαχτό είχε ξεκινήσει απ τα χαράματα
οι γειτόνοι κόντεβαν να πεθάνουν απ' τον πονοκέφαλο
οι ωτοασπίδες δεν είχαν ανακαλυφθεί ακόμη
και στο τετράγωνο μπαλκόνι γυρίζαν σαν τις σβούρες
-τρεις γυναίκες.

Από μέσα, ακουγόταν ένα γυναικείο σκούξιμο
που σταματημό δεν είχε, βαθύ και διαπεραστικό
παρατεταμένο κλάμα, αιμορραγία ψυχής, στριγκλιά που δεν έπαυε
καταραμένο σούρσιμο, ποιος ξέρει τι στο διάβολο ήταν.

Τα παράθυρα ήταν ερμητικά κλειστά
και χαραμάδες δεν υπήρχαν στους ξεφλουδισμένους τοίχους
σε σημείο που αναρωτιόσουν
πού έβρισκε τον αέρα αυτό το πλάσμα
και συνέχιζε το αθλιο τραγούδισμά της

Οι τρεις γυναίκες, τριγυρνούσαν ανελέητα
γύρω γύρω απ' το σπίτι μανιασμένες
κόντευαν να λιποθυμίσουν
ενώ η τρομερή στριγκλιά δεν σταματούσε

Στον επάνω όροφο
καθόταν ένας γέρος
που άπλωνε ατάραχα μερικά σώβρακα
ήταν κουφός ο άμοιρος
και συνάμα τόσο τυχερός - εκείνη τη συγκεκριμένη ώρα
δεν είχε πάρει είδηση τίποτα.

Ξάφνου, μια απ' τις τρείς γυναίκες
βρήκε τη λύση
προσπάθησε κάτι να ξεστομίσει, αλλά μάταια
-δεν ακουγόταν.

Τότε με νοήματα
έδειξε στις άλλες δυο μια σκούπα
αφημένη δίπλα σε μερικές γλάστρες
κοντά στο κάγκελο
την πήραν κι ανοίξαν ένα παράθυρο

Το ουρλιαχτό έμοιασε ξαφνικά
διπλάσιο, κι αναρωτιόσουν πάλι
πώς θ' ακουγόταν μες το ίδιο το σπίτι

Η μια απ' τις τρείς ανέβηκε σ' ένα σκαμνί
εντόπισε τον υπαίτιο του απέραντου θορύβου
κι άρχισε να κοπανάει μ' όλη της τη δύναμη
φωνάζοντας στον παππού που άπλωνε ακόμη
τα σώβρακα
"γέρο! να το θυμάσαι πως εσύ το κανες!
εγώ αυτή τη σκούπα, μόνο για να σκουπίσω άγγιξα!"

γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ,
γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ,
γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ,
γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ,
γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ,
γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ,
γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ,
γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ,
γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ,
γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ,
γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ,
γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ,
γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ,
γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ,
γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ,
γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ, γκαπ.

είδα τα αίματα
να βγαίνουν από κάτω
οι άλλες δυο σχεδόν χειροκροτούσαν
η τιμωρία είχε παραδοθεί
ξανάλαμψε η γαλήνη
στον τόπο.

Σώσον κύριε τον λαόν σου
και ευλόγησον την κληρονομίαν σου

ξύπνησα
χωρίς να έχω σωθεί,
χωρίς να έχω λησμονήσει,
χωρίς να ξέρω τι ήθελε να μου πει
το όνειρο της στριγκλιάς,
χωρίς να ξέρω τι θέλει
η ζωή από μένα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου