Παρασκευή, 22 Αυγούστου 2014

Πτώση ή πόσα μέτρα απέχω απ' την παράνοια, μαμά;

το αυτοκίνητό μας, χρώμα πράσινο
πέφτει στους θάμνους.

πέταξα μες τη θάλασσα όλα τα μισοπεθαμένα Εγώ
και τις ακροβασίες στο διαστρικό ουρανό.

με συγχώρεσαν μόνο
οι φύλακες των ανατρεπόμενων στιγμών
και των διχασμένων παρορμήσεων.

είναι όλα τόσο διεστραμμένα γύρω μου
φοβάμαι για το μυαλό μου.

οι παρορμήσεις πολεμούν με κόκκινο
τα λεπτομερώς προσχεδιασμένα μου όνειρα.

"ή θα αφεθώ και θα πέσω, ή θα προσχεδιάσω την πτώση μου.
είπε ένας φίλος.

με τρόμαξαν αυτά τα πτηνά, πετούσαν ώρα μες το στήθος μου
αραδιάζοντας τη ζωή πετσοκομμένη στο νεκροσέντονό μου.

το έντομο, αναρριχήθηκε μέχρι τη σπλήνα,
οι γιατροί είπαν πως ξόφλησαν τα γεννητικά μου όργανα
και μέσα απ' το γυαλί ουρλιάζω στα φίδια
να ρθουν, να χορέψουν για μένα
μέσα απ' τις φυλωσιές
τον τελευταίο παράλυτο χορό.

μόνο το σώμα μου υπάρχει
ή μόνο το μυαλό.
ποτέ δεν συνυπάρχουν μαζί,
παραλύουν εναλλασσόμενα
φθίνουν προς μια κατεύθυνση
και ύστερα αντίθετα,
σαν να κινούνται δίπολα ανομοιόμορφα
εκτός μου
μέσα απ' τις κλειδώσεις
βρυχάται, η αναπηρία μας.

ψυχοφθόρο που υπάρχω έτσι.
μικρούλα κι εύθραυστη, σπάζω σε χίλια κομμάτια
και μια ζωή με μαζεύω απ' τα πατώματα
προσπαθώντας να με ξαναχτίσω
μα πάντα βγαίνει κάπως θολό το ομοίωμά μου
στον καθρέφτη κοιτάζεται και σπάζει ξανά
ασθμαίνοντας λέξεις όπως "πόσο"
"μάταιο" "είναι"
"να με χτίζεις"
"ξανά..." 
"αφου όλο πέφτω."

είναι όμορφα από εδώ.
είναι ψηλά! και βλέπω τα σύμπαντα να τρέχουν
αβαρή κι ασήκωτα
και τους μικρούλικους ανθρώπους
να παραληρούν μέσα στην έκσταση και στον πόθο
παραμορφωμένοι απ' το χρόνο
και εφήμεροι, χωρίς ιδέες ή νοήματα σαθρά
υπόγειοι άνθρωποι, κάτω απ' το χώμα
χαράζουν κύκλους
κι άλλους κύκλους
συνεχόμενα και ασταμάτητα
και πένθιμα ζώα τους τρίβουν τη μούρη
κι εκείνες οι κοπέλες
οι πανέμορφες, με τα στιλπνά μάτια
χαρακώνονται χαράζοντας τρύπες στη γη
να βρουν το δηλητήριο
πού το κρύψαν οι αόμματοι νεκροί;
μέσα στις λάσπες παλεύουν
και τα όμορφα μαλλιά τους μπλέκονται
κι οι σάρκες τους κολλάνε
και υγραίνουν
και λιώνουν όλες μαζί πυρετωδώς
αναστενάζουν τα υγρά τους χείλη
παρατεταμένες σιωπές
και πρόσωπα σβησμένα με ανάσες
βουτούν στο δηλητήριο
κοχλάζει ατόφιο, να το βρήκαν
και το τρώνε,
μέσα τους στάζει, στις ψυχές
γεμίζει ο ουρανός δρυοκολάπτες
και τρυπάει τ' αστέρια με βελόνες αιχμηρές
κι η πορφυρή μου μάσκα βρέθηκε κάπου
ανάμεσα στα συρματοπλέγματα
τσουρουφλισμένη, διάτρητη
μα αφόρετη
ούτε που πρόφτασα να την κρατήσω
στα χέρια μου
σπάσαν τα νερά
του εγκλεισμού μου
και ξεγέννησα το πιο απαίσιο κτήνος
ξεμέθυστη, νηφάλια
μέσα στον πυρετό της ύπνωσης
και στα ανομολόγητα αστεία μας
το κτήνος επέζησε
για μερικά λεπτά, εκείνα τα τελευταία
τα εφιαλτικά δευτερόλεπτα
που κυλούσαν πιο αργά κι από αιώνες
εγώ σφουγγίζω τα μάτια μου
τα καθαρίζω απ' τις τσίμπλες
και προσπαθώ να τα ανοίξω με χαμομήλι
και βαμβάκι
η θλιβερή εικόνα του Ιησού
μέσα από τριπλό ή τετραπλό τζάμι
αντικατοπτρίζεται
φοράει ρούχα γυναικεία
και τα ήρεμα μάτια του κοινωνούν
τώρα και για πάντα
καταδικάζουν την ανυπαρξία
και ελέγχουν με απόλυτη σοβαρότητα
τις κινήσεις των χεριών
και τα βλέφαρα χαμηλώνουν
και χαμηλώνουν
και η εκκλησία λίγο πριν κατεδαφιστεί
μαζί με όλους τους απίστους
και τους ένορκους
κοιτάζομαι για μια στιγμή στο τζάμι
το κρυστάλλινο
εκείνο το σπασμένο
του δωματίου μου το θεριό κοιτάζω
και βλέπω μέσα στο βαθυκύανο βλέμμα του
την γνήσια ανυπαρξία
την πραγματική αστάθεια
τον αληθινό Θάνατο ντυμένο στα χρώματα
μιας γης που φλέγεται
και πυρπολείται μέσα μου
η φλεγμονώδης σάρκα του
το πτώμα της σαρκάζει μέσα μου
γελάει με τα κλειστά μου βλέφαρα
αδειάζει τα αποτσίγαρα
γδύνει το σώμα μου
και δείχνει σε όλο το βουβό
πεθαμένο ακροατήριο
της πληγές στο στέρνο, στα χέρια
στο στήθος, στα γεννητικά μου όργανα
και τις πιέζει επιδεικτικά μπροστά τους
μέχρι να χύσουν αίμα
και να στάξουν ύδωρ μυστικό
ερμαφρόδιτο
κι ο Θάνατος ντυμένος στα λευκά
σαν νύφη λιθιβολεί την αντρική μου υπερηφάνεια
με μια κουκίδα στο μέτωπό του
ανεξιχνίαστη
με αργές κινήσεις μου προσφέρει το λευκό κρασί
ταπεινωμένη με το αίμα να κυλάει απ' τη μήτρα μου
γίνομαι σιγά σιγά κάτι άλλο κι όχι άνθρωπος,
εγώ, σιγά σιγά πίνω το λευκό υγρό με μάτια
σχεδόν δολοφονημένα
γαλήνια και αργά χωρίς βαρύτητα
πέφτω στο κρύο πάτωμα
ξαπλώνω πάνω στα σπασμένα γυαλιά
για πρώτη φορά δεν ζω δοκιμαστικά
αλλά είναι εκείνη η στιγμή
που δεν θα υπάρξει όμοιά της ποτέ
είναι εκείνη η ιερή και πένθιμη στιγμή
που τίποτα δεν θα αντηχεί στ' αυτιά μου
ικετεύοντας για μια επαναληπτική παρτίδα
χαμογελάω, με το πιο καθαρό βλέμμα
και μια σιωπή θεόρατη με σκεπάζει
λευκή σαν σεντόνι
χωρίς κανένα θόρυβο
πολύ σιγά
τελετουργικά και
σχεδόν αναμάρτητα.

ξόρκισα τη θλίψη με μια πτώση
εξάλειψα την πιθανότητα αυτή εδώ η ζωή
να είναι πια δικιά μου
τώρα μόνο άλλα μάτια θα πάρουν τη θέση μου
κι απ' την αρχή θα ορίσω το χρόνο και τον πόνο
με μια ελαφράδα σαν πυροτέχνημα
σαν έκρηξη με απαλούς αστραγάλους
με τις ιδιόρρυθμα κατεβασμένες κουρτίνες
να μην με βλέπουν κι όμως να τους βλέπω
απ' την ρωγμή αυτή του βράχου
που άφησα για παν ενδεχόμενο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου