Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2011

το κεντρί

άνοιξε την πόρτα
φύσηξε για λίγο, αέρας
μου κράτησε τα χέρια
και προσπάθησε
να με κρατήσει εκεί όρθια
"τώρα που υπάρχεις, το ξέρω πως γεννήθηκα για σένα"
ανάσανε δυο φορές δυνατά
κι εγώ κρατήθηκα εκεί κοκαλωμένη
και με τα δάκτυλα, ψηλάφισα για λίγο τα πλευρά του
"φύγε τώρα" ψέλλισα
"τώρα που μπορείς"


τον ένιωσα τότε να πατάει ακόμα πιο βαθιά τα πόδια του στο χώμα
ρίζωσε εκείνος, ρίζωσα κι εγώ
με κράταγε σφιχτά κι απ τα ρουθούνια του
έτρεχε πηχτό αίμα


Έτρεμε. Κι η γλώσσα μου σάλευε αργά.
Αρκούσε να γυαλίσουν τα μάτια του κι ήμουν χαμένη.
Στο έλεος της της πιο ανεπιτήδευτης ομορφιάς.
"δε σ' αφήνω, ούτε τώρα ούτε ποτέ, μ' ακούς;"
"είμαι μαύρη, είσαι πάλλευκος. Είμαι σκοτάδι, είσαι ολοφώτεινος, είμαι άρρωστη, είσαι ζωντανός. Είμαι θνητή."


Τότε μ' έσφιξε
μ' όλο του το σώμα.
"είσαι η ζωή"
για μια ζωή, χιλιάδες άλλες.
πήρα το κεντρί μου
και το 'χωσα στην τσέπη.
αχρηστεύτηκε, προσωρινώς.


"μη φύγεις..."


κι ύστερα με φωνή καταραμένη, με φωνή αγγέλου.

"δεν μας φτάνει,
αυτή η ζωή,
για να γευτούμε
ο ένας τον άλλο"


χαμήλωσα το βλέμμα και χαμογέλασα
"δε μας φτάνει."

3 σχόλια:

  1. Είναι ό,τι ομορφότερο έχω διαβάσει,δεν έχω λόγια. Αδυνατώ να πιστέψω πως υπάρχουν συναισθήματα που οδηγούν σε τέτοια έργα.. Πραγματικά, μπράβο..

    ΑπάντησηΔιαγραφή