Είδα έναν τυφλό άντρα να κάνει εξομολόγηση σε μια τυφλή. Εκείνος είχε γονατίσει γύρευε τα χέρια της, ψηλάφιζε τα δάκτυλά της, έβγαλε το δαχτυλίδι απ’ την τσέπη και της το φόρεσε, χαμογέλασε, κι εκείνη το διαιστάνθηκε κι ανταπέδωσε. Είδα ένα ζευγάρι να καταργείται την ώρα και τη στιγμή που γνωρίστηκε, η γυναίκα να τρέμει από μίσος για ‘κείνον που είχε ξαπλώσει ανάσκελα και πίεζε τη μύτη του στο μαξιλάρι, είχε πάρει μια έκφραση αλλόκοτη, ο χρόνος του είχε παραμορφώσει το πρόσωπο. Είδα ένα έφηβο κορίτσι να ‘χει σταυρώσει τα χέρια, να κάθεται σ’ ένα παγκάκι για μέρες, να ‘χει μείνει εκεί σχεδόν κοκαλωμένη καθώς έρχεται ένας άντρας σοβαρός να την αγκαλιάσει κι αυτή του ξεγλιστράει σα χέλι και υστερικά σπρώχνει το σώμα του απ’ το δικό της.
Είδα έναν άντρα να πέφτει, μα δεν πρόλαβα να κάνω ευχή.
Τρίτη 14 Ιουνίου 2011
Πέμπτη 9 Ιουνίου 2011
yesterday we died
Ο κόσμος αποτελείται από χιλιάδες μικρούς σπαραγμούς.
κόκκινες ιστορίες λιώνουν τις σάρκες μας, μας αφανίζουν.
Να κάνεις τη ζωή σου οικουμενική, αυτό είναι η τέχνη.
Να αφήνεις την τέφρα του χρόνου να διαπερνά το πύρινο κορμί σου
και συνάμα να σπας τη γη ανοίγοντας το δικό σου υπέροχο
μονάχο και χιλιοπονεμένο δρόμο προς το φως...
Αφού ο πιο βραχνός θάνατος έχει κυλήσει ήδη στις φλέβες.
κόκκινες ιστορίες λιώνουν τις σάρκες μας, μας αφανίζουν.
Να κάνεις τη ζωή σου οικουμενική, αυτό είναι η τέχνη.
Να αφήνεις την τέφρα του χρόνου να διαπερνά το πύρινο κορμί σου
και συνάμα να σπας τη γη ανοίγοντας το δικό σου υπέροχο
μονάχο και χιλιοπονεμένο δρόμο προς το φως...
Αφού ο πιο βραχνός θάνατος έχει κυλήσει ήδη στις φλέβες.
Δευτέρα 6 Ιουνίου 2011
"είμαστε, λένε, ιστορίες του χθες"
αξίωμα: δεν υπάρχει τίποτα εδώ
και μετά έρχεσαι εσύ, πατάς μια μέρα τα ποδαράκια σου στο χώμα
έχεις μπρος τα μάτια σου ένα δρόμο αόρατο, ένα γραμμένο, μια φωτιά
που τρέφεις στην κοιλιά, ευλαβικά και πένθιμα.
Θα ξαναρχίσεις πάλι να το ράβεις, θα το μπαλώνεις, θα τρέμεις μη σκιστεί
κι ύστερα πάλι θα το διαλύεις, θα περπατάς στους τοίχους, τα βράδια θα ψάχνεις το φως το ιδιότροπο, που σου πήραν, δε θα χει νόημα να ξυπνήσεις το πρωί, θα κλαις για κάτι που 'χασες, μα δεν θα βλέπεις τι.
αξίωμα: ζούμε εδώ, για να χαριστούμε κάπου αλλού
και ξάφνου ανακαλύπτεις πως κάτω απ' αυτό το χώμα που πατάς και πέρα απ' τα όνειρα που βλέπεις, υπάρχει και μια θύελλα, μια διαστρεβλωμένη θηλιά που αιμορραγεί απεγνωσμένα, που σου ζητούσε να την ανακαλύψεις, τόσα χρόνια, τόσους αιώνες.
"τώρα που σε βρήκα" της λες "θα πεθάνω μαζί σου, θα πεθάνω για σένα, αρκεί να προλάβω, να προλάβω να σε ζήσω"
αξίωμα: τα πάντα είναι 'δω, κι εσύ στον αιθέρα
αφήνεις πίσω σου πατήματα, υακίνθους που σπάζουν , κραυγές, κραδασμούς.
Τρίζει το χώμα στο πέρασμά σου ενώ περπατάς σιωπηλός. Οι άλλοι δεν βλέπουν, ποτέ δεν είδαν, μα δεν πειράζει. Υπάρχει στη ζωή μας, λίγη ζωή ακόμα ν' απαγκιάζουμε. Αύριο δεν θα υπάρχεις, η τέφρα θα μείνει απ' τη φωτιά, μια παγωμένη άσφαλτος.
Μυρίζει ακόμα ο θάνατος κι από 'δω δεν τον προφταίνω, προσπαθώ να κοιτάξω μα τυφλώνομαι.
Με τύφλωσε το έρεβος
δεν είμαι πια εδώ.
είμαστε, λένε
ιστορίες
του χθές
και μετά έρχεσαι εσύ, πατάς μια μέρα τα ποδαράκια σου στο χώμα
έχεις μπρος τα μάτια σου ένα δρόμο αόρατο, ένα γραμμένο, μια φωτιά
που τρέφεις στην κοιλιά, ευλαβικά και πένθιμα.
Θα ξαναρχίσεις πάλι να το ράβεις, θα το μπαλώνεις, θα τρέμεις μη σκιστεί
κι ύστερα πάλι θα το διαλύεις, θα περπατάς στους τοίχους, τα βράδια θα ψάχνεις το φως το ιδιότροπο, που σου πήραν, δε θα χει νόημα να ξυπνήσεις το πρωί, θα κλαις για κάτι που 'χασες, μα δεν θα βλέπεις τι.
αξίωμα: ζούμε εδώ, για να χαριστούμε κάπου αλλού
και ξάφνου ανακαλύπτεις πως κάτω απ' αυτό το χώμα που πατάς και πέρα απ' τα όνειρα που βλέπεις, υπάρχει και μια θύελλα, μια διαστρεβλωμένη θηλιά που αιμορραγεί απεγνωσμένα, που σου ζητούσε να την ανακαλύψεις, τόσα χρόνια, τόσους αιώνες.
"τώρα που σε βρήκα" της λες "θα πεθάνω μαζί σου, θα πεθάνω για σένα, αρκεί να προλάβω, να προλάβω να σε ζήσω"
αξίωμα: τα πάντα είναι 'δω, κι εσύ στον αιθέρα
αφήνεις πίσω σου πατήματα, υακίνθους που σπάζουν , κραυγές, κραδασμούς.
Τρίζει το χώμα στο πέρασμά σου ενώ περπατάς σιωπηλός. Οι άλλοι δεν βλέπουν, ποτέ δεν είδαν, μα δεν πειράζει. Υπάρχει στη ζωή μας, λίγη ζωή ακόμα ν' απαγκιάζουμε. Αύριο δεν θα υπάρχεις, η τέφρα θα μείνει απ' τη φωτιά, μια παγωμένη άσφαλτος.
Μυρίζει ακόμα ο θάνατος κι από 'δω δεν τον προφταίνω, προσπαθώ να κοιτάξω μα τυφλώνομαι.
Με τύφλωσε το έρεβος

δεν είμαι πια εδώ.
είμαστε, λένε
ιστορίες
του χθές
Παρασκευή 27 Μαΐου 2011
Γράμμα
Ζηλεύει ο χρόνος, τα κορμιά μας.
Τ' απάνεμά μας όνειρα
Στα χέρια τα κρατώ
ακόμα
κι ανασαίνω
βαθιά στεγνά σιωπηλά
με αυτοσυγκράτηση
και αποθηκεύω τη βαθιά μου λύπη
για μετά.
Για τότε που δεν θα χω τίποτ' άλλο να μου απαλύνει τα μάτια
θα στέκω ώρα πολλή μπροστά στον καθρέφτη
αυτιστικά σχεδόν
κι η γνώριμη μορφή θα σωριαστεί
απότομα δυνατά πένθιμα
κι ο γαμημένος ο χρόνος
θα τρίξει τα δόντια
θα γελάσει ηλίθια.
Τα ζηλεύει τα κορμιά μας
να το θυμάσαι
μα όταν δε θα υπάρχω πια
θα 'ναι σαν να
έζησα όλα αυτά
που λαχτάρισα τόσο πολύ
την ώρα που η σκιά σου
πλησίαζε τα παπούτσια μου
τα πόδια μου, δεν τ' αγάπησα ποτέ
και στ' ορκίζομαι
την αυγή
θα εξομολογηθώ
Μέχρι τότε όμως μην πεθάνεις.
Μην πεθάνεις πρώτος, είναι ό,τι χειρότερο για τον κλονισμένο εγωισμό μου αυτή την ώρα.
Τ' απάνεμά μας όνειρα
Στα χέρια τα κρατώ
ακόμα
κι ανασαίνω
βαθιά στεγνά σιωπηλά
με αυτοσυγκράτηση
και αποθηκεύω τη βαθιά μου λύπη
για μετά.
Για τότε που δεν θα χω τίποτ' άλλο να μου απαλύνει τα μάτια
θα στέκω ώρα πολλή μπροστά στον καθρέφτη
αυτιστικά σχεδόν
κι η γνώριμη μορφή θα σωριαστεί
απότομα δυνατά πένθιμα
κι ο γαμημένος ο χρόνος
θα τρίξει τα δόντια
θα γελάσει ηλίθια.
Τα ζηλεύει τα κορμιά μας
να το θυμάσαι
μα όταν δε θα υπάρχω πια
θα 'ναι σαν να
έζησα όλα αυτά
που λαχτάρισα τόσο πολύ
την ώρα που η σκιά σου
πλησίαζε τα παπούτσια μου
τα πόδια μου, δεν τ' αγάπησα ποτέ
και στ' ορκίζομαι
την αυγή
θα εξομολογηθώ
Μέχρι τότε όμως μην πεθάνεις.
Μην πεθάνεις πρώτος, είναι ό,τι χειρότερο για τον κλονισμένο εγωισμό μου αυτή την ώρα.
Παρασκευή 20 Μαΐου 2011
ενώ οι κοσμοθύελλες προετοιμάζουν πεισματικά το θάνατό μου
λατρεύω αυτό που θα μπορούσε να είναι η ζωή μου
λατρεύω αυτά που ίσως κάποτε κάνω
λατρεύω τον υποθετκό κι απίθμενο εαυτό μου
κι όλα όσα θα μπορούσα να πω
τ' ασθενικά μου μάτια που δεν βλέπουν στ' αλήθεια
και την ψυχή μου ιερή κι απαρηγόρητη
το χείμαρό μου τον προσωπικό
θέλω να 'ναι για πάντα δικά μου αυτά τα χέρια
κι ας αχρηστεύονται κάθε φορά που προσπαθώ ν' αγγίξω τ' ανέγγιχτα.
Υπάρχει να ξέρεις εκείνη η ώρα
που ο λύκος μου θα καταπιεί τον ήλιο.
λατρεύω αυτά που ίσως κάποτε κάνω
λατρεύω τον υποθετκό κι απίθμενο εαυτό μου
κι όλα όσα θα μπορούσα να πω
τ' ασθενικά μου μάτια που δεν βλέπουν στ' αλήθεια
και την ψυχή μου ιερή κι απαρηγόρητη
το χείμαρό μου τον προσωπικό
θέλω να 'ναι για πάντα δικά μου αυτά τα χέρια
κι ας αχρηστεύονται κάθε φορά που προσπαθώ ν' αγγίξω τ' ανέγγιχτα.
Υπάρχει να ξέρεις εκείνη η ώρα
που ο λύκος μου θα καταπιεί τον ήλιο.
Δευτέρα 16 Μαΐου 2011
Τετάρτη 11 Μαΐου 2011
Κυριακή 8 Μαΐου 2011
όλοι σχιζοφρενικοί είμαστε - κι ανόθευτοι
όλοι σχιζοφρενικοί είμαστε - κι ανόθευτοι
ερωτευμένοι με την άρρητή μας γλώσσα
την άρνησή μας - την ανώφελη
και την πικρή ανοησία
που μας δέρνει.
Είμαστε έρμαια των σκιών μας - απομείναμε
μόνοι στη φλέβα των σκυλιών
και ριμαγμένοι από νοήματα - και λέξεις όπως
"τέλος"
στο τώρα, στο αύριο, στο τίποτα.
Στο βάθος ανόθευτοι, στην πράξη σχιζοφρενικοί.
ερωτευμένοι με την άρρητή μας γλώσσα
την άρνησή μας - την ανώφελη
και την πικρή ανοησία
που μας δέρνει.
Είμαστε έρμαια των σκιών μας - απομείναμε
μόνοι στη φλέβα των σκυλιών
και ριμαγμένοι από νοήματα - και λέξεις όπως
"τέλος"
στο τώρα, στο αύριο, στο τίποτα.
Στο βάθος ανόθευτοι, στην πράξη σχιζοφρενικοί.
४ ५ ८ ९ ० १ २ Η τελετή ७ ८ ४ १ ६ ५
Με των φωνητικών
Χορδών μου την ψυχή
Τρεκλίζω κόσμους
Μυστικά φτιαγμένους
Από λυγμούς ανείπωτους .
Λαρυγγισμοί στεγνοί κι υπόκωφοι
Κι αυτός ο χτύπος, και πάλι η φωνή.
Κι οι άνθρωποι, από τότε που εφευρέθηκαν
Φοβάμαι να υπάρξω.
Μα κάπου στην ανατομία μου
Αν με ξεκοίλιαζες να βρεις των σωθικών μου τ’ ανήμερα
Δε θα ‘βλεπες παρά μόνο
Έναν πατέρα
Και μια μάνα
Εκείνη στεγνωμένη απ’ τα δάκρια
Εκείνος σιωπηλός στην εντροπία του
Και με φωνές πάλι
Ν’ ανακαλώ
Των χαμένων πια αιώνων
Τη συμπάθια.
Τα άφιλτρα
Αέρα, λίγο αέρα μόνο τίποτ’ άλλο. Να βγω έξω, ο κόσμος μ’ αηδιάζει, τα πρόσωπα, τα λόγια, τα παπούτσια τους, θάνατος, μόνο λίγο έξω παρακαλώ να βγω! Το παράθυρο, το παράθυρο, είμαι στο έλεος του. Όλα περάσαν, περάσαν! Τ’ ακούς; Μια μέρα θα γελάω με τα χάλια μου τα εφηβικά. Μια μέρα θα ξεσπάσω σε γέλια, απροσδόκητα. Θ’ ανεβούν απ’ τον κόρφο μου ως τα τύμπανα των αφτιών, θα τυραννάνε το σώμα μου κι όμως εγώ θ’ αφρίζω από άθλιες σκέψεις. Μόνο μην κλάψεις, μην κλάψεις τώρα! Σε βλέπουν, θα χαρούν, μην κλάψεις. Μάζεψε τα κουράγια σου μέχρι ν’ ανοίξεις το παράθυρο, να πάρεις εκείνο τον αέρα, τον εύθραυστο. Με συγχωρείτε, μα ξέρετε, δεν σας βλέπω, δε βλέπω. Μόνο την κορφή της σκιάς μου να αγγίζει το χερούλι, πλησιάζω, να σέρνω μια εικόνα της θλίψης μου, στα έγκατα της γης πηγαίνω, αφήστε με, σ’ ένα παράθυρο, λίγο αέρα. Κι ο πόνος μου κραυγή, στις δυστυχισμένες σάρκες σας.
Έφτασα , το άνοιξα, έχωσα το κεφάλι μου απ’ έξω, πήρα δυο βαθιές ανάσες κι ύστερα ξανακάθισα. Όλα ήταν όπως πριν, μόνο που στα πνευμόνια μου είχα τον άνεμο που χρειαζόμουν. Και δεν έγινε τίποτ’ άλλο, στ’ αλήθεια, όλοι έμοιαζαν ευτυχισμένοι. Με ανοιχτό παράθυρο η αίθουσα έμοιαζε με ανοιξιάτικο λιβάδι.
Μετά ο κόσμος έφυγε. Έφυγα κι εγώ χωρίς κανένα απολύτως συναίσθημα. Χωρίς καμία συναίσθηση του εαυτού μου, του τι κάνω εδώ, τι έκανα, πόσα χρόνια έζησα και πόσα θα ζήσω ακόμα, την ύπαρξή μου μετρημένη στα δάκτυλα, και την ψυχή μου κόκκινη μεσ’ τ’ άφιλτρα όνειρά μου, τα πολλά εκείνα χρόνια της αιωνιότητάς μου, μιας αιωνιότητας τελείως προσωπικής, τελείως μοναδικής και την αυτοκαταστροφική μου άβγαλτη περηφάνια να τσουρουφλίζεται λίγο λίγο από ανεμόβγαλτες λάμπες πυρακτώσεως. Κι αν έχω ζωή, σίγουρα δεν είναι εδώ. Είναι κάπου αλλού, έξω απ’ το παράθυρο . Ίσως κι έξω απ’ τον κόσμο. Πέρα απ’ τα σύνορα, πέρα απ’ τις σειρήνες των ασθενοφόρων και τις αμαρτωλές ελπίδες των ψηλοτάβανων εκκλησιών. Και σίγουρα πολύ πιο πέρα απ’ τον ασθενικό εαυτό μου.
Έφτασα , το άνοιξα, έχωσα το κεφάλι μου απ’ έξω, πήρα δυο βαθιές ανάσες κι ύστερα ξανακάθισα. Όλα ήταν όπως πριν, μόνο που στα πνευμόνια μου είχα τον άνεμο που χρειαζόμουν. Και δεν έγινε τίποτ’ άλλο, στ’ αλήθεια, όλοι έμοιαζαν ευτυχισμένοι. Με ανοιχτό παράθυρο η αίθουσα έμοιαζε με ανοιξιάτικο λιβάδι.
Μετά ο κόσμος έφυγε. Έφυγα κι εγώ χωρίς κανένα απολύτως συναίσθημα. Χωρίς καμία συναίσθηση του εαυτού μου, του τι κάνω εδώ, τι έκανα, πόσα χρόνια έζησα και πόσα θα ζήσω ακόμα, την ύπαρξή μου μετρημένη στα δάκτυλα, και την ψυχή μου κόκκινη μεσ’ τ’ άφιλτρα όνειρά μου, τα πολλά εκείνα χρόνια της αιωνιότητάς μου, μιας αιωνιότητας τελείως προσωπικής, τελείως μοναδικής και την αυτοκαταστροφική μου άβγαλτη περηφάνια να τσουρουφλίζεται λίγο λίγο από ανεμόβγαλτες λάμπες πυρακτώσεως. Κι αν έχω ζωή, σίγουρα δεν είναι εδώ. Είναι κάπου αλλού, έξω απ’ το παράθυρο . Ίσως κι έξω απ’ τον κόσμο. Πέρα απ’ τα σύνορα, πέρα απ’ τις σειρήνες των ασθενοφόρων και τις αμαρτωλές ελπίδες των ψηλοτάβανων εκκλησιών. Και σίγουρα πολύ πιο πέρα απ’ τον ασθενικό εαυτό μου.
Τρίτη 26 Απριλίου 2011
Δευτέρα 25 Απριλίου 2011
ο αδερφός
Τρίτη 19 Απριλίου 2011
Vuelta Quebrada
la Llorona
τη γυναίκα αμυδρά. το κράταγε σα να 'ταν φυλαχτό, τους είδα, κι έκλαιγε Να γεννηθεί άρρωστο, δεν το περίμενε. Τώρα καταραμένη γυρνάει και μουρμουρίζει - τι έκανα, τι -
στα χέρια το κρατάει, μην της πέσει, πού να πέσει, η κλαίουσα. Κρίμα μου, κρίμα του, κρίμα σε ποιόν. "Που ποτέ να μην γεννιόμουν" ασυνάρτητα πάλι τα λόγια, τα πατήματα. Αγκαλιά το 'χει, άρρωστο, νιόβγαλτο, κρίμα.
Την είδα, τη γυναίκα αμυδρά. Στα βράχια στις έξι το χάραμα.
Ο ίσκιος
Φιάλες ακριλονυτριλίου, μποτίλιες, σχοινιά. "έρημο κάδρο, φανταστική φωτογραφία" εκείνη, εκείνο, κοιτάζει τα πρόσωπα, τα πρόσωπα λένε πάντα την αλήθεια. Τα ρεύματα καμιά φορά κάνουνε στάχτη τους ταξιδιώτες.
Το φαινόμενο της κύησης.. - "Το φαινόμενο της ζωής είναι θαμπός αναγραμματισμός του θανάτου" σε κάποια άλλη γλώσσα ίσως, που ο άνθρωπος ακόμα δεν κατέχει. Τ' ασήκωτά τους πρόσωπα, τα νιόβγαλτα ελαφρά, τα υψωμένα χέρια, προς τον ουρανό, κάτι να φέρουν πίσω, κάτι, ο ήχος που βγάζει το κατράμι όταν ουρλιάζει. Ο ίσκιος κάποιου πατέρα.

Βόρειο Σέλας
και τι 'ναι αυτο που βγάζει στην αντίπερα όχθη; αφού ο κόσμος αποτελείται από χιλιάδες μικρούς σπαραγμούς. Βουίζουν ακόμα τα χαμόγελα στ' αφτιά μου. όταν οι πίκρες μαζευτουν και πυκνώσουν, ποιος θα χορέψει γύρω απ' τη φωτιά; Είναι τότε που σκέφτομαι: κάτι πρέπει να κάνω με το κεφάλι μου. Να βρω το πιο μαλακό μέρος να το χτυπάω. Ποια είναι η αρρώστια που έχω γιατρέ; σαν παραμύθια μου ακούγονται οι χθεσινές ιστορίες...
ΥΓ βουέλτα κεμπράδα είναι η στροφή. η σπασμένη στροφή. Σαν να θες να αλλάξεις πορεία, να ριζώσεις τη ζωή σου απ' την αρχή, μα να 'χεις σπασμένο εαυτο.
τη γυναίκα αμυδρά. το κράταγε σα να 'ταν φυλαχτό, τους είδα, κι έκλαιγε Να γεννηθεί άρρωστο, δεν το περίμενε. Τώρα καταραμένη γυρνάει και μουρμουρίζει - τι έκανα, τι -
στα χέρια το κρατάει, μην της πέσει, πού να πέσει, η κλαίουσα. Κρίμα μου, κρίμα του, κρίμα σε ποιόν. "Που ποτέ να μην γεννιόμουν" ασυνάρτητα πάλι τα λόγια, τα πατήματα. Αγκαλιά το 'χει, άρρωστο, νιόβγαλτο, κρίμα.
Την είδα, τη γυναίκα αμυδρά. Στα βράχια στις έξι το χάραμα.
Ο ίσκιος
Φιάλες ακριλονυτριλίου, μποτίλιες, σχοινιά. "έρημο κάδρο, φανταστική φωτογραφία" εκείνη, εκείνο, κοιτάζει τα πρόσωπα, τα πρόσωπα λένε πάντα την αλήθεια. Τα ρεύματα καμιά φορά κάνουνε στάχτη τους ταξιδιώτες.
Το φαινόμενο της κύησης.. - "Το φαινόμενο της ζωής είναι θαμπός αναγραμματισμός του θανάτου" σε κάποια άλλη γλώσσα ίσως, που ο άνθρωπος ακόμα δεν κατέχει. Τ' ασήκωτά τους πρόσωπα, τα νιόβγαλτα ελαφρά, τα υψωμένα χέρια, προς τον ουρανό, κάτι να φέρουν πίσω, κάτι, ο ήχος που βγάζει το κατράμι όταν ουρλιάζει. Ο ίσκιος κάποιου πατέρα.

Βόρειο Σέλας
και τι 'ναι αυτο που βγάζει στην αντίπερα όχθη; αφού ο κόσμος αποτελείται από χιλιάδες μικρούς σπαραγμούς. Βουίζουν ακόμα τα χαμόγελα στ' αφτιά μου. όταν οι πίκρες μαζευτουν και πυκνώσουν, ποιος θα χορέψει γύρω απ' τη φωτιά; Είναι τότε που σκέφτομαι: κάτι πρέπει να κάνω με το κεφάλι μου. Να βρω το πιο μαλακό μέρος να το χτυπάω. Ποια είναι η αρρώστια που έχω γιατρέ; σαν παραμύθια μου ακούγονται οι χθεσινές ιστορίες...
ΥΓ βουέλτα κεμπράδα είναι η στροφή. η σπασμένη στροφή. Σαν να θες να αλλάξεις πορεία, να ριζώσεις τη ζωή σου απ' την αρχή, μα να 'χεις σπασμένο εαυτο.
πια - μόνο το κλάμα του λύκου μπορεί να με σώσει
εκείνος ημέρευε τη θάλασσα
εγώ ήμουν η Τρικυμισμένη
στα λέπια μας πληγιάζαμε τη ζωή
κι εκείνο το λυγμό
που σακάτευε τα έρμα λόγια μας.
με τη σιωπή μου χάιδευα το μέτωπό του
τα μεθυσμένα μέλη με φωνές
σκεπάσαν το ακροτελεύτιο
του εφηβικού του θρήνου
"ο αρραβωνιαστικός μου δεν υπάρχει πια" !
καλύτερα -
ήταν ιδιότροπος
κι εγώ αταίριαστη
περαστικός όπως οι καινούριες μου κορδέλες
θα φύγουν σε λίγο
όταν θα τρέχω ν' αγκαλιάσω το κλάμα του λύκου,
θα χαθούν οι κορδέλες μου.
περαστικός όπως τα λόγια μου
που ποτέ μου δεν τα 'νιωσα
αληθινά δικά μου
περαστικός όπως η νιότη
που ξεπλένει η βροχή καθώς περνάει
κι ένα κάρο ελπίδες
-στην άκρη-

μια μέρα άνοιξα την πόρτα
κι είδα σωρό τα μισοσκότεινα
να περπατούν στο έρημό μου εικόνισμα
και σκοτεινιασμένη λίγο λίγο
τα 'διωχνα.
εγώ ήμουν η Τρικυμισμένη
στα λέπια μας πληγιάζαμε τη ζωή
κι εκείνο το λυγμό
που σακάτευε τα έρμα λόγια μας.
με τη σιωπή μου χάιδευα το μέτωπό του
τα μεθυσμένα μέλη με φωνές
σκεπάσαν το ακροτελεύτιο
του εφηβικού του θρήνου
"ο αρραβωνιαστικός μου δεν υπάρχει πια" !
καλύτερα -
ήταν ιδιότροπος
κι εγώ αταίριαστη
περαστικός όπως οι καινούριες μου κορδέλες
θα φύγουν σε λίγο
όταν θα τρέχω ν' αγκαλιάσω το κλάμα του λύκου,
θα χαθούν οι κορδέλες μου.
περαστικός όπως τα λόγια μου
που ποτέ μου δεν τα 'νιωσα
αληθινά δικά μου
περαστικός όπως η νιότη
που ξεπλένει η βροχή καθώς περνάει
κι ένα κάρο ελπίδες
-στην άκρη-

μια μέρα άνοιξα την πόρτα
κι είδα σωρό τα μισοσκότεινα
να περπατούν στο έρημό μου εικόνισμα
και σκοτεινιασμένη λίγο λίγο
τα 'διωχνα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)









